Το Μακελειό την Ημέρα των Ερωτευμένων

Το 1929, ανήμερα της εορτής του Αγίου Βαλεντίνου, ο Αλ Καπόνε αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον μεγάλο αντίπαλό του Μπαγκς Μοράν. Το μακελειό σε μια αποθήκη του Σικάγου έμεινε στην ιστορία ως η Σφαγή της Εορτής του Αγίου Βαλεντίνου και σηματοδότησε την αρχή του τέλους και για τους δύο γκάνγκστερ.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20, στην Αμερική της ποτοαπαγόρευσης, του σουίνγκ και της τρυφηλής ζωής, ο ιταλός Αλ Καπόνε με τη συμμορία του κυριαρχούσε στο νότιο τμήμα του Σικάγου και ο Μπαγκς Μοράν με τους ιρλανδογερμανούς του στο βόρειο. Το μεγάλο έπαθλο για τους δύο γκάνγκστερ ήταν τα εκατομμύρια δολάρια από την παράνομη διακίνηση του αλκοόλ.

Ο Αλ Καπόνε, που βρισκόταν στην ακμή της εγκληματικής του δραστηριότητας, εκτός από την κυριαρχία και το χρήμα, διψούσε και για εκδίκηση, επειδή ο Μοράν είχε σκοτώσει μερικούς δικούς του ανθρώπους. Το σχέδιο για την εξόντωση του Μοράν επεξεργάστηκε το πρωτοπαλίκαρό του Βιτσέντζο Τζιμπάλντι, γνωστός με το ψευδώνυμο Τζακ Μακ Γκαρν και με το παρατσούκλι «Το πολυβόλο». Θα του έκλεινε ένα ραντεβού σε μέρος της επιλογής του, με δέλεαρ ένα φορτίο ακριβού ουίσκι. Οι άνθρωποι του Καπόνε μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς θα αναλάμβαναν τα υπόλοιπα.

Ο Μοράν τσίμπησε το δόλωμα και η συνάντηση κλείστηκε για τις 10:30 το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου σε μια αποθήκη του Βόρειου Σικάγου. Πέντε άνδρες του Καπόνε έφθασαν στην ώρα τους με δύο αυτοκίνητα, που έμοιαζαν με περιπολικά. Οι τρεις ήταν ντυμένοι αστυνομικοί και οι άλλοι δύο με πολιτικά. Στη γύρω περιοχή είχαν ακροβολιστεί δεκάδες συνεργάτες του Καπόνε (τσιλιαδόροι κλπ).

Οι τρεις «αστυνομικοί» αποφάσισαν να δράσουν, όταν είδαν έναν άνδρα που έμοιαζε με τον Μοράν να μπαίνει στην αποθήκη. Με καταδρομική επιχείρηση αιφνιδίασαν τα επτά άτομα που βρίσκονταν μέσα και τους διέταξαν να σταθούν με την πλάτη στον τοίχο. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, τους γάζωσαν με τα αυτόματα «Τόμσον» που έφεραν. Οι περίοικοι άκουσαν τους παρατεταμένους πυροβολισμούς και ειδοποίησαν την αστυνομία.

Οι εκπρόσωποι του νόμου βρήκαν στον τόπο του μακελειού έξι πτώματα πισώπλατα χτυπημένα και έναν βαριά τραυματία. Όταν τον ρώτησαν ποιος τον πυροβόλησε, αυτός ψέλλισε «κανείς» και άφησε την τελευταία του πνοή. Από τους επτά νεκρούς, πέντε ήταν μέλη της συμμορίας του Μοράν, ένας συνεργαζόμενος μικροκακοποιός κι ένας άσχετος με την ιστορία, ένας μηχανικός που είχε κληθεί για να επισκευάσει ένα αυτοκίνητο της συμμορίας και βρέθηκε κατά λάθος στο μοιραίο ραντεβού. Πουθενά, όμως, ο Μοράν. Ο μεγάλος αντίπαλος του Καπόνε σώθηκε από καθαρή τύχη, επειδή πήγε καθυστερημένα στο ραντεβού και όταν είδε τους τρεις «αστυνομικούς» φρόντισε να εξαφανιστεί.

Το μακελειό προκάλεσε λαϊκή κατακραυγή στο Σικάγο, και σημαίνοντα πρόσωπα της «Πόλης των Ανέμων» ζήτησαν να μπει ένα τέλος στη δράση των συμμοριών. Η τοπική αστυνομία, παρότι γρήγορα διαπίστωσε ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές του αιματηρού επεισοδίου, δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε συλλήψεις. Ο Αλ Καπόνε και το πρωτοπαλίκαρό του Τζακ ΜακΓκαρν είχαν γερά άλλοθι: ο πρώτος βρισκόταν στη Φλόριντα για διακοπές και ο δεύτερος στην αγκαλιά της φιλενάδας του.

Το θέμα ξέφυγε από τα στενά όρια του Σικάγου και έγινε παναμερικανική υπόθεση. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανέλαβε δράση με το FBI και το IRS (Εφορία). Με μεθοδικό τρόπο, οι δύο υπηρεσίες ξεσκέπασαν τη δράση του Αλ Καπόνε, που συνελήφθη δύο χρόνια αργότερα για φοροδιαφυγή. Η βασιλεία του στο χώρο του οργανωμένου εγκλήματος είχε τελειώσει.

Μετεωρική ήταν και η πτώση του Μπαγκς Μοράν. Από πάμπλουτος γκάνγκστερ βρέθηκε να ληστεύει τράπεζες για τα προς το ζην. Ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του Αλ Καπόνε, ο Φρανκ Νίτι διαφέντευε το Σικάγο τη δεκαετία του ’30. Με την άνοδο του Ρούζβελτ στην εξουσία το 1933, η ποτοαπαγόρευση καταργήθηκε.

Ο τόπος του εγκλήματος (2122 Ν. Clark Street) έγινε τουριστική ατραξιόν μέχρι το 1967, που η αποθήκη κατεδαφίστηκε. Ο αιματοβαμμένος τοίχος της εκτέλεσης αποσυναρμολογήθηκε τούβλο – τούβλο και πουλήθηκε σε δημοπρασία στον καναδό επιχειρηματία Τζορτζ Πάτεϊ, ο οποίος τον ξανάχτισε μέσα στο μπαρ που διατηρούσε στο Βανκούβερ.

Στη μεγάλη οθόνη, το μακελειό αποτέλεσε τμήμα της δράσης στις ταινίες Μερικοί το προτιμούν καυτό του Μπίλι Γουάιλντερ (1959) και Σημαδεμένος (1932) και το κύριο θέμα της ταινίας του Ρότζερ Κόρμαν Νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου (1967).

Η «Σφαγή της Εορτής του Αγίου Βαλεντίνου» ενέπνευσε επίσης μουσικούς, όπως ο τραβαδούρος Τζέιμς Τέιλορ (Valentine’s Day) και ο ράπερ 50 Cent (The Massacre, άλμπουμ του 2005).


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

“Μια Εποχή στην Κόλαση“, Αρθούρος Ρεμπώ

“Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, η ζωή μου ήταν ένα γλεντοκόπι όπου ανοίγαν όλες οι καρδιές και τα κρασιά κυλούσαν.

Ένα βράδυ πήρα την Ομορφιά στα γόνατά μου. Και τη βρήκα πικρή. Και τη βλαστήμησα.

Οπλίστηκα εναντίον της δικαιοσύνης.

Το έβαλα στα πόδια. Μάγισσες, μιζέρια, μίσος σε σας εμπιστεύτηκα τον θησαυρό μου!

Έπνιξα μες στην καρδιά μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα. Και σάλταρα σαν το αγρίμι στη χαρά για να τη στραγγαλίσω.”

Ο Ρεμπώ εγκατέλειψε την ποίηση στα είκοσί του χρόνια, όμως κατάφερε να αφήσει πίσω του το “Μια εποχή στην κόλαση” (“Une saison en enfer”), μια κορυφαία ποιητική συλλογή, απ’ αυτές που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη μοντέρνα ποίηση.

Πρόκειται για ένα αναμφίβολα διαχρονικό έργο που δεν εντάσσεται σε συμβατικά “καλούπια”: Είναι ποίηση και ταυτόχρονα φιλοσοφικό δοκίμιο, εξομολόγηση, θεατρικός μονόλογος και αυτοβιογραφία του ίδιου. Περιγράφει προφητικά την εποχή του, την υποκρισία του καθολικισμού και, απ’ την άλλη, τη γέννηση του ορθολογισμού και την “υστερία” της επιστήμης.

Εκείνος, σαν “πρωτόγονος μυστικός”, όπως λέει, μέσω μιας διαυγούς ποιητικής κραυγής για την κόλαση, το κακό και το βαθύ σκοτάδι του ήλιου, διαταράσσει την “κοινή ησυχία” των εφησυχασμένων της εποχής του, όσων κρύβονται πίσω από την τακτοποιημένη ζωή τους. Ο Ρεμπώ, ένα από τα πιο ευαίσθητα νεανικά πνεύματα που έχουν υπάρξει, χλευάζει, σαρκάζεται και αυτοτιμωρείται, συνθέτοντας μια ποίηση “φυγής”, που του προσφέρει διέξοδο από την απόλυτη αίσθηση της πραγματικότητας.

Πηγή: Κοραλία Ξεπαπαδέα/ neolaia.gr

«Το Θαλάσσωμα»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Το Θαλάσσωμα»

Καθώς ενέσκηψεν η καταιγίς το απομεσήμερον, και όλοι τ᾿ ουρανού οι καταρράκται επί δύο ώρας αδιάκοπα, μετά βρόντου και ιαχής και με βολίδας αστραπών, έλουον την πόλιν, όλα τα νερά της Πλάκας, και μέρος από την οδόν Κηφισιάς και υπό το Κολωνάκι, ενωθέντα εις βαθύν και παφλάζοντα χείμαρρον μετά φοβερού πατάγου κατήρχοντο κάτω της Μητροπόλεως, διά του κατηφορικού δρομίσκου, καταπλημμυρούντα εδώ κ᾿ εκεί πολλά μαγαζιά, και όλα σχεδόν τα υπόγεια. Εις το ευρύχωρον καφενείον κάτω, ικανοί πελάται απεκλείσθησαν μέσα από την αέναον βροχήν.
Όλοι οι δρομίσκοι γύρω στο παλαιόν τζαμί είχον γίνει ποτάμια. Ο σταθμός του σιδηροδρόμου έγινε λίμνη. Εις το καφενείον πέντε ή εξ ζεύγη εις διάφορα τραπέζια, ετάβλιζαν, τρεις μόνον έπαιζαν πρέφα, και δύο γέροντες, ο καπετάν Γάγαρης, απόστρατος ταγματάρχης, κι ο μάστρο-Γιάννης ο Γιαπιτζής, έπαιζαν το μεγάλο μπεζίκι.
Το πάτωμα του καφενείου υπερείχε δύο ή τρεις σπιθαμαίς από το βάθος του δρόμου, όστις απετέλει τώρα την κοίτην του ορμητικού χειμάρρου. Ολίγοι τινές, ανήσυχοι και περίεργοι ενταυτώ, είχον σηκωθή και συνηθροίσθησαν περί τας τρεις θύρας, απολαύοντες το θέαμα του καταρράκτου. Έξω ηκούοντο φωνές και γέλια. Ο ποταμός είχεν αναρπάσει τα εμπορεύματα από την μπάγκαν ενός μανάβη· παρέκει είχε παρασύρει εν ονάριον, φορτωμένον σταφύλια, το οποίον ο κύριός του επροσπάθει να γλυτώσει τραβών από την ουράν.
Μέσα εις το καφενείον, ολίγοι τινές έκαμνον τον σταυρόν των, όταν ήκουον τας τρομακτικάς βροντάς. Οι ταβλισταί δεν εκινήθησαν. Το τρικ-τρακ ηκούετο διαρκώς. Ο καπετάν Γάγαρης κι ο μαστρο-Γιάννης, έχων και τον ναργιλέν του ακοίμητον, εξηκολούθουν απτόητοι το μπεζίκι τους με τα 256 φύλλα. Το γερόντιον εις το πλάγι τους, εξηκολούθει κατά το φαινόμενον να διαβάζη την εφημερίδα, και είχε πάρει ήδη δύο-τρεις βραχείς ύπνους.
Το νερόν ήρχισε να εισέρχεται εις το καφενείον και από τας τρεις θύρας. Προχείρως αι θύραι εφράχθησαν, πλην εις μάτην. Το υγρόν στοιχείον εισέρρεεν ακράτητον, ακόμη και διά του χάσματος του καπνοπωλείου, του προσηρτημένου εις την γωνίαν του καφενείου. Εντός ολίγων δευτερολέπτων κατεπλημμύρησε το πάτωμα. Όλαι αι καρέκλαι απετέθησαν επάνω στα τραπέζια και στο μπιλιάρδο. Οι πελάται, όσοι ήθελαν να κάθωνται, εκάθηντο σταυροπόδι επί των καναπέδων. Όλοι οι ταβλισταί κ᾿ οι πρεφαδόροι, άφησαν το παιγνίδι κ᾿ εσηκώθησαν ορθοί. Ο καπετάν Γάγαρης κι ο μαστρο-Γιάννης δεν άφησαν το μπεζίκι. Το γερόντιον εξηκολούθει την εφημερίδα του.
Δύο γκαρσόνια, ο νταμπής, ο παρανταμπής, ο διευθυντής του καφενείου και δύο λούστροι, προσκολλημένοι εις την υπηρεσίαν του καφενείου, ωπλίσθησαν με σκούπες, άλλας με μακρά κοντάρια, και άλλας όχι, και κατέβαλλον συντόνους προσπαθείας να σπρώξουν προς τα έξω το νερόν. Μερικοί πελάται συνηθροίζοντο περί τας θύρας κ᾿ εγίνοντο εμποδών εις το έργον. Άλλοι έκαμναν κουμάντο, καθώς συνηθίζουν οι Νεοέλληνες.
― Κατά δω, κατά δω!
―Απὸ κείνη την πόρτα!
―Έτσι δεν κάνετε τίποτα!
―Όλοι μαζί! Όλοι μαζί!
Άλλοι συνήπτον διαλόγους, κ᾿ εσχολίαζον:
―Από που μπήκε το νερό;
―Απ’ την επάνω πόρτα.
―Απ’ την κάτω πόρτα.
―Απ’ την μεσανή!
―Απ’ το καπνοπωλείο μπήκε, απ᾿ το καπνοπωλείο.
Μόνον μία καρέκλα κατείχετο ακόμη, εκτός των καναπέδων, επί των οποίων ώκλαζον ανασηκώνοντες τους πόδας των οι πελάται. Ήτο εκείνη εφ᾿ ης εκάθητο ο μάστρο-Γιάννης, εξακολουθών ατάραχος το μπεζίκι του μετά του αποστράτου ταγματάρχου.
Τέλος ο κυρ Νικολάκης, ο καφετζής, όταν επλησίασε προς τα εκεί με την σκούπαν του:
― Μα σήκω επί τέλους, μαστρο-Γιάννη! Δε βλέπεις; Εδώ πνιγήκαμε!
― Μα δε θέλει ο καπετάνιος ν’ αφήσουμε το μπεζίκι.
― Καθίστε επί τέλους κ’ οι δυό στον καναπέ.
Τέλος η βροχή ήρχισε μετά ώραν να κοπάζη, και το νερόν ωλιγόστευσε. Το δάπεδον του καφενείου, αφού μετά πολλούς κόπους κατωρθώθη να σπρώξουν τα νερά προς τα έξω, από λίμνη οπού ήτο έγινε τέλμα. Το υπηρετικόν προσωπικόν ήρχισε να ρίπτη τώρα άφθονα πριονίδια εις το έδαφος κάτω.
Οι δύο μπεζικισταί εκάθισαν εις το πλάγι ο εις του άλλου, χωρίς να κοιτάζουν πουθενά, μήτε να λέγουν τίποτε. Ο ναργιλές του μαστρο-Γιάννη προ πολλού ήτο σβεστός, επειδή κανείς δεν ευκαιρούσε να του φέρη φωτιά. Αλλ’ ο άνθρωπος εξηκολούθει να έχι την πίπαν του μαρκουτσιού εις το στόμα.
Τελευταίος όλων εσηκώθη ο μικρός γέρων, ο διπλανός τους. Άφησε την εφημερίδα του, ύψωσε το όμμα, κ’ ηρώτησε:
― Μα πότε μπήκε το νερό μέσα;

[πηγή: Αλ. Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τ.4, Δόμος, Αθήνα 2005, σ. 135-137]

info

Ιστορία: Χιόνια στην Αθήνα

Με αφορμή της χιονοπτώσεις που θα προκαλέσει η κακοκαιρία «Μήδεια» τις επόμενες ημέρες σε μεγάλο τμήμα της χώρας μας, πιθανώς και στην πρωτεύουσα, το ΕΑΑ-meteo παρουσίασε έναν πίνακα με τα δέκα σημαντικότερα επεισόδια χιονόπτωσης στην Αθήνα και τις απόλυτες ελάχιστες θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, κατά τα τελευταία 110 χρόνια (όπως μετρήθηκαν από το μετεωρολογικό σταθμό του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στο Θησείο).

Το σημαντικότερο επεισόδιο χιονόπτωσης σημειώθηκε το Φεβρουάριο του 1911, όταν είχαν πέσει έως ενάμισι μέτρο χιόνι, ενώ η πλειοψηφία των σημαντικότερων επεισοδίων χιονόπτωσης σημειώθηκαν το μήνα Φεβρουάριο. Το πιο πρόσφατο επεισόδιο σημαντικής χιονόπτωσης στην Αθήνα ήταν στις 17-18 Φεβρουαρίου 2008, όταν είχαν πέσει 20 εκατοστά χιονιού.

Η χαμηλότερη θερμοκρασία που καταγράφηκε στο Θησείο, ήταν οι μείον 5,7 βαθμοί στις 14-15 Φεβρουαρίου 1934, ενώ και στο χιονιά του Φεβρουαρίου του 2008 το θερμόμετρο είχε πέσει στους μείον 5 βαθμούς. Οι μεγαλύτερης διάρκειας χιονοπτώσεις καταγράφηκαν το Φεβρουάριο 1934, Ιανουάριο 1964 και Ιανουάριο 2002 (από 48 ώρες και στις τρεις περιπτώσεις).
Πηγή: iefimerida.gr

Μόνο όταν κανείς έχει πονέσει πολύ, μπορεί να νοιώσει τι δώρο μέγιστο είναι το να μην πονάς. Όταν σου λείψει κάτι, αισθάνεσαι τότε την αξία του. Όταν έχεις λίγα, ευχαριστείς που δεν έχεις πιο λίγα. Στην επάρκεια λησμονείς την ολιγάρκεια. Αποκτάς αυτάρκεια…… Ζω τα ξημερώματα, το ηλιοβασίλεμα, το μεσημέρι και τα μεσάνυκτα διαφορετικά …

Μοναχού Μωυσέως του αγιορείτη.

Ή πρέπει να σιωπήσεις, ή να πεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή.