Γνώση + Εγώ = Έπαρση ή
Γνώση – Εγώ = Σοφία

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Γνώση + Εγώ = Έπαρση ή
Γνώση – Εγώ = Σοφία

Συγχαρητήρια στο φιλόξενο χωριό μας, το μαγευτικό Στεφάνη Δήμου Τανάγρας που φρόντισε και περιποιήθηκε όλους αυτούς που σέρνουν αυτό το άρμα για τον μεγάλο προορισμό την Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ελευσίνας. Γιατί τα εύσημα δεν ανήκουν μόνο στην Ελευσίνα αλλά σε όλους αυτούς που στήριξαν με τον τρόπο τους αυτή την πολιτιστική κίνηση που ξεκίνησε πριν από μήνες από το Βέλγιο.
Ελένη Σαμπάνη
Πρέπει να παρευρεθεί κάποιος σε κηδεία Αεροπόρου από την μεριά των συναδέλφων, για να βιώσει την ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει αυτή την μικρή Ομάδα ανθρώπων.
Το «club» παραείναι μικρό, δυσπρόσιτο και δυσνόητο. Οι «απ´έξω» θα δυσκολευτούν να κατανοήσουν το πως μπορούν να συνυπάρξουν αστεία (ηλίθια ή πετυχημένα) μαζί με πόνο, στεναχώρια και βουβό κλάμα.
Το συνάφι αυτό είναι μια πολύ κλειστή αδελφότητα, που οι δεσμοί της ξεπερνούν κατά πολύ το συγκεκριμένο επάγγελμα (ή λειτούργημα αν θέλετε).
Ανεβαίνοντας τα σκαλιά της Σχολής μα το κυριότερο κατεβαίνοντάς τα 4 χρόνια μετά, έχεις πλέον γαλουχηθεί απόλυτα με τα ζόρια και τα ρίσκα του Χώρου.
Και τα αποδέχεσαι.
Πλήρως.
Αποδέχεσαι την πιθανότητα να μην γυρίσεις μια μέρα.
Αποδέχεσαι την άδεια καρέκλα στο briefing.
Aποδέχεσαι το άδειο φέρετρο με τη μισή αρβύλα και μερικά κομμάτια φόρμας.
Σφίγγεις τα δόντια και αποδέχεσαι το καθήκον να πας στη γυναίκα του κολλητού σου να της ανακοινώσεις την Απώλεια.
Μα το σημαντικότερο, αποδέχεσαι ότι απλά αυτό είναι το Κόστος. Το τίμημα ενός τόσο υψηλού Λειτουργήματος είναι ενίοτε η ίδια σου η ζωή. Σήμερα ο συνάδελφος, αύριο ίσως εσύ.
Αλλά οι αποφάσεις έχουν ληφθεί, οι κίνδυνοι έχουν κατανοηθεί και βαθειά μέσα σου είσαι ήρεμος.
Το καλύτερο μνημόσυνο για όσους φεύγουν, είναι ο προγραμματισμός όλης της Μοίρας για πτήσεις την επαύριο της κηδείας.
Επειδή το «show» will and must go on.
Αίεν Υψικρατείν
Βασίλης Βασιλείου
Το Χόλιγουντ θα ήταν ένα άσημο προάστιο του Λος Άντζελες, αν δεν γινόταν η πρωτεύουσα της πανίσχυρης αμερικανικής βιομηχανίας του κινηματογράφου.

Το Χόλιγουντ (Hollywood) θα ήταν ένα άσημο προάστιο του Λος Άντζελες, αν δεν γινόταν στο διάβα του χρόνου η πρωτεύουσα της πανίσχυρης αμερικανικής βιομηχανίας της κινούμενης εικόνας, πρώτα του κινηματογράφου και κατόπιν της τηλεόρασης.
Η ιστορία του ξεκινά μόλις το 1886, όταν στην περιοχή καταφθάνει ένας κτηματομεσίτης από το Κάνσας, ο 54χρονος Χάρβεϊ Χέντερσον Γουίλσον. Αγόρασε μία έκταση εξακοσίων στρεμμάτων και πολύ σύντομα άρχισε να ξεδιπλώνει το όραμά του. Θα δημιουργούσε μια κοινότητα για αφοσιωμένους χριστιανούς, που θα ζούσαν μια ηθική ζωή, απαλλαγμένη από τις αμαρτίες και το αλκοόλ. Το όνομα «Χόλιγουντ» ήταν έμπνευση της συζύγου του Νταΐντα. Είχε σχέση με τα πιστεύω τους και το εμπνεύστηκε από το όνομα της θερινής κατοικίας ενός οικογενειακού τους φίλου στο Σικάγο.
Τα επόμενα χρόνια, το Χόλιγουντ άρχισε ν’ αλλάζει όψη, όχι προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε ο Γουίλκοξ, καθώς το όραμά του αποδείχτηκε μια ακόμη ουτοπία. Η περιοχή άρχισε να οικοδομείται με ταχείς ρυθμούς, εξαιτίας του καλού της κλίματος, αλλά και της ανάπτυξης και επέκτασης του σιδηροδρόμου. Η κεντρική λεωφόρος Πρόσπεκτ -η σημερινή Χόλιγουντ Άβενιου- μετατράπηκε σ’ έναν δρόμο με κύρος, όπου κάθε πλούσιος από τη Δύση επιθυμούσε μία κατοικία. Το 1903 η κοινότητα απέκτησε νομική οντότητα, αλλά λόγω της έλλειψης πόσιμου νερού αναγκάστηκε να υπαχθεί το 1910 στην πόλη του Λος Άντζελες.
Το ίδιο διάστημα η πόλη υπέστη μια ακόμη μετάλλαξη, όταν μια μικρή ομάδα Εβραίων εμπόρων της Ανατολικής Ακτής, που πίστευαν πολύ στο μέλλον του κινηματογράφου, βρήκαν στην νότια Καλιφόρνια τις ιδανικές συνθήκες για τα γυρίσματα των ταινιών του. Συνδύαζε ήπιο κλίμα, παρατεταμένη ηλιοφάνεια και πολυμορφία χώρων, Το ήσυχο προάστιο του Λος Άντζελες με τις πορτοκαλιές, γέμισε σύντομα από πρόχειρα υπαίθρια πλατό, καθώς οι ταινίες τότε γυρίζονταν μόνο στο φως του ήλιου. Μέσα σε λίγα χρόνια, οι πρώην παλιατζήδες και πωλητές γαντιών κατάφεραν να μετατρέψουν αυτό το ριψοκίνδυνο πείραμα σε κερδοφόρα επιχείρηση και να καταστήσουν το Χόλιγουντ την πρωτεύουσα της βιομηχανίας των ονείρων με παγκόσμια απήχηση.
Οι ανάγκες αυτής της νέας βιομηχανίας έφεραν ραγδαίες αλλαγές στην κοινότητα, προκαλώντας συγκρούσεις ανάμεσα στους παλιούς και τους νέους κατοίκους. Οι αγροτικές εκτάσεις στα βόρεια της κεντρικής λεωφόρου κόπηκαν σε οικόπεδα, όπου χτίστηκαν σπίτια για τη φιλοξενία των εργαζομένων. Εμπορικά κέντρα, εστιατόρια, κινηματογράφοι, κλαμπ και τράπεζες άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού, κατά τις δεκαετίες του’ 20 και του ’30.
Επί τρεις περίπου δεκαετίες, από τον βωβό κινηματογράφο ώς τις ομιλούσες ταινίες, προσωπικότητες όπως οι Ντέιβιντ Γκρίφιθ, Σάμιουελ Γκόλντουιν, Άντολφ Ζούκορ, Γουίλιαμ Φοξ, Λούις Μάγερ, Τζέσι Λάσκι, Ντάριλ Ζάνουκ και Χάρι Κον διετέλεσαν επικεφαλής τών μεγάλων κινηματογραφικών εταιρειών (20th Century Fox, Metro-Goldwyn-Mayer, Paramount Pictures, Columbia, Warner Brothers κ.ά.), παίζοντας καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του κινηματογράφου.
Οι πρωταγωνιστές των ταινιών, μυθικά ονόματα πλέον σε όλο τον κόσμο, ζούσαν και εργάζονταν μέσα σε ένα περιβάλλον πλούτου και λάμψης, ενώ η συμπεριφορά τους συχνά σκανδάλιζε την κοινή γνώμη. Η συντηρητική Αμερική θεωρούσε το Χόλιγουντ συνώνυμο της αμαρτίας και «Νέα Βαβυλώνα».
Το Χόλιγουντ ήταν πλέον μια αντιφατική πόλη, «…ελαφρόμυαλη και σοβαρή, τολμηρή και φιλόδοξη, ανήθικη και φανταχτερή, πρόστυχη και φτηνή και απίθανα μεγαλοπρεπής, σκουπίδια και μεγαλοφυία σε μια απίστευτη ένωση», όπως συμπέρανε μια ατάκα από ένα μιούζικαλ του 1935. Ποιος να φανταζόταν την εξέλιξη αυτή, με δεδομένο το αρχικό όραμα του ιδρυτή της.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισε σταδιακά να χάνει την λάμψη του. Με τήν διάδοση της τηλεόρασης την δεκαετία του ’60, τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο εγκατέλειψαν την περιοχή και το Χόλιγουντ έγινε ή έδρα της τηλεοπτικής βιομηχανίας των ΗΠΑ. Οι περισσότεροι αστέρες της μεγάλης οθόνης μετακόμισαν στο κοντινό Μπέβερλι Χιλς και τα κομψά εστιατόρια και μαγαζιά τους ακολούθησαν.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Η Μουσική δημιουργήθηκε την ίδια στιγμή που ο Δημιουργός δημιούργησε τον Κόσμο και το Σύμπαν. Όχι δεν είναι η μουσική κάποια επινόηση του νοήμονα ανθρώπου.
Προϋπήρξε του ανθρώπου, αφού γνωρίζουμε από την εποχή του Πυθαγόρα, ότι όλες οι αναλογίες που υπάρχουν στις νότες σε σχέση με τις χορδές, τον αέρα των πνευστών και τις επιφάνειες των κρουστών ενυπάρχουν στους πλανήτες και τις τροχιές τους μέσα από τους αριθμούς και τους λόγους τους. Το ότι είναι για παράδειγμα το Φεγγάρι βρίσκεται σε αυτή την απόσταση από τη Γη και εκτελεί τη συγκεκριμένη τροχιά με συγκεκριμένη συχνότητα είναι απευθείας ανάλογο με το ότι χορδή συγκεκριμένου μήκους παράγει συγκεκριμένη νότα.
Ο κάθε άνθρωπος που έρχεται στη ζωή φέρει στο σώμα του εκ γενετής, εκτός από τα ζωτικά του όργανα και δύο μουσικά όργανα. Το πρώτο είναι η καρδιά. Είναι το κατεξοχήν ζωτικό όργανο αλλά και ένα έξοχο μουσικό όργανο. Γιατί η καρδιά είναι ο μετρονόμος, είναι εκείνη που με το χτύπο της δίνει την εσωτερική αίσθηση του χρόνου και του ρυθμού. Και μουσική είναι πρώτα-πρώτα ρυθμός.
Ο πρώτος άνθρωπος άρχισε να χτυπά ασυναίσθητα αντικείμενα για να παράξει ρυθμό. Και όταν ήθελε να είναι ήρεμος ο ρυθμός για να νανουρίσει τα μωρά τα χτυπούσε αργά, όταν ήθελε ένταση το έκανε γρήγορα. Και έπεφτε και κοιμόταν το μωρό καθώς συντονιζόταν η καρδιά του σε χαμηλούς σφυγμούς. Και πεταγόταν και χόρευε εκστασιασμένος με εκείνους τους έντονους ρυθμούς που συντονίζονταν με την καρδιά του, μη ξέροντας και μη καταλαβαίνοντας ότι οφείλεται στον εσωτερικό ρυθμό που του έδινε το πρώτο του αυτό μουσικό όργανο.
Το άλλο μουσικό όργανο είναι η φωνή. Άκουσε ο πρώτος άνθρωπος το κελάηδισμα των πουλιών και το μιμήθηκε με τη φωνή του. Γιατί τα πουλιά κελαηδούσαν πάντοτε αυθόρμητα αφού η μουσική προϋπάρχει της ζωής. Το μιμήθηκε και με το σφύριγμά του. Διαπίστωσε πώς όταν εκπνέει τον αέρα από μέσα του δημιουργεί μελωδίες. Με την εξέλιξη της γλώσσας τραγούδησε τα έπη του Ομήρου και τη λυρική ποίηση της Σαπφούς.
Έπειτα άκουσε τον αέρα να σφυρίζει καθώς περνούσε μέσα από τις καλαμιές. Πήρε το καλάμι, που είναι κούφιο από τη φύση του, και το φύσηξε και έβγαλε ήχο. Διαπίστωσε ότι αλλάζοντας μέγεθος στο καλάμι άλλαζε και το τονικό ύψος του ήχου. Έτσι κατασκεύασε τον αυλό του Πάνα, δένοντας μια σειρά καλάμια με διαφορετικά μήκη, το ένα πλάι στο άλλο.
Πηγή: Αντικλείδι

•Ουδεμία σημασία έχει ο λόγος που έπεσε το αεροσκάφος. Δυο παλληκάρια έχασαν τη ζωή τους αμυνόμενα των πατρίων εν ειρήνη. Η Ελλάδα οφείλει να τους ευγνωμονεί και να τους τιμά.Άκουσα χτες και δεν το ήξερα ότι από το 1951 μέχρι σήμερα έχουν πέσει εν ειρήνη 161 αεροπόροι.
Κατά τη γνώμη μου τη ταπεινή σε κεντρικό σημείο της Αθηνάς πρέπει να υπάρχει ένα μνημείο μνήμης και τιμής για τους πεσόντες εν ειρήνη.
Γιατί η ειρήνη την οποία απολαμβάνει και ελπίζω και στο μέλλον να απολαμβάνει η χώρα είναι αποτέλεσμα και της ετοιμότητας θυσίας των ένοπλων παιδιών μας ιδίως των αεροπόρων μας.Σε αυτό το μνημείο να πηγαίνουν τα σχολεία και να μαθαίνουν τη σημασία αυτής της θυσίας.
•Αιώνια η μνήμη και να είναι υπερήφανοι οι γονείς μέσα στην απέραντη θλίψη τους
Πάνος Μπιτσαξής




Να διευρύνεις πολυεπίπεδα τις γνώσεις και τις δεξιότητές σου και να βελτιώνεσαι αδιάκοπα σαν άνθρωπος και σαν επαγγελματίας. «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων, μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν» (= Πάντα να αριστεύεις και να ξεπερνάς τους άλλους, χωρίς να ντροπιάζεις τη γενιά των προγόνων σου), μας προτρέπει από παλιά Όμηρος (Ιλιάδα Ζ 208 και Ιλιάδα Λ 784).
Γιώργος Λογοθέτης
Υπάρχει το «ότι», και υπάρχει και το «ό,τι». «Ο Γιάννης είπε ότι δεν τον αφορά το ζήτημα», «ό,τι κι αν μού πεις μού είναι αδιάφορο». Όπου μπορούμε να βάλουμε το «πως», μπαίνει «ότι», χωρίς κόμμα. Όπου μπορούμε να βάλουμε το «οτιδήποτε», μπαίνει «ό,τι» με κόμμα.
[Θα χωρούσε και η επισήμανση ότι το «οτιδήποτε» δεν θέλει κόμμα, όπως γράφεται κάποτε. Σημειώνω ακόμη ότι σε διάφορες εφαρμογές π.χ. στις κινητές συσκευές το «ό,τι» το κοκκινίζει ο κορέκτορας ή το διορθώνει (κακώς) αυτόματα.]

Ο Φώτης Καπετόπουλος έχασε την ευκαιρία να αποκτήσει το… ρομαντικό επίθετο που πάντα επιθυμούσε. Φώτο: Supplied
ΦΩΤΗΣ ΚΑΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΠΟΔΟΣΗ: ΜΑΡΙΑ Α. ΚΑΜΠΥΛΗ
31 January 2023
Ο καλός συνάδελφος, Φώτης Καπετόπουλος, δημοσίευσε πρόσφατα ένα πρωτότυπο άρθρο του στην εφημερίδα “The Age”, στο οποίο θίγει με έναν απολαυστικό τρόπο το πάντα επίκαιρο και επίπονο για τους Έλληνες μετανάστες κάθε γενιάς –από τη δεκαετία του ’50 έως και σήμερα– ζήτημα: τα μακροσκελή ή δυσπρόφερτα ελληνικά επίθετα.
Ενώ οι περισσότεροι, για να μην πούμε όλοι, οι Έλληνες αναγκάζονταν να «κόβουν» τα επώνυμά τους για να γίνουν πιο “εύπεπτα” στους Αυστραλούς, ο Φώτης, εξηγεί πώς ο ίδιος πηγαίνοντας κόντρα στη γενική τάση (κάτι που είναι στη φύση του, άλλωστε), το μεγάλωσε για λόγους… ευπρέπειας, αλλά κυρίως επειδή το απαίτησε ο γιος του, ο οποίος την εποχή της σοβαρής αυτής διακύβευσης ήταν μόλις 8 χρόνων πιτσιρικάς.
Η ιστορία αυτή βρήκε φοβερή ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας και το άρθρο παρέμεινε στη θέση του πιο δημοφιλούς επί δύο ολόκληρες εβδομάδες.
Διαβάστε στη συνέχεια ολόκληρο το άρθρο:
«Κοκκινάκης, Κύργιος, Τσιτσιπάς. Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που τα ελληνικά ονόματα έχουν την τιμητική τους στην Αυστραλία. Το δικό μου επίθετο είναι Καπετόπουλος. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι.
Μπορεί να είμαι ο μόνος Έλληνας στον κόσμο που επιμήκυνε το επώνυμό του με κάθε επισημότητα, το 2010, διπλασιάζοντας σχεδόν τον αριθμό των γραμμάτων του.
Ο Δρ Φιλ Καυκαλούδης, σε άρθρο του στον “Νέο Κόσμο”, όπου εργάζομαι, σχετικά με το νέο του βιβλίο έγραψε για το πώς πολλοί Έλληνες μετανάστες αγγλοποίησαν τα ονόματά τους στο παρελθόν, λόγω ρατσισμού, αναζήτησης ευκαιριών εργασίας που δεν ήταν διαθέσιμες για κάποιον με ελληνικό όνομα και της ανάγκης για αποδοχή.
«Για πολλούς, η ταυτότητα είναι συνδεδεμένη με το όνομά τους. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή έτσι μας αποκαλούν, αλλά επειδή δηλώνει την κληρονομιά μας. Ο νονός μου, Νικ Μανιαρίζης, έγινε Νικ Μάνινγκ κατά την άφιξή του στην Αυστραλία, όταν η σύζυγος του Έλληνα προξένου της Νέας Νότιας Ουαλίας του είπε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο να χρησιμοποιήσει το ελληνικό του όνομα στην Αυστραλία του 1950», γράφει ο Δρ Καυκαλούδης.
Αρχικά, το επώνυμό μου ήταν Καπότας – είμαι σίγουρος ότι οι Έλληνες που διαβάζουν τώρα έχουν σκάσει στα γέλια. Η μετατροπή του στο κοινώς γνωστό επώνυμό μας, Καπετόπουλος, είναι προϊόν εξαναγκασμού από τον 8χρονο τότε γιο μου.
Το αρχικό Καπότας, έχει ποικίλες καταβολές, αλλά σημαίνει παλτό ή κάλυμμα. Στα ιταλικά, είναι Capote – το Κ εξέπεσε μετά τη βυζαντινή περίοδο, όταν τα ελληνικά συγχωνεύτηκαν με τα λατινικά. Καπότα είναι το όνομα του μακριού μαύρου παλτού που φοριέται σε ορισμένες περιστάσεις από μέλη του εβραϊκού κινήματος Chabad.
Σύμφωνα με το Google η λέξη έχει σανσκριτικές ρίζες – το μεταξωτό Kapote, που ήταν πολύ δημοφιλές μεταξύ των Ινδών εμπόρων μεταξιού.
Καπότας ήταν το όνομα του παππού μου Φώτη, αλλά το άλλαξε σε Καπετόπουλος. Γιατί; Γιατί από τις αρχές περίπου του 20ού αιώνα, στην ελληνική αργκό, η λέξη «καπότα» άρχισε να σημαίνει προφυλακτικό, όρος που πλέον χρησιμοποιείται ευρέως μεταξύ των Ελλήνων.
Ο παππούς μου, που ήταν πωλητής ρούχων, το άλλαξε σε Καπετόπουλος. Στα ελληνικά το «όπουλος» είναι κάτι σαν το «Μακ» και σημαίνει «ο γιος του…». Ως εκ τούτου, ήμουν ο γιος του… προφυλακτικού.
Όταν ο μπαμπάς μου έφθασε στην Αυστραλία το 1956, δηλώθηκε ως Καπότας, γιατί ήταν πιο εύκολο να το πεις.
Το 1986, στο πρώτο μου ταξίδι στην Αθήνα ως ενήλικος πλέον φοιτητής του Πανεπιστημίου, όταν έφτασα στο Ελληνικό, ο ελεγκτής κοίταξε το διαβατήριό μου και με ρώτησε στα αγγλικά: «Μιλάτε ελληνικά;».
«Όχι», απάντησα ψέματα εγώ. Τότε άρχισε να γελάει και μετά φώναξε στα ελληνικά σε έναν συνάδελφό του: «Έλα να δεις το επώνυμο αυτού του τύπου».
Ο συνάδελφός του πλησίασε, κοίταξε το διαβατήριό μου και οι δυο μαζί έσκασαν στα γέλια. Κι εγώ να χαμογελάω σαν «μαλάκας», προσποιούμενος ότι δεν είχα ιδέα τι συνέβαινε.
«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, κύριε ελεγκτή;» ρώτησα ευγενικά. Φυσικά και πρέπει να είσαι ευγενικός μπροστά σε νεαρούς, ένστολους φρουρούς με πολυβόλα ζωσμένα στη μέση τους.
«Ξέρετε τι σημαίνει το επώνυμό σας;» με ρώτησε.
«Παλτό, νομίζω», απάντησα.
«Ναι, ναι, παλτό», είπε δίνοντάς μου το διαβατήριό μου και με χαιρέτησε. Γύρισα να φύγω και καθώς απομακρυνόμουν μπορούσα ακόμα να τους ακούω να γελάνε.
Το όνομα της συντρόφου μου είναι Σαλντάνια. Είναι ισπανικής καταγωγής, και οι Ισπανίδες δεν παίρνουν τα επώνυμα των συζύγων τους και ούτε θα έπρεπε, άλλωστε. Επίσης, ως χορεύτρια φλαμένκο, η αλλαγή από Σαλντάνια σε Καπετόπουλος θα ισοδυναμούσε με επαγγελματική αυτοκτονία.
Πίσω στο 2010. Ήμαστε έτοιμοι να ταξιδέψουμε για πρώτη φορά μαζί με το γιο μας στο εξωτερικό και να επισκεφθούμε την Ισπανία και την Ελλάδα, όταν η γυναίκα μου επεσήμανε: «Εσύ είσαι Καπότας στο διαβατήριό σου, εγώ είμαι Σαλντάνια και ο γιος μας Καπετόπουλος… Θα νομίζουν ότι απαγάγαμε το παιδί. Κάποιος πρέπει να αλλάξει όνομα, λοιπόν, και δεν θα είμαι εγώ αυτή».
Έτσι παρουσιάστηκε μια ευκαιρία να γίνω ο Καπότας. Μια στροφή προς τη γενέτειρα του πατέρα μου, την Πάτρα, στα δυτικά παράλια της Πελοποννήσου, μια πάλαι ποτέ βενετοκρατούμενη πόλη.
Θα μπορούσα να γίνω ακόμα και ο Καπότας με C: Φώτης Cαπότας (με έμφαση στο C), μια νύξη στην αυθεντική μου εθνικότητα. Και ένας πολύ καλός τρόπος για να «περάσω» επιτέλους στην Αγγλοσφαίρα χωρίς να απαρνηθώ την εθνικότητά μου ή τις πολιτισμικές μου ρίζες. Μια ευκαιρία να επιστρέψω στο αρχικό οικογενειακό μας όνομα. Η τέλεια πινελιά ρομαντισμού στον καμβά της πολυπολιτισμικότητας. Ένας Έλληνας με ιταλική φινέτσα. Νέες ευκαιρίες. Τέρμα πια τα «συγγνώμη τι;» ή «ω, δεν θα προσπαθήσω καν να το πω αυτό».
Ένα όνομα που μπορεί να προφερθεί. Και ποιος νοιάζεται για τους Έλληνες που κοροϊδεύουν τον Καπότα (με Κ ή με C) – αυτό είναι το πραγματικό μου όνομα. Σκέφτηκα όλα τα παραπάνω. Επιτέλους, αφέθηκα να κλειστώ στη χλιαρή αγκαλιά της προοδευτικής αγγλικής μεσαίας τάξης.
Όμως, λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο. Δεν είχα υπολογίσει την απροθυμία του οκτάχρονου γιου μου.
«Αποκλείεται!» ήταν η απάντησή του όταν του είπαμε ότι θα μπορούσε να γίνει Καπότας, ή ακόμα και Cαπότας. Μια εύκολη ανταλλαγή.
«ΟΧΙ!» και με την ικανοποίηση μιας γνήσιας Σπανιόλας χαραγμένη στο πρόσωπό της, η σύντροφός μου στράφηκε προς το μέρος μου και είπε γελώντας: «Τον άκουσες, Καπότα, πήγαινε…».
Και έτσι έγινα ίσως ο μοναδικός Έλληνας στην ιστορία που άλλαξε ποτέ το επώνυμό του από ένα αυθεντικό, σύντομο, εύκολο, διαπολιτισμικό, οικουμενικό, ρομαντικό Καπότας, στο δυσπρόφερτο (ακόμα και για τους Έλληνες), σύνθετο των λέξεων «προφυλακτικό» και «γιος του…» – Καπετόπουλος.
Ο γιος μου, που σήμερα είναι 20 ετών, θα συνειδητοποιήσει όταν πάει στην Ισπανία, ότι το επώνυμό του, σύμφωνα με τις παραδόσεις από τη μεριά της μαμάς του, είναι μια αλληλουχία από πατρικά, πατρικά, μητρικά, πατρικά, πατρικά, πατρικά, μητρικά επώνυμα. Ήτοι: Καπετόπουλος, Σαλντάνια, Πυρλής Τέλεζ – όχι παίζουμε, μικρέ!».
Πηγή: neoskosmos.com.au
