


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Η ελιά αποτελεί αιώνιο σύμβολο νίκης, εξαγνισμού, τύχης, σοφίας. Ξεκινώντας από τον Όμηρο, έχει υμνηθεί, επίσης, από τον Λορέντζο Μαβίλη, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιάννη Ρίτσο ή ακόμα και τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ενώ συνεχίζει να αποτελεί πηγή έμπνευσης ακόμα και σήμερα. Η αξίας της όμως είναι και χρηστική.
Η εποχή που η συγκομιδή της μονοπωλεί το ενδιαφέρον μεγάλου μέρους του πληθυσμού έχει αρχίσει. Πρόκειται για μια διαδικασία αρκετά κουραστική που απαιτεί συγκεκριμένο εξοπλισμό, ειδικά αν θέλετε να ολοκληρωθεί εύκολα και γρήγορα.
Η επαφή με τη φύση και η σκέψη πως θα προσφέρετε στους εαυτούς σας και τους αγαπημένους σας αγνό, παρθένο ελαιόλαδο της μάνας γης είναι αρκετά για να καταλάβουμε πως το ζύγι γέρνει προς τα θετικά.

Ο ψαγμένος ταξιδιώτης θα βρει τον παραδεισό του στην πανέμορφη κοιλάδα του Βοιωτικού Κηφισού, ανάμεσα σε Τιθορέα και Αμφίκλεια

Δεν είναι και από τα πιο τουριστικά μέρη η περιοχή που βρίσκονται τα όμορφα παραδοσιακά χωριά της Τιθορέας και της Αμφίκλειας.
Για πολλά χρόνια ήταν απλώς μια εναλλακτική (πανέμορφη) διαδρομή προς το χιονοδρομικό κέντρο του Παρνασσού και την κοσμοπολίτικη Αράχωβα. Στην πραγματικότητα όμως, η θέση τους στο διάβα της καταπράσινης κοιλάδας του Βοιωτικού Κηφισού, ανάμεσα στα όρη Παρνασσός και Καλλίδρομο και η «μοναχικότητά» τους είναι εξαιρετικά ελκυστική.
Ιδιαίτερα για όσους θα ήθελαν να βιώσουν διαδραστικά κάποιες όψεις της αγροτικής ζωής σε χώρους διαφορετικούς από τους mainstream τουριστικούς, η περιοχή προσφέρει δύο οργανωμένες αγροτουριστικές μονάδες, το «Αγρόκτημα Τιθορέα» κοντά στην Τιθορέα και τη «Φάρμα Αμφίκαια» 9 χλμ. πριν την Αμφίκλεια.
Κοινό στοιχείο και των δύο μονάδων, η γαλήνη, η απόλυτη ησυχία, τα πολλά οικόσιτα ζώα και η αίσθηση πως γίνεσαι και πάλι κομμάτι της ζωντανής φύσης. Αλλά και ο μικρός αριθμός φιλοξενουμένων, τα παραδοσιακά πετρόκτιστα δωμάτια, οι δραστηριότητες και η διασκέδαση στην ύπαιθρο, η απόλαυση της τοπικής γαστρονομίας και των τοπικών προϊόντων. Από εκεί και πέρα, η κάθε μονάδα έχει το δικό της χαρακτήρα, το δικό της στυλ, και ο καθένας μπορεί να διαλέξει το δικό του παράδεισο.
Βack to the basics – Η γοητεία της απλότητας

Ο Γιάννης Ζδράλης, είναι πολύ γλυκός φιλικός και ανθρώπινος και είναι αυτό ακριβώς που θέλεις να δεις έχοντας αφήσει πίσω σου την τρέλα της πόλης. «Εδώ γεννήθηκα» λέει. «Σε καλύβα -καλύβες βρίσκονταν εδώ. Πήγα στην Αθήνα, δούλεψα, γύρισα πίσω μετά από χρόνια και έβαλα τους κόπους της δουλειάς εδώ. Μετά από το θόρυβο και την ανακατωσούρα της Αθήνας, ξαναβρέθηκα στην ησυχία, στη γαλήνη. Αυτό μας λένε και οι επισκέπτες μας που έρχονται στρεσαρισμένοι και μετά μια εβδομάδα γίνονται άλλοι άνθρωποι». Μαζί με τη γυναίκα του, την Όλγα Αραβαντινού, φροντίζουν τα πάντα μόνοι τους.
Το αγρόκτημα βρίσκεται μέσα σε 100 στρέμματα γης και στολίζεται με 700 ρίζες ελιές, καρυδιές, αμυγδαλιές, κερασιές. Στη σκιά τους απλώνεται ιδιαίτερα φροντισμένο γκαζόν ενώ όλη η έκταση είναι περιφραγμένη προφέροντας ασφάλεια, πράγμα που κάνει την εγκατάσταση κατάλληλη για οικογένειες με παιδιά.

Παρέα με τα ζωάκια του αγροκτήματος
Η μεγάλη χαρά μικρών και μεγάλων όμως είναι τα υπέροχα ζώα που ζουν εδώ. Μαντριά με κατσικούλες, η γαϊδουρίτσα Χαρούλα -μεγάλη φυσιογνωμία- και δύο υπέροχα άλογα, ο Άνεμος και η Αντζελίνα. Τρία πολύ φιλικά σκυλιά, ο Έκτορας, ο Άρης και η Αρκουδίτσα και 5-6 γάτες, παίζουν ή τεμπελιάζουν τριγύρω και πολύ γρήγορα θα σας πείσουν να γίνετε κι εσείς μέλος της χαρούμενης αγέλης.
Για τη διαμονή σας το αγρόκτημα διαθέτει έξι πετρόκτιστα διαμερίσματα με κεραμοσκεπές που μπορούν να φιλοξενήσουν από 2 έως 4 άτομα. Ορισμένα διαθέτουν σοφίτα και όλα, εξοπλισμένη κουζίνα, δικό τους μπάνιο και κεντρική θέρμανση. Η αίσθηση του χώρου είναι οικεία και φιλόξενη, με τζάκι που μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε και για να ψήσετε Η κουζίνα είναι πλήρως εξοπλισμένη και μπορείτε να μαγειρέψετε οτιδήποτε θέλετε, είτε κάτι πρόχειρο είτε ένα πλήρες γεύμα.
Η διακόσμηση είναι απλή με ξύλινα ταβάνια και έπιπλα, και ζωηρόχρωμα στρωσίδια στο πάτωμα ενώ ένα ρομαντικό ρετρό τόνο δίνουν τα σιδερένια κρεβάτια. Το μεγάλο ατού όμως, είναι το άπλετο φυσικό φως και τα μεγάλα παράθυρα.
Από τα πίσω παράθυρα θα ρομαντσάρετε με το βλέμμα στη νότια πλευρά του Παρνασσού και από τα μπροστινά θα βλέπετε το όρος Καλλίδρομο. Και παντού τριγύρω δέντρα και πράσινο



Μπάρμπεκιου στην ύπαιθρο
Αν έχετε διάθεση για παρεΐστικη κατάσταση γύρω από τις φλόγες με ψητά και τραπέζια στρωμένα κάτω από τις φουντωτές μουριές, υπάρχουν ψησταριές, ακόμα και ξυλόφουρνος. Ο κ. Ζδράλης θα κάψει το φούρνο, θα ετοιμάσει τα κάρβουνα, κι εσείς θα ψήσετε τα παϊδάκια σας και τις μπριζολίτσες σας. Φυσικά, μπορείτε να μεταφέρετε το τραπέζι σας και τις καρέκλες ή τις πολυθρόνες σας σε οποιοδήποτε σημείο σας εμπνέει να φάτε, να διαβάσετε, να παίξετε επιτραπέζια παιχνίδια ή χαρτιά ή απλώς να χαλαρώσετε ακούγοντας μόνο τους ήχους της φύσης.
Απελευθερωτική αίσθηση
Το Αγρόκτημα λειτουργεί από τον Οκτώβριο μέχρι τα τέλη Μαΐου. Τον χειμώνα, με το κρύο, τη βροχή και το χιόνι, θα απολαύσετε χουχούλιασμα δίπλα στο τζάκι, περιπάτους κάτω από τα δέντρα με συντροφιά τα άλογα και τα σκυλιά και τη μυρωδιά του νοτισμένου χώματος που μπερδεύεται με τη μυρωδιά από τα ξύλα που καίγονται στα τζάκια να γεμίζουν τον αέρα.
Την Άνοιξη, λουλούδια, χρώματα και αρώματα, το Φθινόπωρο χρυσοκόκκινα φύλλα και νωχελική αύρα.

Τι να περιμένετε
Οι εγκαταστάσεις είναι πολύ απλές αλλά βολικές. Θα μαγειρεύετε μόνοι σας και γενικά θα ζείτε σαν έχετε έλθει στο δικό σας κτήμα. Κοινόχρηστοι χώροι στεγασμένοι δεν υπάρχουν. Θα σας βοηθήσουν να οργανώσετε υπαίθριο ψήσιμο και θα σας παραχωρήσουν τραπέζια. Συνήθως όλοι όσοι μένουν στο αγρόκτημα, γίνονται μια παρέα και τους αρέσει.
Η τοπική γαστρονομία και τα σπάνια ελληνικά άλογα

Το όνομα «Αμφίκαια» είναι το αρχαίο όνομα της Αμφίκλειας μας εξηγεί ο κ. Φαίδων Μώρος, ιδιοκτήτης του αγροκτήματος. Περνώντας την πύλη, η φύση επιβάλλεται, μεγαλόπρεπης, με τα χίλια χρώματα του πράσινου και τα ψηλά δέντρα. Ολόγυρα δρομάκια και ξέφωτα ενώ μαντεύεις μονοπάτια και απομονωμένες πράσινες γωνιές μόνο για σένα.
Πλατάνια, δάφνες, καρυδιές, αμυγδαλιές και πολλά οπωροφόρα δέντρα -κερασιές, κυδωνιές μηλιές, γκορτσιές (άγριες αχλαδιές που έχουν εμβολιαστεί και παράγουν βρώσιμους καρπούς)- υψώνονται πάνω σε ατελείωτες εκτάσεις με γκαζόν. «Τα περισσότερα από αυτά τα δέντρα φυτεύτηκαν από εμάς και αυτό δεν ήταν κάτι εύκολο αφού το κτήμα απλώνεται σε 150 στρέμματα» μας λέει ο κ. Μώρος. Ο βοτανικός κήπος με τα 10.000 αρωματικά φυτά, όλα με τις ταμπέλες τους, όταν βρίσκονται στον καιρό τους, σε ζαλίζουν με τα αρώματά τους.


Ναι στο πρωινό -υπερπαραγωγή, όχι στην τηλεόραση
Στους κήπους του αγροκτήματος είναι διάσπαρτα στεγασμένα κιόσκια και κοινόχρηστοι χώροι, ανάμεσά τους και το μεγάλο εστιατόριο, που αποτελεί και ένα από τα σουξέ της εγκατάστασης: πρωινό-υπερπαραγωγή με χειροποίητες μαρμελάδες σε μεγάλο βαθμό από δικά τους φρούτα, λουκουμάδες, κέικ, ομελέτες, τοπικά τυριά και μέλι της περιοχής, στριφτόπιτες, εξαιρετικές σπανακόπιτες και χωριάτικο ψωμί ψημένο στα ξύλα. Για το μεσημέρι και το βράδυ, μαγείρισσες από την περιοχή, έρχονται και μαγειρεύουν τοπικά πιάτα. Έτσι, στο μενού έχει θέση η προβατίνα με χοντρό μακαρόνι, ο κοκκινιστός κόκορας με χυλοπίτες, το μοσχάρι στιφάδο.
Μέσα στο κτήμα, υπάρχουν 14 πέτρινα αυτόνομα σπιτάκια με κεραμοσκεπές και 2 ξύλινα. Είναι ευρύχωρα, με σοφίτα, τζάκι, κεντρική θέρμανση και μεγάλα παράθυρα με εξαιρετική θέα στον εξωτερικό χώρο. Οι ιδιοκτήτες από ιδεολογία έχουν αποκλείσει την τηλεόραση και το ραδιόφωνο από τα δωμάτια, διότι πιστεύουν ότι το πιο σημαντικό είναι η επαφή με τη φύση και η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο τρόπος που είναι στημένα τα σπιτάκια, διασφαλίζουν την ιδιωτικότητα, αλλά αν έχει κάποιος διάθεση για κοινωνικές επαφές, δεν θα τις στερηθεί αφού στην ουσία σχηματίζεται μια γειτονιά.



Κιβωτός των ελληνικών αλόγων
Αν θέλετε, μπορείτε να συμμετέχετε στις καθημερινές δραστηριότητες του αγροκτήματος, ανάλογα με την εποχή -κηπουρική, φύτεμα, βοτάνισμα, μάζεμα φρούτων. Κάθε πρωί, το τάισμα των ζώων, που δεν είναι και λίγα, είναι μια τελετουργία που πολλοί καλεσμένοι απολαμβάνουν με την ψυχή τους. Πάπιες, χήνες και κότες, γουρουνάκια και πρόβατα, ένα γαϊδουράκι, ένα μοσχαράκι και φυσικά σκυλιά. Πάνω από όλα όμως είναι τα υπέροχα άλογα που φιλοξενούνται εδώ. Ήδη από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του, το αγρόκτημα Αμφίκαια συμμετέχει στην προσπάθεια για τη διάσωση και τη διαιώνιση ελληνικών γηγενών φυλών αλόγων. Έχει συγκεντρώσει και φροντίζει κάποιες φοράδες από τη Θεσσαλία, από τις ελάχιστες καθαρόαιμες της φυλής, καθώς και έναν επιβήτορα από τους τελευταίους που είχαν απομείνει. Μαζί με τα μικρόσωμα αλογάκια της Σκύρου, σχηματίζουν το «ιππικό» του αγροκτήματος. Να σημειωθεί πως δεν υπάρχει δυνατότητα ιππασίας.


Τι να περιμένετε
Πολλοί κοινόχρηστοι χώροι, εσωτερικοί και εξωτερικοί. Δωμάτια μεγάλα και καλόγουστα. Εξαιρετικό πρωινό, τοπική κουζίνα, πολλά τοπικά προϊόντα. Δυνατότητα συμμετοχής στις αγροτικές δραστηριότητες της εγκατάστασης. Κολύμπι σε μια τεράστια πετρόκτιστη οβάλ πέτρινη «γούρνα» διαστάσεων 5,5Χ12, που μετατρέπεται σε πισίνα από τα τέλη της Άνοιξης μέχρι και τα μισά του Φθινοπώρου, με νερό από ιδιόκτητη γεώτρηση. Το καλοκαίρι οργανώνεται camp για παιδιά και αθλητές. Δέχονται κατοικίδια κατόπιν συνεννόησης ενώ δεν επιτρέπεται η είσοδός τους στους εσωτερικούς κοινόχρηστους χώρους.
To αγρόκτημα λειτουργεί όλο το χρόνο.
amfikaia.gr
Από το βιβλίο του ΚΩΣΤΑ ΒΟΣΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ
1949, Αθήνα, γραφίστας, σπουδαστής Σχολής Δοξιάδη Αγιοι Ανάργυροι,
Εκείνη την εποχή ήμουνα φαντάρος. 382 ΠΑΥΠ. Προκεχωρημένη Αποθήκη Υλικού Πολέμου. Στρατόπεδο ανεπιθυμήτων. Μεταξύ Κοζάνης και Φλώρινας, κοντά στο Αμύνταιο. Στο Δρέπανο Κοζάνης, εκεί είναι και μια σειρά [από άλλα] στρατόπεδα της 1ης Στρατιάς. Η ΠΑΥΠ ήτανε «ειδικό» στρατόπεδο, μας αλλάζαν τα φώτα. Τέλος πάντων, είχα πάρει άδεια. Κατέβηκα Αθήνα, γιατί γιόρταζα (είχα τα γενέθλιά μου στις 16), κι είχα φροντίσει να πάρω την τελευταία μου άδεια πριν απολυθώ τον Γενάρη, ώστε να είμαι εδώ στη γιορτή μου. Ήρθα στις 15 από την Κοζάνη. Ήδη ήτανε κλεισμένοι οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο. Στις 16 συναντήθηκα με έναν συγκολυμβητή, πήγαμε από το κολυμβητήριο στο Ζάππειο και μετά έριξα την ιδέα να περάσουμε να δούμε τι γίνεται στο Πολυτεχνείο. Την ώρα που φτάναμε, ήτανε μαζεμένος κόσμος και φώναζε συνθήματα και τα λοιπά. Και μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο. Πολύς κόσμος. Το αδιαχώρητο, τουλάχιστον μπροστά. Αλλά κατέβαινε και συνέχεια κόσμος από τη Σόλωνος, από τη Σταδίου, από την Πανεπιστημίου, μπουλούκια… Κατά τις 19:30 με 20:00 περίπου, πέσανε τα πρώτα δακρυγόνα. Κι άρχισε ο κόσμος να φεύγει αλλόφρων δεξιά αριστερά. Εκεί χώρισα με τον Πέτρο τον Πομόνη, εγώ έμεινα, αυτός έφυγε. Αστυνομία δεν φαινόταν καθόλου, δεν ξέραμε καν από πού πέφτανε τα δακρυγόνα. Οι φοιτητές από μέσα μάς λέγανε: «Μη φεύγετε», οι περισσότεροι λακίσανε – εντάξει, λογικό είναι. Όσο πέρναγε η ώρα, πέφτανε ακόμα περισσότερα δακρυγόνα κι αρχίσανε πια και πέφτανε και σφαίρες. Δεν ξέραμε πάλι ούτε από πού, ούτε ποιος έριχνε, ούτε τίποτα. Απλώς είδαμε κάποιους τραυματίες. Κάποιος με σφαίρα στο πόδι, άλλος με σφαίρα στο χέρι. Αυτοί κοιτάξανε να αδειάσουνε το χώρο μπροστά απ’ το Πολυτεχνείο – οι μπάτσοι.
Εγώ έφυγα με μια ομάδα από δέκα δεκαπέντε άτομα και πήγαμε στην πλευρά του Αρχαιολογικού Μουσείου. Χτυπήσαμε καμιά δυο πόρτες σπιτιών, αλλά δεν άνοιγε κανένας, και πήγαμε και κάτσαμε στα σκαλάκια του «Αρχαιολογικού» περιμένοντας «τι μέλλει γενέσθαι». Ακούγαμε τις εκπυρσοκροτήσεις, βλέπαμε τα καπνογόνα που σηκώνανε τα ντουμάνια… Κάποια στιγμή, σηκώθηκε μια κοπέλα μπροστά μου, [που] όπως αποδείχτηκε μετά ήταν Νορβηγίδα, και όπως σηκώθηκε, τη χτύπησε μια σφαίρα εδώ (δείχνει στη βάση του λαιμού) και βγήκε από πίσω, από την πλάτη. Τη σηκώσαμε εγώ μ’ άλλο ένα παιδί και την πήγαμε απέναντι, στο «Ακροπόλ». Το «Ακροπόλ» ήτανε κλειστό. Κλειστό αλλά φωτισμένο. Φτάσαμε στην πόρτα, εκεί στεκόταν ο μετρ ντ’ οτέλ, ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου -κράταγε μια πετσέτα κι είχε κι ένα παπιγιόν-, και δεν μας άνοιγε. Τον παρακαλούσαμε, να τηλεφωνήσουμε έστω να έρθει ένα ασθενοφόρο να πάρει την κοπέλα. Δεν άνοιγε. Αποτέλεσμα, κάναμε μια έτσι στην πόρτα τη γυάλινη και τη χώσαμε μέσα. Μπήκαμε μέσα και είδαμε μια παρέα κυρίες να παίζουν κουμκάν. Αδιάφορες για το τι συνέβαινε έξω, τους πυροβολισμούς, τις χειροβομβίδες (γέλια), ο κακός χαμός γινότανε, αλλά εκείνες ήταν φοβερά απασχολημένες. Τηλεφωνήσαμε να έρθει ασθενοφόρο, ασθενοφόρο δεν ερχότανε. Έκανε πάνω από μισή ώρα να έρθει. Δεδομένου ότι ο Σταθμός Πρώτων Βοηθειών είναι επί της Γ Σεπτεμβρίου -δηλαδή δίπλα-, ήταν ανεξήγητο, αλλά όπως μάθαμε μετά, τους είχανε σταματήσει στην Ομόνοια και δεν τους αφήνανε να προχωρήσουνε. Και μάλιστα, στα πληρώματα από ένα δύο ασθενοφόρα, τους ρίξανε κιόλας ένα βρομόξυλο (αυτά τα μάθαμε μετά, δεν τα ξέραμε εκείνη τη στιγμή, εμείς περιμέναμε το ασθενοφόρο). Περιμένοντας να ’ρθει το ασθενοφόρο, εγώ είχα πάρει την πετσέτα του μετρ ντ’ οτέλ και την είχα βάλει στο λαιμό της κοπέλας. Είχε γίνει κόκκινη η πετσέτα… Όταν έφτασε το ασθενοφόρο, εκείνη τη στιγμή ξεψύχησε η κοπέλα – μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσε. Την είχαμε βάλει σε έναν καναπέ. Στην είσοδο, όπως μπαίνεις, είχε ένα μικρό καναπεδάκι και δεξιά (ή αντίστροφα) ήταν εκεί που κρεμούσαν τα παλτά τους. Πάντως, αυτό θυμάμαι: Παρόλο που η κοπέλα ήτανε μέσα, ουδεμία κυρία σηκώθηκε να έρθει έστω να δει τι γίνεται. Η απόσταση ήτανε δέκα μέτρα. Δεν σηκώθηκαν καν από το τραπέζι… Βγήκα από κει όταν πήρανε την κοπέλα, και πήγα δίπλα, σε ένα ημιυπόγειο -επίσης με γυάλινη πόρτα που την είχανε σπάσει και βάζανε μέσα τραυματίες- δίπλα στο «Ακροπόλ». Εκεί είδα τον αδερφό ενός φίλου, του Λάμπρου του Ξενάριου, που κολύμπαγε και ήταν και πρωταθλητής. Είχε φάει μια σφαίρα στο πόδι. Και εκεί ήταν οι περισσότεροι που συλλάβανε και μετά τους έκανε την ανάκριση ο Μαστοράκης. Ήτανε χτυπημένοι οι περισσότεροι, λίγο πολύ, και κάποιοι που δεν φεύγανε γιατί προσέχανε κάποιους φίλους ή φίλες που είχανε χτυπηθεί και δεν θέλανε να τους αφήσουνε.
Από κει πήγα προς το Πολυτεχνείο ξανά. Ήτανε σταματημένο μπροστά στην πύλη ένα ασθενοφόρο και παλεύανε να κατεβάσουνε μια αμπούλα οξυγόνου. Μια οβίδα. Την έπιασα και ήμουνα τόσο σπινταρισμένος, που την πήγα μόνος μου μέσα, ανέβηκα όλα τα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής τρέχοντας μέχρι τον όροφο όπου είχαν το ιατρείο. Ρώτησα τον γιατρό -ήταν ένα παιδί με γυαλιά- [ο Γιώργος Παυλάκης, που μαρτυρία του επίσης υπάρχει στο βιβλίο] πού να την αφήσω, και με οδήγησε στη διπλανή αίθουσα στα δεξιά. Μέσα ήταν ήδη ένας νεκρός. Αυτός ήτανε μάλλον από δακρυγόνο, γιατί την είχε φάει στο κεφάλι ή στο στήθος και είχε σκάσει – δεν ήτανε από σφαίρα. Ο γιατρός μού είπε: «Μη μιλήσεις και πέσει πανικός…» Σηκώθηκα και κατέβηκα κάτω. Κάτω, στο προαύλιο, είχαν ανάψει φωτιές, εκεί όπου είναι τώρα το κεφάλι, για να σηκώνονται τα δακρυγόνα. Εγώ, ξέροντας τι θα επακολουθήσει, είχα πάρει κουτάκια με «Νιβέα» και τα μοίραζα στις κοπέλες… Όλοι με κοιτάγανε κάπως περίεργα γιατί ήμουνα κοντοκουρεμένος. Τους έλεγα: «Παιδιά, φαντάρος είμαι, κι αν με πιάσουνε, τη γάμησα, αλλά δεν φεύγω (μ’ είχε πιάσει το ηρωικό μου), θα κάτσω μαζί σας». Κάποια στιγμή, ένας από τους υπευθύνους, κατά τη 01:30 με 02:00 παρά, μου λέει: «Αν σε πιάσουν, θα σε γαμήσουνε. Θα σε βγάλω εγώ προς τα έξω». Και με έβγαλε από τη μικρή πόρτα της Στουρνάρη, αυτή που είναι προς τα πάνω. Πέρασα το δρόμο τρέχοντας γιατί πέφτανε σφαίρες. Κι εκεί μάλιστα μου φάνηκε χρήσιμος ο στρατός, γιατί μόνο πρηνηδόν δεν έκανα… Πέρασα απέναντι κι άρχισα να χτυπάω πόρτες. Δεν άνοιγε τίποτα. Έφτασα σχεδόν στην Πατησίων κι εκεί ήτανε ανοιχτή η πόρτα η κάτω της πολυκατοικίας όπου έμενε η Βέμπο. Την ήξερα την πολυκατοικία γιατί στον έκτο όροφο έμεναν παλιά η νονά μου και ο νονός μου. Είχανε κερδίσει για δέκα χρόνια ένα διαμέρισμα από το Λαχείο Συντακτών.
Δεν περίμενα καν να βρω ανοιχτή την πόρτα. Χώθηκα μέσα, είδα κι άλλους δυο τρεις, τους είπα: «τι κάνουμε;», μου λένε: «ανεβαίνουμε σιγά σιγά και χτυπάμε πόρτες». Και αυτό κάναμε. Φτάσαμε στον τρίτο ή τέταρτο όροφο -δεν θυμάμαι πού ακριβώς έμενε η Βέμπο-, χτυπήσαμε και μας άνοιξε. Μέσα ήτανε ήδη αρκετά άτομα. Συνολικά ήμασταν δεκαεφτά. Εγώ κράταγα ακόμα την πετσέτα με το αίμα της κοπέλας και μια οβίδα δακρυγόνου, που τα είχα πάρει «αναμνηστικά» – τόσο μου ’κοβε εκείνη τη στιγμή… Η Βέμπο είχε μισόκλειστες τις γρίλιες γιατί, δεν ξέρω αν ήτανε από τα τανκ, αλλά υπήρχανε εκείνη τη στιγμή προβολείς οι οποίοι γυρνάγανε και ελέγχανε ποια παράθυρα ήταν ανοιχτά. Και ρίχνανε. Κι ήρθε και στάθηκε μπροστά στην πύλη.
Στην πύλη απάνω ήτανε πάρα πολλά παιδιά, κοπέλες και αγόρια. Ένας ήταν ανεβασμένος απάνω στη στήλη και μια κοπέλα ήτανε στην άλλη πλευρά. Μετά έμαθα ότι ήταν η κοπέλα που, πέφτοντας, τη χτύπησε η πόρτα. Τα βλέπαμε από κάτω μας ακριβώς, από τον τέταρτο όροφο. Θυμάμαι ήταν ένα παιδί, ή του Ναυτικού ή του Λιμενικού (φόραγε άσπρα), μαζί με την κοπέλα του, και οι υπόλοιποι ήμασταν ξέμπαρκοι, ανεξάρτητοι-μεμονωμένοι που λένε… Η Βέμπο έλεγε: «Εγώ είμαι νοσοκόμα, κι άμα έρθει και κανένας χτυπημένος, θα τον περιθάλψω. Ξέρω…» Εγώ την άκουγα λίγο σκεπτικός γιατί τις προηγούμενες μέρες την είχε βραβεύσει η Χούντα ως τραγουδίστρια της νίκης και τα λοιπά, και τα λοιπά. Τέλος πάντων, είχαμε κλείσει τα φώτα, περιμέναμε να δούμε τι θα γίνει… Κάποια στιγμή είδαμε το τανκ να κάνει ένα τίναγμα, να χτυπάει την πόρτα και να φεύγουνε τα παιδιά σαν κούκλες από πάνω. Πέσανε όλοι κάτω, ουρλιαχτά, φωνές… Η Βέμπο έβαλε τα κλάματα, φώναζε: «Εγκληματίες», πήρε το τιμητικό έπαθλο που της είχανε χαρίσει -σαν θυρεός έμοιαζε, σαν ασπίδα- και το εκσφενδόνισε… Ο Τραϊφόρος προσπαθούσε να την ηρεμήσει, οι κοπέλες κλαίγανε, εγώ είχα μείνει αποσβολωμένος, το ίδιο κι οι υπόλοιποι… Μετά άρχισε να με πιάνει τρεμούλα, από λύσσα, όχι από φόβο… Είδαμε όλη τη σκηνή, πώς τους βγάζανε έξω, πώς τους ξυλοκοπούσανε… Απέναντι ήταν ένα μαγαζί με ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά είδη, το οποίο το κατεβάσανε οι αστυνομικοί ολόκληρο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε πέσει ούτε τζαμαρία, αλλά τώρα είχανε πάρει όλη την Πατησίων και τη σπάγανε. Είπα στη Βέμπο να φύγω, μου είπε: «Κάτσε και φεύγεις όταν ηρεμήσουνε τα πράματα το πρωί». Δεν μπορούσα να πάρω τηλέφωνο να ειδοποιήσω τους δικούς μου. Η μάνα μου δεν ήξερε πού ήμουνα, ούτε της είχα πει ότι θα πήγαινε στο Πολυτεχνείο. Δεν δίναμε λογαριασμό ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου– άλλωστε, μεγάλα παιδιά ήμασταν, και όλο σε τέτοιες δουλειές ήμασταν κι εγώ κι ο Γιάννης (γέλια). Τέλος πάντων, η μάνα μου φοβότανε μήπως μ’ είχανε σκοτώσει και της είχε πάει η ψυχή στα πόδια. Ο πατέρας μου την καθησύχαζε, της έλεγε: «καλά θα είναι» και ξέρω ’γω…
Στις 06:45 μου είπε η Βέμπο: «Τώρα μπορείς να φύγεις». Είχανε φύγει οι αστυνόμοι και τα μπλόκα. Κατέβηκα, είδα όλα τα σπασμένα μαγαζιά, πήγα με τα πόδια στο πατρικό μου, είπα στον πατέρα μου και στη μάνα μου τι είχε γίνει. Ο πατέρας μου μου είπε: «Θα σου δώσω μια συμβουλή. Ξέχνα το. Ξέχνα ό,τι είδες. Ειδάλλως, θα σε κυνηγάει σ’ όλη σου τη ζωή». Αλλά… δεν μπόρεσα να το ξεχάσω… Πήρα το αυτοκίνητο του πατέρα μου γύρω στις 11:00 και πήγα στο σπίτι του Πέτρου του Πομόνη, του φίλου μου που είχαμε κατέβει μαζί το βράδυ. Και πήρα μαζί μου κι έναν άλλο συγκολυμβητή, τον Πάνο τον Πλαγιαννάκο. Φτάνοντας στην πλατεία Αμερικής, από πίσω μας ερχόταν ένα τανκ. Ήταν η στιγμή που αρχίζανε και ρίχνανε αβέρτα. Και μου λέει ο Πάνος: «Μας κυνηγάει ένα τανκ» (γέλια). «Και τι θες να κάνω;» (γέλια) Εμείς πηγαίναμε μπροστά, το τανκ από πίσω στα πέντε μέτρα. Τέλος πάντων, φτάνουμε στην πλατεία Κολιάτσου (στην Πάτμου ήτανε το σπίτι του Πομόνη), ανεβήκαμε επάνω κι αρχίσαμε να ακούμε ειδήσεις για το τι είχε συμβεί, ανταλλάσσαμε απόψεις και τα λοιπά. Αυτά τα ωραία.
Τώρα γελάω, αλλά όποτε το σκέφτομαι, με πιάνουν τα κλάματα. Κάποια στιγμή μού στείλανε κι έναν δίσκο απ’ το Παρίσι με τα ηχητικά, που μιλάει ο Παπαχρήστος: «Αδέρφια μας στρατιώτες, αδέρφια μας στρατιώτες», κι εγώ είχα πάθει την πλάκα της ζωής μου. Έφυγα απ’ το σπίτι και περπάταγα τρεις ώρες μέχρι να συνέλθω. Ήταν εγκληματίες… Και είναι εγκληματίες… Και δυστυχώς, δεν έχει τιμωρηθεί κανένας και για τίποτα. Κατόπιν εορτής έμαθα ότι ένας απ’ αυτούς που πυροβολούσε από την ταράτσα είχε διαφύγει κάπου στη Βραζιλία, μου φαίνεται…
Όταν ξαναπήγα στη μονάδα, έκανα ότι δεν ξέρω τίποτα. Με ρώτησε ο διοικητής μου ο Ζαμπάρτας, ο οποίος ήτανε στη Δημοκρατική Άμυνα [και] δεν με κυνήγαγε, γιατί ήτανε κι αυτός ανεπιθύμητος (γέλια). Αλλά δεν χρειάστηκε [να του πω] τίποτα. Είχε έρθει το χαρτί από την Ασφάλεια.
«Ειπώθηκαν ψέματα, που ντράπηκαν τα ίδια, μια και δεν ντράπηκαν τα στόματα που τα είπαν»
(Μενέλαος Λουντέμης)

«Για να είσαι πιστευτός πρέπει να είσαι πειστικός. Για να είσαι πειστικός, πρέπει να είσαι αξιόπιστος. Για να είσαι αξιόπιστος, πρέπει να είσαι αληθινός»

Πλησιάζει η επέτειος του Πολυτεχνείου και είχατε προτείνει προ διετίας ότι πρέπει να καταργηθεί η συγκεκριμένη αργία. Παραμένει επίκαιρη η πρότασή σας και αν ναι γιατί ;
Η επέτειος του Πολυτεχνείου δεν έχει, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, καμιά σχέση με τα γεγονότα του 1973. Έχει αποσυνδεθεί εντελώς τόσο ως πρακτική, όσο και ως ανάμνηση. Την έχουν οικειοποιηθεί αναρχοφασίστες και σοσιαλφασίστες: οι δημοκρατικοί πολίτες βρίσκουν ελάχιστο χώρο σ’ αυτή την ημέρα μνήμης. Δεδομένου ότι κάθε μέρα του χρόνου μπορεί να αντιστοιχήσει σε αξιομνημόνευτα γεγονότα ―π.χ. Κιλελέρ, απεργίες καπνεργατών, πολυαίμακτες διαδηλώσεις για τα δημοκρατικά δικαιώματα κτλ ― δε βρίσκω τον λόγο να διατηρούμε ειδικά αυτή την επέτειο που έχει χάσει τον στόχο της. Αντί των εντελώς άτοπων αντιφασιστικών διαδηλώσεων σε πλαίσιο δημοκρατίας, θα έπρεπε τα παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο και εκεί να μαθαίνουν με νηφάλιο τρόπο τι συνέβη τότε και γιατί συνέβη. Και γιατί δεν πρέπει να ξανασυμβεί.
Η 17η Νοεμβρίου είναι μία από τις πολλές αργίες αγίων και οσίων που πρέπει να καταργηθούν: δεν έχουμε ανάγκη από ουρλιαχτά και τελετουργίες, ούτε βεβαίως από καμένα αυτοκίνητα και φλεγόμενα σκουπίδια. Έχουμε ανάγκη από εργασία, γνώση, διανοητική συγκέντρωση, νομικό πολιτισμό. Το ότι για τον σημερινό Αθηναίο η 17η Νοεμβρίου είναι μια μέρα που περιμένει με τρόμο («Θα γίνουν φασαρίες!») μου φαίνεται ένδειξη έκπτωσης της επετείου. Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ήταν εκδήλωση τόλμης δεν ήταν βανδαλισμοί και μιζέρια. Χρειάζεται τόλμη και σήμερα: να καταργηθεί η αργία και να περισωθεί η μνήμη.
Σώτη Τριανταφύλλου από το liberal συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

-Πολύ ενδιαφέρουσα η παγκόσμια έρευνα της ΕΥ. Παρά την αναταραχή που προκάλεσε η πανδημία, οι οικογενειακές επιχειρήσεις κατάφεραν να διατηρήσουν την ανθεκτικότητά τους. Οι 500 μεγαλύτερες οικογενειακές επιχειρήσεις στον κόσμο κατέγραψαν τζίρους 7,28 τρισ. δολαρίων, απασχολώντας 24,1 εκατ. άτομα σε 45 χώρες. Μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων και μια ελληνική, πρόκειται για τη Motor Oil…

Οι περιβολάρηδες της παλιάς Αθήνας κατήγγειλαν συχνά τους τσοπάνηδες ότι τους καταστρέφουν την παραγωγή με την ανεξέλεγκτη βόσκηση.
Το θέμα των βοσκότοπων στην πρωτεύουσα ήταν ένα παλιό και άλυτο πρόβλημα! Την περίοδο που δήμαρχος ήταν ο Ανάργυρος Πετράκης (1842) υπήρξε τεράστια πολιτική αναστάτωση. Οι κάτοικοι του Ελαιώνα και όσοι είχαν μποστάνια στο Ρέντη, το Μοσχάτο και εκατέρωθεν του Κηφισού, είχαν ξεσηκωθεί εναντίον των βοσκών που άφηναν τα κοπάδια τους να βόσκουν ελεύθερα, ακόμα και μέσα στις καλλιέργειες τους….
Μετά από πολλές διαμαρτυρίες, ο δήμος πήρε την απόφαση: «απαγορεύομεν εις πάντα έχοντα ποίμνιον προβάτων ή αγέλη βοών και λοιπών παντός είδους ζώων να επελαύνη αυτά εντός της περιοχής των Αθηνών και του ελαιώνος καθ’ όλην αυτού την περιφέρειαν».
Το καταπληκτικό ήταν ότι ο Δήμαρχος εξαιρούσε την Πλάκα και επέτρεπε «να βόσκωσι τα εργατικά ζώα των Πλακιωτών»!

Γράφει: Κυριάκος Πηλίδης – 14 Νοεμβρίου 2021/autoblog

Οι κάτοικοι του Shenlongwan, ενός άλλοτε απομονωμένου χωριού στα βουνά της επαρχίας Shanxi της Κίνας, πέρασαν 15 χρόνια σκαλίζοντας το βράχο με καλέμια και σφυριά για να συνδέσουν τα σπίτια τους με τον κόσμο και να ξεφύγουν από τη φτώχεια.
Επωφελούμενο από ένα πολύ ευνοϊκό κλίμα, το Shenlongwan ήταν πάντα διάσημο για τα εξαίσια καρύδια και αχλάδια του, αλλά η μεταφορά της συγκομιδής τους στην αγορά αποτελούσε σοβαρή πρόκληση για τους ντόπιους.
Και αυτό γιατί μέχρι το 2000, για να φτάσουν στην έδρα της κομητείας, την πόλη Changzhi, έπρεπε είτε να κάνουν παράκαμψη μέσω οκτώ δήμων σε τρεις διαφορετικές επαρχίες, είτε να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους ανεβαίνοντας επικίνδυνες στενές σκάλες για να φτάσουν σε ένα απότομο ορεινό πέρασμα.
Ωστόσο, οι χωρικοί αποφάσισαν ότι τα πράγματα έπρεπε να αλλάξουν, και καθώς οι τοπικές Αρχές καθυστερούσαν να φτιάξουν το δρόμο για το χωριό τους, πήραν την κατάσταση στα χέρια τους.
Χρειαζόμασταν απεγνωσμένα έναν δρόμο. Aν δεν μπορούσαμε να τελειώσουμε την κατασκευή του σε ένα χρόνο, θα προσπαθούσαμε για δύο χρόνια. Αν τα δύο χρόνια δεν ήταν αρκετά, θα το κάναμε τρία χρόνια,
δήλωσε ο Duan Jianlin, ηλικιωμένος κάτοικος του Shenlongwan που συμμετείχε στην κατασκευή.
Και οι τρεις εκτιμήσεις αποδείχθηκαν εξαιρετικά αισιόδοξες, καθώς δεν επρόκειτο για έναν εύκολο εγχείρημα. Το Shenlongwan περιβάλλεται από βουνά σε όλες τις πλευρές, οπότε οι χωρικοί έπρεπε να σκάψουν μέσα από βράχους για να συνδέσουν το χωριό τους με την υπόλοιπη Κίνα. Οπλισμένοι με υποτυπώδη εργαλεία όπως σφυριά και καλέμια, η διάνοιξη των βουνών αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα.

