«Τα ανέκδοτα μας έσωσαν»: Το χιούμορ στην εποχή του Στάλιν

 

Αυτό που δεν καταλάβαινε το σταλινικό καθεστώς ήταν ότι τα αστεία εις βάρος του έδιναν στους πολίτες την απαραίτητη ανάσα για να κάνουν ακριβώς αυτό που ήθελε το καθεστώς από αυτούς: να παραμείνουν ήρεμοι και να συνεχίσουν.

 

Σταλινισμός. Η λέξη πυροδοτεί στο μυαλό δεκάδες συνδέσεις, και το «αστείο» δεν είναι συνήθως μία από αυτές. Η «λέξη από Σ» είναι πλέον συνώνυμη με τον βίαιο και παντοδύναμο κρατικό έλεγχο που δεν άφηνε χώρο για γέλιο ή οποιαδήποτε μορφή διαφωνίας. Κι όμως, τα αμέτρητα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και ακόμη και τα αρχεία του ίδιου του σοβιετικού κράτους αποκαλύπτουν ότι οι άνθρωποι συνέχιζαν να σπάνε πλάκα αστειευόμενοι με τις συχνά τρομερές ζωές που αναγκάζονταν να ζήσουν στη σκιά των γκουλάγκ.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, τα σοβιετικά πολιτικά αστεία ήταν τόσο δημοφιλή, που ακόμη και ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν χαιρόταν να τα συλλέγει και να τα επαναλαμβάνει. Όμως, 50 χρόνια νωρίτερα, κάτω από την παρανοϊκή και βίαιη ηγεμονία του Στάλιν, γιατί να μοιραστούν οι συνηθισμένοι σοβιετικοί πολίτες αστεία που γελοιοποιούσαν τους ηγέτες τους και το σοβιετικό σύστημα, από τη στιγμή που διέτρεχαν τον κίνδυνο να σπάσει την πόρτα του διαμερίσματός τους το NKVD (η κρατική ασφάλεια) και να τους χωρίσει βίαια από τις οικογένειές τους, πιθανά για πάντα;Κι όμως, γελούσαν

Σήμερα γνωρίζουμε πως, όχι μόνο μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, αλλά και στο τραμ, περιτριγυρισμένοι από ξένους και, ίσως ακόμα πιο θαρραλέα, στο εργοστάσιο, όπου οι άνθρωποι αναγκάζονταν συνεχώς να δείξουν την απόλυτη αφοσίωσή τους στον σοβιετικό σκοπό, οι άνθρωποι έκαναν αστεία που κακολογούσαν το καθεστώς και ακόμα και τον ίδιο τον Στάλιν.

Ο Μπόρις Ορμάν, ο οποίος εργάστηκε σε αρτοποιείο, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στα μέσα του 1937, ακόμη και όταν ο ανεμοστρόβιλος των εκκαθαρίσεων του Στάλιν έπληττε τη χώρα, ο Ορμάν μοιράστηκε το ακόλουθο ανέκδοτο με έναν συνάδελφό του πίνοντας τσάι στην καφετέρια της αρτοποιίας:

O Στάλιν είναι για μπάνιο, όταν κάποια στιγμή αρχίζει να πνίγεται. Ένας περαστικός χωρικός πηδάει στη θάλασσα και τον βγάζει στην ακτή. Ο Στάλιν τον ρωτά τι θέλει για αντάλλαγμα που του έσωσε τη ζωή. Όταν ο χωρικός καταλαβαίνει ποιον έσωσε, φωνάζει «Τίποτα! Απλώς σε παρακαλώ μην πεις σε κανέναν ότι σε έσωσα εγώ!».

Ένα τέτοιο αστείο μπορούσε εύκολα να σε στείλει –και στην περίπτωση του Ορμάν τον έστειλε– για 10 χρόνια σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων, όπου συχνά οι κατάδικοι δούλευαν έως θανάτου. Παραδόξως, η ίδια η καταπίεση του καθεστώτος το μόνο που κατάφερνε ήταν να αυξάνει την επιθυμία των πολιτών να μοιραστούν τα αστεία, που βοηθούσαν στην ανακούφιση από την ένταση και στην αντιμετώπιση της σκληρής αλλά αμετάβλητης πραγματικότητας. Ακόμη και στις πιο απελπιστικές στιγμές, όπως αργότερα υπενθύμισε ο Σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ: «Τα ανέκδοτα πάντα μας έσωζαν».

Κι όμως, παρά τη δρακόντεια αντίδραση που επιφύλασσε το καθεστώς σε όσους έλεγαν τέτοια αστεία, η σχέση του με το χιούμορ ήταν πολύ πιο πολύπλοκη από ό,τι τείνουμε να υποθέτουμε από θρυλικές αφηγήσεις που έχουμε από καιρό εσωτερικεύσει, από το μυθιστόρημα Χίλια Εννιακόσια Ογδόντα Τέσσερα (1949) του Τζορτζ Όργουελ και τα απομνημονεύματα του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν στο Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ (1973).Χιούμορ και πολιτική: μια παλιά σχέση

Οι Μπολσεβίκοι ήταν σίγουρα καχύποπτοι με το πολιτικό χιούμορ, γιατί το είχαν οι ίδιοι χρησιμοποιήσει ως ένα αιχμηρό όπλο στην επαναστατική τους πάλη για να υπονομεύσουν το τσαρικό καθεστώς, πριν να καταλάβουν δραματικά την εξουσία το 1917. Αφού εδραίωσαν τη θέση τους, η σοβιετική ηγεσία αποφάσισε με επιφύλαξη ότι το χιούμορ έπρεπε τώρα να χρησιμοποιείται μόνο για να νομιμοποιήσει το νέο καθεστώς. Ως εκ τούτου, τα σατιρικά περιοδικά όπως το Krokodil παρείχαν δηκτικές σατιρικές επιθέσεις εναντίον των εχθρών του καθεστώτος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Μόνο αν εξυπηρετούσε τους στόχους της επανάστασης, το χιούμορ θεωρούνταν χρήσιμο και αποδεκτό: όπως συνόψισε ο εκπρόσωπος του καθεστώτος στο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων του 1934: «Η αποστολή της σοβιετικής κωμωδίας είναι να “σκοτώνει με γέλιο” τους εχθρούς και να “διορθώνει με το γέλιο” εκείνους που είναι πιστοί στο καθεστώς».

Παρόλα αυτά, ενώ πολλοί Σοβιετικοί αναμφισβήτητα έβρισκαν κάποια κωμική ανακούφιση σε αυτές τις εκδόσεις, που είχαν τη σφραγίδα του κράτους, το χιούμορ δεν μπορεί ποτέ να κατευθύνεται απόλυτα από ψηλά. Σε παρέα με φίλους, και ίσως ποτισμένος με λίγη βότκα, ήταν συχνά αδύνατο να αντισταθεί κανείς στο να πάει τα πράγματα μερικά βήματα πιο πέρα και να γελοιοποιήσει τους στρατοσφαιρικούς στόχους παραγωγής, την πανταχού παρούσα διαφθορά και τις τεράστιες αντιφάσεις μεταξύ των λαμπερών υποσχέσεων του καθεστώτος και της γκρίζας, συχνά απελπισμένης πραγματικότητας που οι συνηθισμένοι άνθρωποι συναντούσαν καθημερινά.

 

Πάρτε, για παράδειγμα, το χυδαίο χιούμορ του Μιχαήλ Φεντότοφ, ενός πράκτορα προμηθειών από την περιοχή Βορόνεζ, που μοιράστηκε ένα κοινό ανέκδοτο που διακωμωδούσε το πραγματικό κόστος της ασυμβίβαστης εκβιομηχάνισης του Στάλιν:

Ένας χωρικός επισκέπτεται στη Μόσχα τον Μπολσεβίκο ηγέτη Μιχαήλ Καλίνιν για να τον ρωτήσει γιατί ο ρυθμός του εκσυγχρονισμού είναι τόσο αμείλικτος. Ο Καλίνιν τον οδηγεί στο παράθυρο και του δείχνει ένα τραμ που περνά: «Βλέπεις, αν έχουμε δώδεκα τραμ αυτή την στιγμή, σε πέντε χρόνια θα έχουμε εκατοντάδες». Ο χωρικός επιστρέφει στη σοβχόζ του (κρατικό αγρόκτημα) και καθώς οι σύντροφοί του συγκεντρώνονται γύρω του ανυπομονώντας να ακούσουν τι έμαθε, εκείνος κοιτά γύρω για να εμπνευστεί και τότε δείχνει προς το κοιμητήριο λέγοντας: «Βλέπετε αυτούς τους δώδεκα τάφους; Σε πέντε χρόνια θα είναι χιλιάδες!».

Ένα τέτοιο αστείο μπορούσε να ανακουφίσει τους καταπιεστικούς φόβους, κάνοντάς τους (για λίγο) γελοίους, βοηθώντας τους ανθρώπους να μοιραστούν το τεράστιο βάρος μιας ζωής που ζούσαν –όπως έλεγε ένα άλλο ευφυολόγημα– «υπό τη χάρη του NKVD». Αλλά ακόμα και καθώς βοηθούσε τους ανθρώπους να προχωρήσουν και να αντέξουν, το να μοιράζεται κανείς ένα ανέκδοτο γινόταν όλο και πιο επικίνδυνο, καθώς το καθεστώς γινόταν όλο και πιο παρανοϊκό κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30. Με την απειλή του πολέμου να επικρέμαται πάνω από την Ευρώπη, οι φόβοι της συνωμοσίας και του βιομηχανικού σαμποτάζ χτύπησαν κόκκινο στην ΕΣΣΔ.

Ως αποτέλεσμα, οποιαδήποτε αστεία επέκριναν τη σοβιετική πολιτική τάξη γρήγορα έγιναν ισοδύναμα με προδοσία. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 και μετά, το καθεστώς κατέληξε να βλέπει το πολιτικό χιούμορ ως τοξικό ιό που είχε τη δυνατότητα να σκορπίσει δηλητήριο μέσα στις αρτηρίες της χώρας. Σύμφωνα με μια οδηγία που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1935, η αφήγηση πολιτικών αστείων θα έπρεπε πλέον να θεωρείται τόσο επικίνδυνη όσο η διαρροή κρατικών μυστικών – τόσο επικίνδυνη και μεταδοτική, στην πραγματικότητα, που ακόμη και τα δικαστικά έγγραφα απέφευγαν να αναφέρουν τα «καταδικασμένα» αστεία. Μόνο οι πιο πιστοί απαρατσίκ είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το περιεχόμενο αυτών των εγκλημάτων σκέψης και οι «γελωτοποιοί» μερικές φορές διώκονταν χωρίς τα λόγια τους να περιληφθούν ποτέ στο επίσημο αρχείο καταγραφής της δίκης.

Οι απλοί άνθρωποι είχαν ελάχιστες πιθανότητες να συμβαδίσουν με την παράνοια του καθεστώτος. Το 1932, όταν ήταν περισσότερο ανάρμοστο παρά επικίνδυνο, ένας εργαζόμενος στους σιδηροδρόμους, όπως ο Πάβελ Γκαντάλοφ, μπορούσε να πει ένα απλό αστείο ότι ο φασισμός και ο κομμουνισμός είναι δύο μπιζέλια στον ίδιο λοβό, χωρίς να αντιμετωπίσει σοβαρές επιπτώσεις. Πέντε χρόνια αργότερα, το ίδιο αστείο ερμηνεύθηκε ως το ενδεικτικό σημάδι ενός κρυφού εχθρού. Καταδικάστηκε σε επτά χρόνια σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας.

Αυτό το στυλ αναδρομικής «δικαιοσύνης» είναι κάτι που μπορούμε να αναγνωρίσουμε κι εμείς σήμερα, όταν η ασυμβίβαστη επιθυμία να γίνει ο κόσμος ένα καλύτερο μέρος μπορεί να μετατρέψει ένα απερίσκεπτο tweet που έγινε πριν από 10 χρόνια σε μια επαγγελματική και κοινωνική θανατική ποινή. Αυτό μπορεί να απέχει παρασάγγας από τις φρίκες του γκουλάγκ, αλλά η βασική αρχή είναι ανατριχιαστικά παρόμοια.Η θεραπευτική λειτουργία του χιούμορ

Ωστόσο, όπως πολλοί από εμάς σήμερα, οι σοβιετικοί ηγέτες δεν είχαν καταλάβει τι είναι το χιούμορ και τι κάνει πραγματικά για τους ανθρώπους. Το να λέει κανείς ένα αστείο για κάτι, δεν είναι το ίδιο με το να το καταδικάζει ή να το επικυρώνει. Πιο συχνά, μπορεί απλά να βοηθήσει τους ανθρώπους να επισημάνουν και να αντιμετωπίσουν δύσκολες ή τρομακτικές καταστάσεις – επιτρέποντάς τους να μην αισθάνονται ηλίθιοι, αδύναμοι ή απομονωμένοι. Στην πραγματικότητα, κάτι που το σταλινικό καθεστώς δεν κατάφερε να εκτιμήσει ήταν ότι, επειδή τα αστεία μπορούσαν να δώσουν προσωρινή ανακούφιση από τις πιέσεις της καθημερινής ζωής, στην πραγματικότητα έδιναν συχνά τη δυνατότητα στους σοβιετικούς πολίτες να κάνουν ακριβώς αυτό που περίμενε το καθεστώς από αυτούς: να παραμείνουν ήρεμοι και να συνεχίσουν.

Όταν λέμε αστεία, συχνά αυτό που κάνουμε είναι απλά να τεστάρουμε απόψεις ή ιδέες για τις οποίες δεν είμαστε σίγουροι. Είναι παιχνιδιάρικα και διερευνητικά, ακόμη και όταν χορεύουν μαζί με –και μερικές φορές πάνω στη– γραμμή της επίσημης αποδοχής. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που συνελήφθησαν στη δεκαετία του 1930 επειδή έλεγαν ανέκδοτα φαίνεται πως ήταν ειλικρινά μπερδεμένοι με τον στιγματισμό τους ως εχθρών του κράτους λόγω των «εγκλημάτων» του χιούμορ. Σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι μοιράζονταν αστεία επικρίνοντας αγχωτικές και συχνά ακατανόητες καταστάσεις, μόνο και μόνο για να υπενθυμίσουν στους εαυτούς τους ότι μπορούσαν να δουν πέρα ​​από το πέπλο της προπαγάνδας και στις σκληρές πραγματικότητες πέραν αυτού. Σε έναν κόσμο πνιγηρής συμμόρφωσης και ατελείωτων ψεύτικων ειδήσεων, ακόμη και απλές σατιρικές σπόντες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως μια βαθιά προσωπική δήλωση ότι «αστειεύομαι, άρα υπάρχω».Η πίπα του Στάλιν και άλλα (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα 

 

Από τις εκδόσεις Κίχλη κυκλοφορεί μια ανθολογία του Γιώργου Τσακνιά με 160 αντιπροσωπευτικά (αντι)σοβιετικά ανέκδοτα στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που καλύπτουν την περίοδο από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια μέχρι την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Γελάμε στις πιο σκοτεινές στιγμές, όχι επειδή μπορεί να αλλάξει τις συνθήκες ζωής μας, αλλά επειδή μπορεί πάντα να αλλάξει το πώς αισθανόμαστε γι’ ‘αυτές. Τα ανέκδοτα δεν σημαίνουν ποτέ μόνο ένα πράγμα και η κρυμμένη ιστορία του πολιτικού χιούμορ υπό τον Στάλιν είναι πολύ πιο διαφοροποιημένη από μια απλή πάλη μεταξύ καταπίεσης και αντίστασης.

Ο Τζόναθαν Γουότερλοου είναι Βρετανός συγγραφέας και podcaster. Έχει συγγράψει το βιβλίο It’s Only a Joke, Comrade! Humour, Trust and Everyday Life under Stalin (2018) και έχει ιδρύσει το podcast Voices in the Dark.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2019 στο Aeon. Aναδημοσιεύεται στα πλαίσια του Creative Commons.

πηγή: insidestory