«Τα ανέκδοτα μας έσωσαν»: Το χιούμορ στην εποχή του Στάλιν

 

Αυτό που δεν καταλάβαινε το σταλινικό καθεστώς ήταν ότι τα αστεία εις βάρος του έδιναν στους πολίτες την απαραίτητη ανάσα για να κάνουν ακριβώς αυτό που ήθελε το καθεστώς από αυτούς: να παραμείνουν ήρεμοι και να συνεχίσουν.

 

Σταλινισμός. Η λέξη πυροδοτεί στο μυαλό δεκάδες συνδέσεις, και το «αστείο» δεν είναι συνήθως μία από αυτές. Η «λέξη από Σ» είναι πλέον συνώνυμη με τον βίαιο και παντοδύναμο κρατικό έλεγχο που δεν άφηνε χώρο για γέλιο ή οποιαδήποτε μορφή διαφωνίας. Κι όμως, τα αμέτρητα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και ακόμη και τα αρχεία του ίδιου του σοβιετικού κράτους αποκαλύπτουν ότι οι άνθρωποι συνέχιζαν να σπάνε πλάκα αστειευόμενοι με τις συχνά τρομερές ζωές που αναγκάζονταν να ζήσουν στη σκιά των γκουλάγκ.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, τα σοβιετικά πολιτικά αστεία ήταν τόσο δημοφιλή, που ακόμη και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν χαιρόταν να τα συλλέγει και να τα επαναλαμβάνει. Όμως, 50 χρόνια νωρίτερα, κάτω από την παρανοϊκή και βίαιη ηγεμονία του Στάλιν, γιατί να μοιραστούν οι συνηθισμένοι σοβιετικοί πολίτες αστεία που γελοιοποιούσαν τους ηγέτες τους και το σοβιετικό σύστημα, από τη στιγμή που διέτρεχαν τον κίνδυνο να σπάσει την πόρτα του διαμερίσματός τους το NKVD (η κρατική ασφάλεια) και να τους χωρίσει βίαια από τις οικογένειές τους, πιθανά για πάντα;Κι όμως, γελούσαν

Σήμερα γνωρίζουμε πως, όχι μόνο μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, αλλά και στο τραμ, περιτριγυρισμένοι από ξένους και, ίσως ακόμα πιο θαρραλέα, στο εργοστάσιο, όπου οι άνθρωποι αναγκάζονταν συνεχώς να δείξουν την απόλυτη αφοσίωσή τους στον σοβιετικό σκοπό, οι άνθρωποι έκαναν αστεία που κακολογούσαν το καθεστώς και ακόμα και τον ίδιο τον Στάλιν.

Ο Μπόρις Ορμάν, ο οποίος εργάστηκε σε αρτοποιείο, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στα μέσα του 1937, ακόμη και όταν ο ανεμοστρόβιλος των εκκαθαρίσεων του Στάλιν έπληττε τη χώρα, ο Ορμάν μοιράστηκε το ακόλουθο ανέκδοτο με έναν συνάδελφό του πίνοντας τσάι στην καφετέρια της αρτοποιίας:

O Στάλιν είναι για μπάνιο, όταν κάποια στιγμή αρχίζει να πνίγεται. Ένας περαστικός χωρικός πηδάει στη θάλασσα και τον βγάζει στην ακτή. Ο Στάλιν τον ρωτά τι θέλει για αντάλλαγμα που του έσωσε τη ζωή. Όταν ο χωρικός καταλαβαίνει ποιον έσωσε, φωνάζει «Τίποτα! Απλώς σε παρακαλώ μην πεις σε κανέναν ότι σε έσωσα εγώ!».

Ένα τέτοιο αστείο μπορούσε εύκολα να σε στείλει –και στην περίπτωση του Ορμάν τον έστειλε– για 10 χρόνια σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων, όπου συχνά οι κατάδικοι δούλευαν έως θανάτου. Παραδόξως, η ίδια η καταπίεση του καθεστώτος το μόνο που κατάφερνε ήταν να αυξάνει την επιθυμία των πολιτών να μοιραστούν τα αστεία, που βοηθούσαν στην ανακούφιση από την ένταση και στην αντιμετώπιση της σκληρής αλλά αμετάβλητης πραγματικότητας. Ακόμη και στις πιο απελπιστικές στιγμές, όπως αργότερα υπενθύμισε ο Σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ: «Τα ανέκδοτα πάντα μας έσωζαν».

Κι όμως, παρά τη δρακόντεια αντίδραση που επιφύλασσε το καθεστώς σε όσους έλεγαν τέτοια αστεία, η σχέση του με το χιούμορ ήταν πολύ πιο πολύπλοκη από ό,τι τείνουμε να υποθέτουμε από θρυλικές αφηγήσεις που έχουμε από καιρό εσωτερικεύσει, από το μυθιστόρημα Χίλια Εννιακόσια Ογδόντα Τέσσερα (1949) του Τζορτζ Όργουελ και τα απομνημονεύματα του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν στο Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ (1973).Χιούμορ και πολιτική: μια παλιά σχέση

Οι Μπολσεβίκοι ήταν σίγουρα καχύποπτοι με το πολιτικό χιούμορ, γιατί το είχαν οι ίδιοι χρησιμοποιήσει ως ένα αιχμηρό όπλο στην επαναστατική τους πάλη για να υπονομεύσουν το τσαρικό καθεστώς, πριν να καταλάβουν δραματικά την εξουσία το 1917. Αφού εδραίωσαν τη θέση τους, η σοβιετική ηγεσία αποφάσισε με επιφύλαξη ότι το χιούμορ έπρεπε τώρα να χρησιμοποιείται μόνο για να νομιμοποιήσει το νέο καθεστώς. Ως εκ τούτου, τα σατιρικά περιοδικά όπως το Krokodil παρείχαν δηκτικές σατιρικές επιθέσεις εναντίον των εχθρών του καθεστώτος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Μόνο αν εξυπηρετούσε τους στόχους της επανάστασης, το χιούμορ θεωρούνταν χρήσιμο και αποδεκτό: όπως συνόψισε ο εκπρόσωπος του καθεστώτος στο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων του 1934: «Η αποστολή της σοβιετικής κωμωδίας είναι να “σκοτώνει με γέλιο” τους εχθρούς και να “διορθώνει με το γέλιο” εκείνους που είναι πιστοί στο καθεστώς».

Παρόλα αυτά, ενώ πολλοί Σοβιετικοί αναμφισβήτητα έβρισκαν κάποια κωμική ανακούφιση σε αυτές τις εκδόσεις, που είχαν τη σφραγίδα του κράτους, το χιούμορ δεν μπορεί ποτέ να κατευθύνεται απόλυτα από ψηλά. Σε παρέα με φίλους, και ίσως ποτισμένος με λίγη βότκα, ήταν συχνά αδύνατο να αντισταθεί κανείς στο να πάει τα πράγματα μερικά βήματα πιο πέρα και να γελοιοποιήσει τους στρατοσφαιρικούς στόχους παραγωγής, την πανταχού παρούσα διαφθορά και τις τεράστιες αντιφάσεις μεταξύ των λαμπερών υποσχέσεων του καθεστώτος και της γκρίζας, συχνά απελπισμένης πραγματικότητας που οι συνηθισμένοι άνθρωποι συναντούσαν καθημερινά.

 

Πάρτε, για παράδειγμα, το χυδαίο χιούμορ του Μιχαήλ Φεντότοφ, ενός πράκτορα προμηθειών από την περιοχή Βορόνεζ, που μοιράστηκε ένα κοινό ανέκδοτο που διακωμωδούσε το πραγματικό κόστος της ασυμβίβαστης εκβιομηχάνισης του Στάλιν:

Ένας χωρικός επισκέπτεται στη Μόσχα τον Μπολσεβίκο ηγέτη Μιχαήλ Καλίνιν για να τον ρωτήσει γιατί ο ρυθμός του εκσυγχρονισμού είναι τόσο αμείλικτος. Ο Καλίνιν τον οδηγεί στο παράθυρο και του δείχνει ένα τραμ που περνά: «Βλέπεις, αν έχουμε δώδεκα τραμ αυτή την στιγμή, σε πέντε χρόνια θα έχουμε εκατοντάδες». Ο χωρικός επιστρέφει στη σοβχόζ του (κρατικό αγρόκτημα) και καθώς οι σύντροφοί του συγκεντρώνονται γύρω του ανυπομονώντας να ακούσουν τι έμαθε, εκείνος κοιτά γύρω για να εμπνευστεί και τότε δείχνει προς το κοιμητήριο λέγοντας: «Βλέπετε αυτούς τους δώδεκα τάφους; Σε πέντε χρόνια θα είναι χιλιάδες!».

Ένα τέτοιο αστείο μπορούσε να ανακουφίσει τους καταπιεστικούς φόβους, κάνοντάς τους (για λίγο) γελοίους, βοηθώντας τους ανθρώπους να μοιραστούν το τεράστιο βάρος μιας ζωής που ζούσαν –όπως έλεγε ένα άλλο ευφυολόγημα– «υπό τη χάρη του NKVD». Αλλά ακόμα και καθώς βοηθούσε τους ανθρώπους να προχωρήσουν και να αντέξουν, το να μοιράζεται κανείς ένα ανέκδοτο γινόταν όλο και πιο επικίνδυνο, καθώς το καθεστώς γινόταν όλο και πιο παρανοϊκό κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30. Με την απειλή του πολέμου να επικρέμαται πάνω από την Ευρώπη, οι φόβοι της συνωμοσίας και του βιομηχανικού σαμποτάζ χτύπησαν κόκκινο στην ΕΣΣΔ.

Ως αποτέλεσμα, οποιαδήποτε αστεία επέκριναν τη σοβιετική πολιτική τάξη γρήγορα έγιναν ισοδύναμα με προδοσία. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 και μετά, το καθεστώς κατέληξε να βλέπει το πολιτικό χιούμορ ως τοξικό ιό που είχε τη δυνατότητα να σκορπίσει δηλητήριο μέσα στις αρτηρίες της χώρας. Σύμφωνα με μια οδηγία που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1935, η αφήγηση πολιτικών αστείων θα έπρεπε πλέον να θεωρείται τόσο επικίνδυνη όσο η διαρροή κρατικών μυστικών – τόσο επικίνδυνη και μεταδοτική, στην πραγματικότητα, που ακόμη και τα δικαστικά έγγραφα απέφευγαν να αναφέρουν τα «καταδικασμένα» αστεία. Μόνο οι πιο πιστοί απαρατσίκ είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το περιεχόμενο αυτών των εγκλημάτων σκέψης και οι «γελωτοποιοί» μερικές φορές διώκονταν χωρίς τα λόγια τους να περιληφθούν ποτέ στο επίσημο αρχείο καταγραφής της δίκης.

Οι απλοί άνθρωποι είχαν ελάχιστες πιθανότητες να συμβαδίσουν με την παράνοια του καθεστώτος. Το 1932, όταν ήταν περισσότερο ανάρμοστο παρά επικίνδυνο, ένας εργαζόμενος στους σιδηροδρόμους, όπως ο Πάβελ Γκαντάλοφ, μπορούσε να πει ένα απλό αστείο ότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός είναι δύο μπιζέλια στον ίδιο λοβό, χωρίς να αντιμετωπίσει σοβαρές επιπτώσεις. Πέντε χρόνια αργότερα, το ίδιο αστείο ερμηνεύθηκε ως το ενδεικτικό σημάδι ενός κρυφού εχθρού. Καταδικάστηκε σε επτά χρόνια σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας.

Αυτό το στυλ αναδρομικής «δικαιοσύνης» είναι κάτι που μπορούμε να αναγνωρίσουμε κι εμείς σήμερα, όταν η ασυμβίβαστη επιθυμία να γίνει ο κόσμος ένα καλύτερο μέρος μπορεί να μετατρέψει ένα απερίσκεπτο tweet που έγινε πριν από 10 χρόνια σε μια επαγγελματική και κοινωνική θανατική ποινή. Αυτό μπορεί να απέχει παρασάγγας από τις φρίκες του γκουλάγκ, αλλά η βασική αρχή είναι ανατριχιαστικά παρόμοια.Η θεραπευτική λειτουργία του χιούμορ

Ωστόσο, όπως πολλοί από εμάς σήμερα, οι σοβιετικοί ηγέτες δεν είχαν καταλάβει τι είναι το χιούμορ και τι κάνει πραγματικά για τους ανθρώπους. Το να λέει κανείς ένα αστείο για κάτι, δεν είναι το ίδιο με το να το καταδικάζει ή να το επικυρώνει. Πιο συχνά, μπορεί απλά να βοηθήσει τους ανθρώπους να επισημάνουν και να αντιμετωπίσουν δύσκολες ή τρομακτικές καταστάσεις – επιτρέποντάς τους να μην αισθάνονται ηλίθιοι, αδύναμοι ή απομονωμένοι. Στην πραγματικότητα, κάτι που το σταλινικό καθεστώς δεν κατάφερε να εκτιμήσει ήταν ότι, επειδή τα αστεία μπορούσαν να δώσουν προσωρινή ανακούφιση από τις πιέσεις της καθημερινής ζωής, στην πραγματικότητα έδιναν συχνά τη δυνατότητα στους σοβιετικούς πολίτες να κάνουν ακριβώς αυτό που περίμενε το καθεστώς από αυτούς: να παραμείνουν ήρεμοι και να συνεχίσουν.

Όταν λέμε αστεία, συχνά αυτό που κάνουμε είναι απλά να τεστάρουμε απόψεις ή ιδέες για τις οποίες δεν είμαστε σίγουροι. Είναι παιχνιδιάρικα και διερευνητικά, ακόμη και όταν χορεύουν μαζί με –και μερικές φορές πάνω στη– γραμμή της επίσημης αποδοχής. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που συνελήφθησαν στη δεκαετία του 1930 επειδή έλεγαν ανέκδοτα φαίνεται πως ήταν ειλικρινά μπερδεμένοι με τον στιγματισμό τους ως εχθρών του κράτους λόγω των «εγκλημάτων» του χιούμορ. Σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι μοιράζονταν αστεία επικρίνοντας αγχωτικές και συχνά ακατανόητες καταστάσεις, μόνο και μόνο για να υπενθυμίσουν στους εαυτούς τους ότι μπορούσαν να δουν πέρα ​​από το πέπλο της προπαγάνδας και στις σκληρές πραγματικότητες πέραν αυτού. Σε έναν κόσμο πνιγηρής συμμόρφωσης και ατελείωτων ψεύτικων ειδήσεων, ακόμη και απλές σατιρικές σπόντες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως μια βαθιά προσωπική δήλωση ότι «αστειεύομαι, άρα υπάρχω».Η πίπα του Στάλιν και άλλα (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα 

 

Από τις εκδόσεις Κίχλη κυκλοφορεί μια ανθολογία του Γιώργου Τσακνιά με 160 αντιπροσωπευτικά (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που καλύπτουν την περίοδο από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια μέχρι την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Γελάμε στις πιο σκοτεινές στιγμές, όχι επειδή μπορεί να αλλάξει τις συνθήκες ζωής μας, αλλά επειδή μπορεί πάντα να αλλάξει το πώς αισθανόμαστε γι’ ‘αυτές. Τα ανέκδοτα δεν σημαίνουν ποτέ μόνο ένα πράγμα και η κρυμμένη ιστορία του πολιτικού χιούμορ υπό τον Στάλιν είναι πολύ πιο διαφοροποιημένη από μια απλή πάλη μεταξύ καταπίεσης και αντίστασης.

Ο Τζόναθαν Γουότερλοου είναι Βρετανός συγγραφέας και podcaster. Έχει συγγράψει το βιβλίο It’s Only a Joke, Comrade! Humour, Trust and Everyday Life under Stalin (2018) και έχει ιδρύσει το podcast Voices in the Dark.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2019 στο Aeon. Aναδημοσιεύεται στα πλαίσια του Creative Commons.

πηγή: insidestory

Έθνος έχουμε, χώρα έχουμε, κράτος δεν έχουμε και όπως φαίνεται ποτέ δεν θα αποκτήσουμε….

Ο αιπόλος της Πάρνηθας

Ενδιαφέρουσα συνέντευξη. Η γνώση απέναντι στις γνώμες των αδαών….

Ο βιολόγος-περιβαλλοντολόγος Μαρτίνο Γκαίτλιχ σε μια αποκλειστική συνέντευξη στηνATHENS VOICE για τους βολικούς μύθους σχετικά με τα πευκοδάση και τις φωτιές.


Στην Ελλάδα, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, η δασική βλάστηση έχει αυξηθεί, παρά τις πυρκαγιές. Υπήρξαν βεβαίως και τοπικές μειώσεις, με εντονότερη την αποδάσωση σε παράκτιες, τουριστικές και πεδινές περιοχές. Οι δασικές πυρκαγιές υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του ανθρώπου. Αλλά και στη σημερινή εποχή, βάσει όλων των δεδομένων, οι εμπρησμοί αποτελούν ένα δευτερεύον υποσύνολο. Ο ανθρώπινος παράγοντας, εκούσιος ή ακούσιος, είναι μεν υπαρκτός, αλλά το πραγματικό πρόβλημα είναι η γειτνίαση και η διείσδυση των οικισμών μέσα σε αυτά. Οι ζώνες ανάμειξης και διεπαφής δασών και οικισμών, αυξάνουν τον κατακερματισμό του δάσους, τον κίνδυνο για καταστροφικές πυρκαγιές, και την πιθανότητα για ανθρώπινες απώλειες.

Κύριε Γκαίτλιχ, ποιοί φταίνε για τις φωτιές στα δάση; οι εμπρηστές, οι οικοπεδοφάγοι, οι εχθροί μας; 


Υπάρχουν σίγουρα αρκετοί αστικοί μύθοι γύρω από το θέμα αυτό. Ας αρχίσουμε απομυθοποιώντας τον τελευταίο που αναφέρατε, με τη βοήθεια της απλής λογικής: Συχνά ακούμε ότι οι Τούρκοι ή κάποιοι «ξένοι πράκτορες» βάζουν τις φωτιές στα δάση της χώρας μας, όμως ας θυμηθούμε ότι οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι ένα αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, είναι ένα συχνότατο φαινόμενο στις χώρες της Μεσογείου, καθώς και σε άλλες περιοχές που έχουν παρόμοιο κλίμα, όπως η Καλιφόρνια και η Αυστραλία. Αν ίσχυε λοιπόν η θεωρία των «ξένων πρακτόρων», τότε ποιοι βάζουν τις φωτιές στην Ισπανία; Μήπως οι Πορτογάλοι; Ας προσεγγίσουμε λοιπόν το θέμα βασιζόμενοι στα δεδομένα και όχι σε θεωρίες συνωμοσίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, οι περισσότερες δασικές πυρκαγιές οφείλονται αποδεδειγμένα σε αμέλεια. Βέβαια και η αμέλεια αποτελεί κι αυτή μια μορφή εμπρησμού, απλώς χωρίς πρόθεση και κίνητρο. Θυμάμαι έναν γνωστό καθηγητή Οικολογίας που συνήθιζε να λέει ότι ένας από τους κυριότερους εμπρηστές στην Ελλάδα είναι η ΔΕΗ, εννοώντας τους σπινθήρες από τους προβληματικούς μετασχηματιστές και τα υπέργεια καλώδια του δικτύου. Ασφαλώς και δεν αρνούμαι την ύπαρξη των εσκεμμένων πυρκαγιών και μάλιστα πάντα με ενδιέφερε η ιστορική και κοινωνική διερεύνησή τους, καθώς και η διαχρονική επίδραση ειδικά των κτηνοτροφικών πυρκαγιών στο τοπίο, αν και αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο. Στη σημερινή εποχή όμως, βάσει όλων των δεδομένων, είναι σαφές ότι οι εκούσιοι εμπρησμοί αποτελούν ένα δευτερεύον υποσύνολο. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο ανθρώπινος παράγοντας, εκούσιος ή ακούσιος, είναι μεν υπαρκτός, όμως ας μην ξεχνάμε ότι οι δασικές πυρκαγιές υπήρχαν στον μεσογειακό χώρο και πριν από την παρουσία του ανθρώπου. Όποια κι αν είναι τα αίτια, ανθρωπογενή ή φυσικά, έχουν μικρή σημασία στην εξέλιξη των πυρκαγιών, στις ζημίες και στην καταστροφικότητά τους. Όσοι λοιπόν διατείνονται ότι πίσω από τις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα βρίσκονται πάντα κάποιοι εμπρηστές, κάνουν μία εσφαλμένη απλούστευση και αστοχούν στην προσέγγιση της ουσίας του προβλήματος. Και, ακόμα χειρότερα, απομακρύνουν τη συζήτηση από τη βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου των πυρκαγιών στα μεσογειακά δάση.

Έχετε υποστηρίξει με διάφορες ευκαιρίες, ότι παρά τις εκτεταμένες πυρκαγιές, το συνολικό δάσος στην Ελλάδα …αυξάνεται. Μαγική εικόνα;  Ζούμε σε μια δασωμένη χώρα και δεν το ξέρουμε; 
Η αύξηση της δασοκάλυψης της Ελλάδας δεν είναι μία άποψη ή ένας ισχυρισμός κάποιων. Είναι μια αντικειμενική διαπίστωση που βασίζεται σε συγκρίσεις αεροφωτογραφιών, ιστορικών φωτογραφιών, καθώς και δορυφορικών λήψεων. Όλες οι σχετικές μελέτες που έχουν γίνει και όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, δείχνουν μία ξεκάθαρη αύξηση. Το ποσοστό των δασών στη χώρα μας ξεπερνά το 25%. Αντιλαμβάνεστε ότι αν συμπεριλάβουμε τους θαμνώνες, τότε το ποσοστό αυτό προφανώς είναι ακόμα μεγαλύτερο. Η σημαντικότερη αύξηση της δασοκάλυψης στην Ελλάδα ξεκίνησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της μείωσης του πληθυσμού της υπαίθρου και ιδίως λόγω της σταδιακής εγκατάλειψης των ορεινών και ημιορεινών περιοχών. Ένας άλλος, δευτερεύων, παράγοντας ήταν η σταδιακή μείωση της χρήσης των καυσόξυλων στη θέρμανση και στο μαγείρεμα. Σε μια γενική θεώρηση λοιπόν, ναι, έχει συνολικά σημειωθεί αύξηση των εκτάσεων με δασική βλάστηση, παρά τις πυρκαγιές. Υπήρξαν βεβαίως και τοπικές μειώσεις, με εντονότερη την αποδάσωση κυρίως σε παράκτιες και πεδινές περιοχές. Η απάντηση ωστόσο στο ερώτημά σας αν «ζούμε σε μια δασωμένη χώρα» είναι κάτι διαφορετικό που αφορά μάλλον σε μία εντύπωση, η οποία εξαρτάται από το πού βρίσκεται κανείς και ποιον ρωτάει: Εάν ρωτήσετε έναν τουρίστα, θα λάβετε διαφορετική απάντηση αν η συζήτησή σας γίνεται σε ένα τυπικό Κυκλαδονήσι, και διαφορετική στην Ευρυτανία. Επίσης, άλλη απάντηση θα σας δώσει ένας Άραβας και άλλη ένας Σκανδιναβός. 

Παραλία Σαράντη

Στέκω και θεωρώ τα κύματα ο,τι πιο τέλειο πιο ανεπίδεκτο φθορας ποτέ του υπήρξε

Η ιστορία της Volvo

Σουηδική αυτοκινητοβιομηχανία, από τους πυλώνες του σουηδικού οικονομικού θαύματος. Ιδρύθηκε στις 10 Αυγούστου 1926 από την επίσης σουηδική εταιρεία SKF.

.

Ιδρύθηκε στις 10 Αυγούστου 1926 από την επίσης σουηδική εταιρεία SKF, τη γνωστή και σήμερα κατασκευάστρια ρουλεμάν. Οκτώ μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 14 Απριλίου 1927 άρχισε την κατασκευαστική και εμπορική της δραστηριότητα, με το πρώτο αυτοκίνητο να βγαίνει από τη γραμμή παραγωγής του εργοστασίου της στο Γκέτεμποργκ.

Αφορμή για την ίδρυση της Volvo στάθηκε ο θάνατος της γυναίκας του διευθυντή πωλήσεων της SKF σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ο Ασάρ Γκαμπρίελσον ορκίστηκε ότι θα κατασκευάσει ένα αυτοκίνητο με έμφαση στην ασφάλεια και μαζί με τον μηχανικό Γκούσταβ Λάρσον δημιούργησαν τη Volvo, ως θυγατρική της SKF. Η νέα εταιρεία ονομάστηκε Volvo, που στα λατινικά σημαίνει ρολλάρω, κυλώ.

Το 1935 η Volvo εισήλθε στο χρηματιστήριο και η SKF αποφάσισε να πουλήσει τις μετοχές της. Η Volvo έγινε πολυμετοχική εταιρεία και πιστή στο δόγμα του ιδρυτή της είναι γνωστή εδώ και χρόνια για τα ποιοτικά, ακριβά και ασφαλή αυτοκίνητα που κατασκευάζει. Με τα χρόνια επεκτάθηκε και σε παρεμφερείς τομείς και σήμερα μεγάλο μέρος των εσόδων της προέρχεται από την παραγωγή λεωφορείων, φορτηγών, εκσκαπτικών μηχανημάτων, πολεμικού υλικού, εξαρτημάτων και μηχανών για πλοία και αεροπλάνα.

Το 1998 ο κλάδος των αυτοκινήτων της Volvo εξαγοράσθηκε από την αμερικανική Ford, επειδή λόγω του μεσαίου μεγέθους της δεν μπορούσε να αντέξει τον ανταγωνισμό. Από το 2009 πέρασε σταδιακά στον πλήρη έλεγχο της κινέζικης Geely.

Ο όμιλος της Volvo απασχολεί περί τους 100.000 εργαζόμενους (2016), με παρουσία σε σχεδόν κάθε σημείο του πλανήτη. Ο τζίρος της εταιρείας το 2017 ανήλθε σε 9 δισεκατομμύρια ευρώ.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/

Ελπίζουμε τώρα στο πυροσβεστικό κλιμάκιο δερβενοχωρίων να είναι σωστά στελεχωμένο ….

Ορεινός

….στις 28 Μάρτη 2003 και στις 6 Αυγούστου 2003, η «Ενωση Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας», με υπομνήματά της στον υπουργό Δημόσιας Τάξης του ΠΑΣΟΚ (ο Χρυσοχοίδης ήταν και τότε), τόνιζε ότι:

«Υπάρχει σημαντικό πρόβλημα για το κλιμάκιο Δερβενοχωρίων εξαιτίας της μη επάνδρωσής του με 14 κενά (…) πρέπει να γίνουν άμεσα οι απαραίτητες τροποποιήσεις επί του κανονισμού ώστε να γίνει επάνδρωση των υπηρεσιών που αντιμετωπίζουν άμεσο λειτουργικό πρόβλημα… όπως π.χ. κλιμάκιο ΕΜΑΚ, κλιμάκιο Δερβενοχωρίων (…)»

Τι έλεγαν, δηλαδή, οι πυροσβέστες από το 2003 (τουλάχιστον) στον Χρυσοχοΐδη; Οτι στα Δερβενοχώρια – εκεί απ’ όπου ξεκίνησε η φωτιά που κατέκαψε την Πάρνηθα – αντί των 17 πυροσβεστών που προβλέπετο να υπήρχαν, εργάζονταν μόνο …τρεις!

Επίσης: Στις 22 Ιούνη 2005 και στις 27 Ιούλη 2006, οι πυροσβέστες με υπομνήματά τους στον υπουργό Δημόσιας Τάξης της ΝΔ, τόνιζαν ότι:

«… όταν η πυροσβεστική τακτική για λόγους ασφαλείας και αποτελεσματικότητας προβλέπει 8 άντρες για την πρώτη έξοδο για την αντιμετώπιση ενός μόνο αστικού συμβάντος», οι ελλείψεις προσωπικού είναι δραματικές, με αποκορύφωμα «το πυροσβεστικό κλιμάκιο Δερβενοχωρίων Βοιωτίας, με 14 κενά από τις 17 θέσεις» και «βάρδιες με 1 έναν πυροσβέστη»

Η συμπαράσταση, η αρωγή και η στήριξη των πληγέντων είναι υποχρέωση του κράτους και της κοινωνίας μας και η προστασία του περιβάλλοντός είναι υποχρέωση όλων μας απέναντι στα παιδιά μας .


Ο Ν Διαμαντής, Αντιστράτηγος ε. α. του Πυροσβεστικού Σώματος.