Στον σύγχρονο κόσμο των επιχειρήσεων δεν ωφελεί να κάνεις δημιουργικές σκέψεις παρά μόνο αν μπορείς να πουλάς αυτά που δημιουργείς.
David Ogilvi

Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Στον σύγχρονο κόσμο των επιχειρήσεων δεν ωφελεί να κάνεις δημιουργικές σκέψεις παρά μόνο αν μπορείς να πουλάς αυτά που δημιουργείς.
David Ogilvi
Το να είσαι πρώτος κάπου αυξάνει λίγο περισσότερο την αυταπάτη και την αυταρέσκεια !!






«Όλος ο κόσμος τον περασμένο μήνα άκουσε με έκπληξη και με περηφάνεια τη νέα νίκη του ανθρώπου: την κατάκτηση του Έβερεστ. Ύστερά από τους δύο πόλους, το Νότιο και το Βόρειο, που είχαν κατακτηθεί, το Έβερεστ, η στέγη της γης, έμεινε το τελευταίο εγχείρημα που απέμεινε στη θέληση του ανθρώπου να το κερδίσει. Τώρα τέλειωσε και το Έβερεστ. Τί θα γίνουν τώρα οι άνθρωποι του πάθους, όταν μήτε οι πόλοι μήτε το Έβερεστ πια υπάρχουν;
Είναι κρίμα ότι χάρις στα σύγχρονα μέσα της επικοινωνίας, χάρις στην αδηφάγο περιέργεια της κοινής γνώμης, χάρις σ’ αυτόν τον πολυθρύλητο μέσο άνθρωπο, το νοικοκύρη, που στα γούστα του υποτάσσονται τα πάντα και πού τα πάντα – τα δυνατά και τα άγρια και τα παθητικά – πρέπει να του σερβιρίσουνε στην ώρα της σπιτικής του γαλήνης – είναι κρίμα ότι γι’ αυτούς τους λόγους η κατάκτηση του Έβερεστ, με την τόση δημοσιότητά της, έχασε πολύ από το αληθινό μεγαλείο του ανθρώπου. Έχασε πολύ ακόμα κι’ απ’ τον λόγο ότι δεν είναι πια ο καιρός του πλοιάρχου Σκοτ και του Αμούντσεν και του Σάκλετον και του Μάλλορυ. Δεν έχει να αναμετρηθεί τώρα τόσο σκληρά η ανθρώπινη ύπαρξη με τις γιγαντιαίες, τις πέραν από τα μέτρα του ανθρώπου, δυνάμεις της φύσης. Τα τεχνικά μέσα τώρα έγιναν πολλά, οι ευκολίες πολλές. Και προκειμένου για τέτοια εγχειρήματα, που υψώνουν τη στάθμη του ανθρώπινου είδους, ακριβώς οι δυσκολίες, οι συχνά ανυπέρβλητες, ήταν εκείνες πού, τουλάχιστον άλλοτε, τους έδιναν τον υψηλό χαρακτήρα. Τον χαρακτήρα τον καθ’ αυτό πνευματικό. Γιατί βέβαια νίκη του πνεύματος απάνω στην παντοδύναμη ύλη ήταν η πορεία του πλοιάρχου Σκοτ στον Νότιο Πόλο, ήταν οι τρείς πορείες του Μάλλορυ στο Έβερεστ, ώσπου το Έβερεστ τον κράτησε, για πάντα, μέσα στην αιωνιότητα του παγετώνα του Ρόγκμπακ.
Είναι κρίμα για την εποχή μας και για τη γενιά μας, ότι μέσα στην εκπληκτική δημοσιότητα της τελευταίας ανάβασης του Έβερεστ, με τις μάσκες οξυγόνου, μέσα στους δημόσιους διαπληκτισμούς για το ποιος έβαλε πρώτος το πόδι του πάνω στην κορυφή – ο Χίλλαρυ ή ο Νεπαλέζος Τένσιγκ Μπόια – σαν να επρόκειτο για μπάλα ποδοσφαίρου, όπως τόσο χαρακτηριστικά έλεγε ο αγαπητός μου φίλος του Ορειβατικού Αθηνών, ο κ. Περράκης – είναι κρίμα ότι ελάχιστοι άνθρωποι θυμήθηκαν τον Μάλλορυ. Κι’ όμως: ότι είναι για τον Νότιο Πόλο ο πλοίαρχος Σκοτ και το μεγαλείο του, το ίδιο είναι για το Έβερεστ ο Τζώρτζ Μάλλορυ. Κι’ αν υπάρχει ένα μνημείο του ανθρώπου για το Έβερεστ, το μνημείο είναι του Μάλλορυ – κανενός άλλου. Γιατί κανένας άλλος δεν κέρδισε αυτή την παθητική νίκη του πνεύματος, κανένας δεν υπάκουσε τόσο στη μυστική φωνή, όσο εκείνος. Καθώς διαβάζουμε το χρονικό αυτής της δυνατής ζωής, στο βιβλίο του Joseph Peyreαισθανόμαστε νάμαστε περήφανοι, γιατί μέσα απ’ το φοβερό γένος των ανθρώπων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βγήκε ένα τέτοιο σύμβολο και υπόδειγμα.
Ο Τζώρτζ Μάλλορυ είναι ένας ξανθός άγγελος με μεγάλα μαλλιά, με αρρενωπό πρόσωπο, απόφοιτος του Καίμπριτζ, γνώριμος της λάσπης της Φλάνδρας του καιρού του πολέμου, δασκαλάκος ύστερα σ’ ένα μικρό σχολειό στο Chartethouse. Αγαπά την μοναξιά, τον Σέλλεϋ και τα γράμματα που άφησε ο πικραμένος Κητς. Πηγαίνει στις διακοπές του στα βουνά της Ελβετίας, κινδυνεύει στις Άλπεις, θέλοντας να ανοίξει απάτητους δρόμους στην ανάβαση του Nesthorn και είναι πάντα σιωπηλός και μόνος. Όταν άξαφνα τον κάλεσε η Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία του Λονδίνου, που ετοίμαζε την πρώτη αποστολή στο Έβερεστ, στα 1921, να λάβει μέρος. Η άδεια που είχαν επιτύχει από τον Δαλάϊ – Λάμα του Θιβέτ έλεγε: «Στα δυτικά του Πέντε Θησαυρών του Μεγάλου Χιονιού, στην περιοχή του Φρουρίου του Άσπρου Κρυστάλλου, κοντά στο Μοναστήρι της Εσωτερικής Κοιλάδας των Βράχων, βρίσκεται ο Τόπος των Πουλιών του Νότου, ο τόπος του πιο αψηλού βουνού του κόσμου..». Προς αυτή την απάτητη περιοχή, που έμελλε να είναι η μοίρα του, τράβηξε ο Μάλλορυ. Κανένας Ευρωπαίος δεν το είχε δει ακόμα το Έβερεστ, πριν από τον Μάλλορυ. Μόλις το αντίκρυσε πέρα απ’ τον παγετώνα του Ρόγκμπακ, όταν τα σύννεφα για μια στιγμή τραβήχτηκαν, το ίδιο βράδυ ο θαυμαστής του Σέλλεϋ σημείωνε: «Σιγά – σιγά, αργά είδαμε τις πλευρές του γίγαντα, τους παγετώνες του, μέσα από το πούσι, που εδώ κι’ εκεί άφηνε μια σχισμάδα. Ύστερα, στον ουρανό, ψηλότερα απ’ ό,τι θα μπορούσε να συλλάβει η φαντασία, υψώθηκε ή άσπρη κορφή του Έβερεστ». Λίγο αργότερα ο Μάλλορυ σημειώνει: «Θαρρείς πως δεν έχεις παρά να απλώσεις το χέρι σου για να βεβαιωθείς για την ύπαρξη και το μεγαλείο του. Τέτοια είναι η επιβολή του Θείου». Αυτήν την πνευματική, την μυστική ουσία του μεγάλου βουνού, που στους πρόποδές του χιλιάδες χρόνιας τελούνε τις λατρείες τους οι ασκητές του Θιβέτ, ο Μάλλορυ την αισθάνεται ευθύς εξ αρχής. «Χομολούγκμα» – Θεία Μητέρα του Χιονιού – δεν το λένε οι Θιβετιανοί το βουνό τους;
Αρχίζει τότε για τον Μάλλορυ και τους συντρόφους του ο αγώνας για την εξερεύνηση του βουνού. Όλα είναι άγνωστα: η σύσταση του χιονιού στους παγετώνες, η αντοχή του ανθρώπου στην ατμοσφαιρική πίεση, οι αποστάσεις, τα στρώματα των όγκων, τα εμπόδια. Μήτε οι ιθαγενείς, που τους βοηθούν κουβαλώντας τις προμήθειές τους, είναι οι σημερινοί «τίγρεις» του Νεπάλ. Είναι κάτι μικρόσωμα, κίτρινα, φοβισμένα πλάσματα, που τρέμουν στη δοκιμασία. Το κρύο, 30 ως 40 βαθμοί κάτω απ’ το μηδέν, είναι φοβερό. Πιο απίστευτο είναι οι άνεμοι – οι μουσώνες. «Αμφιβάλλουμε κάθε μέρα και τρέμουμε», σημειώνει ο Μάλλορυ. Το μυαλό και το σώμα είναι σαν να προδίδουν το ένα το άλλο. Αλλά έρχονται οι στιγμές της υπέρτατης αρμονίας. Όσο ανεβαίνουν ψηλότερα τόσο αισθάνονται τη δυσκολία της ανασαμιάς. Πώς πρέπει να αντιδράσουν; Να εισπνέουν στο πρώτο βήμα και στο άλλο να εκπνέουν: Nα κάνουν ταυτοχρόνως και τα δύο στο ίδιο βήμα; Να κάνουν στάση σε κάθε είκοσι ή σε κάθε τριάντα βήματα; Όλα πρέπει για πρώτη φορά να κανονισθούν. Τέλος, ύστερα από ατελείωτες αναζητήσεις, ανακαλύπτουν το πέρασμα του Βορείου Αυχένος. Πέρα από εκεί είναι η κορυφή. Αλλά έχουν πια φθάσει στο έσχατο σημείο της αντοχής. Και είναι Σεπτέμβριος. Οι δυτικοί άνεμοι ήρθαν και ουρλιάζουν. Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί όρθιο. Ο Μάλλορυ με τους συντρόφους του αποφασίζουν να επιστρέψουν. Ο Μάλλορυ φτάνοντας στην Αγγλία λέει πως δε θα ξαναγυρίσει πια στο Έβερεστ. Κι’ όμως, τον επόμενο κιόλας χρόνο είναι πάλι ο πρώτος στη νέα αγγλική αποστολή. Η μυστική φωνή, η πνευματική έλξη του ύψους τον καλεί. «Γιατί θέλεις ν’ ανέβεις στην κορυφή…» τον ρώτησαν. «Επειδή υπάρχει..» είπε. Είναι πάντα αποτραβηγμένος, πάντα μέχρι θυσίας φίλος των ανθρώπων του, των βαστάζων του Θιβέτ, πάντα ο Σέλλεϋ μαζί του. Αυτή τη φορά φθάνουν στα 8.002 μέτρα ύψος. Ποτέ άνθρωπος δεν είχε φτάσει τόσο ψηλά. Αλλά εκεί , ψηλά, αρχίζει ο άλλος κίνδυνος του ύψους: καμιά επιθυμία πια, μια απόλυτη εγκατάλειψη. Φθάνουν και πάλι ως τα έσχατα την προσπάθεια. Όταν έρχονται οι μουσώνες, κι’ έρχεται η καταστροφή. Με βουή απίστευτη, σαν μια έκρηξη φοβερή, κατεβαίνει η χιονοστιβάδα από τη «Μητέρα, Θεότητα του Χιονιού». Ο Μάλλορυ και δύο Ευρωπαίοι σύντροφοί του που είναι δεμένοι μαζί, σώζονται από θαύμα. Από τους βαστάζουν τους του Θιβέτ επτά είναι νεκροί, πλακωμένοι απ’ το χιόνι. Η δεύτερη αποστολή τελειώνει τραγικά. Ο Μάλλορυ γυρίζει πάλι στην Αγγλία. Είναι πια εθνικός ήρως. Έχει μια γυναίκα που την αγαπά, τρία παιδιά, τον διορίζουν σε μια θέση καλή. Είναι δυνατόν να φύγει πάλι; Θα φύγει. Δύο χρόνια αργότερα, στα 1924. Για να βρει την αιωνιότητά του. Ξαναδιαβάζει τους στίχους του Σέλλεϋ, ανακαλύπτει την «Βασίλισσα Μαβ», που δεν την ήξερε. «Δεν πιστεύω να κατεβώ νικημένος» σημειώνει. Εν τούτοις κι’ αυτή την φορά όσο προχωρούν στο Έβερεστ, τόσο η περιπέτεια προβάλλει πιο απελπιστική παρά ποτέ. Φτάνουν ακόμα πιο ψηλά. Αλλά οι ιθαγενείς του Θιβέτ αρνούνται να πάνε πιο πάνω. Δύο σύντροφοί τους είναι νεκροί. Οι δύο σύντροφοι εξ άλλου του Μάλλορυ, ο Σόμερβελ και Νόρτον, αφού μπόρεσαν να φτάσουν στα 8.572 μέτρα, επιστρέφουν φαντάσματα. Ο Νόρτον έχει τυφλωθεί. Πρέπει να εγκαταλείψουν πάλι την προσπάθεια. Ωστόσο, αυτή την τελευταία στιγμή, ο Μάλλορυ αποφασίζει να κάμει την ύστατη απόπειρα, να μην ενδώσει. Είναι τρέλα. Έχει πυρετό, ο λαιμός του τον πνίγει. Ωστόσο λέει πως θα το επιχειρήσει, με τον νέον σύντροφό του, τον Ίρβιν. Την άλλη μέρα αποχαιρετά τους συντρόφους του, τον τυφλωμένο Νόρτον. Ο άνεμος έχει κοπάσει. Τι ετοίμαζε αυτή η εκπληκτική γαλήνη; Ο Όντελ, που ήταν το στήριγμά τους, είδε άξαφνα, από χαμηλά, πάνω στην άσπρη πλαγιά της κορυφής, δύο στίγματα που κινιούνταν, που ανέβαιναν. Ύστερα, το σύννεφο τα κατακάλυψε τα στίγματα. Και πια τίποτα δεν ακούστηκε για τον Μάλλορυ και για τον Ίρβιν. Σε λίγο άρχισε να φυσά άγρια ο άνεμος και να ουρλιάζει. Και η «Μητέρα, η Θεότητα του Χιονιού», σκέπασε με την ανάσα της το σιωπηλό παλληκάρι με τα ξανθά μαλλιά, τον δασκαλάκο του Charterhouse, με τους στίχους του Σέλλεϋ και με τις λάσπες του πολέμου της Φλάνδρας, αυτόν που ερχόταν να διδάξει άλλη μια φορά, αυτή τη φορά στους ανθρώπους και όχι στα παιδιά, πώς μπορεί να είναι κι’ αυτό κάτι: το να είσαι άνθρωπος.
Για τη μεταφορά: Τάκης Ντάσιος
Πηγή:ορεινογραφίες
Εθισμός στα εμβόλια, τέταρτη δόση!







Η κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ* βλέπει από το παράθυρό της τη νέα πραγματικότητα που μας περιμένει στη γωνία και γράφει αυτό το βαθύ, σπάνιο κείμενο.
Είχα την αίσθηση από πάντα σχεδόν ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά πολύς, υπερβολικά γρήγορος, υπερβολικά έντονος, υπερβολικά θορυβώδης. Συνεπώς δεν βιώνω κάποιο «τραύμα απομόνωσης» και δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να μη συναντώ άλλους ανθρώπους. Δεν λυπάμαι που έκλεισαν τα σινεμά. Μου είναι εντελώς αδιάφορο που τα εμπορικά κέντρα έβαλαν προσωρινό λουκέτο.
Ανησυχώ και στενοχωριέμαι, φυσικά, όταν σκέφτομαι όλους τους ανθρώπους που χάνουν τις δουλειές τους. Όταν όμως έμαθα για την επερχόμενη καραντίνα, ένιωσα κάτι σαν ανακούφιση. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι ένιωσαν το ίδιο, ακόμα κι αν ένιωθαν επίσης και κάποια ντροπή γι’ αυτό. Η εσωστρέφειά μου, τόσα χρόνια στραγγαλισμένη και κακοποιημένη από τους υπερδραστήριους εξωστρεφείς, τίναξε τη σκόνη από πάνω της και βγήκε από την ντουλάπα…
Η ζωή συνεχίζεται, όπως συνεχίζεται, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό. Τακτοποίησα επιτέλους την ντουλάπα μου και μάζεψα πλήθος διαβασμένες εφημερίδες για να τις πάω στον κάδο ανακύκλωσης. Πήρα το ποδήλατό μου από το μαγαζί που το είχα παρατήσει για επισκευή. Άρχισα να απολαμβάνω πιο πολύ το μαγείρεμα.
Μου έρχονται διαρκώς στο μυαλό εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια. Υπήρχε τόσο πολύ περισσότερος χρόνος τότε, και μπορούσες να τον «χαραμίσεις» και να τον «σκοτώσεις», ξοδεύοντας ώρες με το να χαζεύεις απλά έξω από το παράθυρο, να παρατηρείς τα μυρμήγκια, να κρύβεσαι κάτω από το τραπέζι και να φαντάζεσαι ότι είσαι σε κιβωτό ή απλά να ξεφυλλίζεις την εγκυκλοπαίδεια.
Μπροστά στα μάτια μας εξατμίζεται ο καπνός από το πολιτισμικό παράδειγμα που μας διαμόρφωσε τα τελευταία διακόσια χρόνια: ότι είμαστε οι πρωτομάστορες της δημιουργίας, ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ότι ο κόσμος μας ανήκει. Μια νέα εποχή πλησιάζει.
Μήπως τελικά έχουμε επιστρέψει στον φυσιολογικό ρυθμό της ζωής; Μήπως ο ιός δεν αποτελεί διατάραξη της κανονικότητας, αλλά ακριβώς το αντίθετο – μήπως δηλαδή αφύσικος ήταν ο φρενήρης κόσμος πριν από τον ιό;
Στο κάτω-κάτω ο ιός ήταν αυτός που μας υπενθύμισε αυτό το οποίο αρνιόμασταν με τόσο πάθος: ότι είμαστε ευάλωτα πλάσματα φτιαγμένα από το πιο λεπτό υλικό. Ότι πεθαίνουμε – ότι είμαστε θνητοί. Ότι δεν μας διαχωρίζει από τον υπόλοιπο πλανήτη η «ανθρωπιά» ή η εξαιρετικότητά μας. Ότι ο κόσμος είναι ένα είδος μεγάλου δικτύου στο οποίο εμπλεκόμαστε ποικιλοτρόπως, συνδεδεμένοι με τα υπόλοιπα όντα με αόρατα νήματα επιρροής και εξάρτησης. Ότι ασχέτως της απόστασης που χωρίζει τις πατρίδες μας ή τις γλώσσες που μιλάμε, ή το χρώμα του δέρματός μας, υποκύπτουμε στις ίδιες ασθένειες, μοιραζόμαστε τους ίδιους φόβους, πεθαίνουμε με τον ίδιο θάνατο.
Ο ιός μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι όσο αδύναμοι και ευάλωτοι κι αν νιώθουμε μπροστά στον κίνδυνο, περιτριγυριζόμαστε επίσης από ανθρώπους που είναι πιο ευάλωτοι, και για τους οποίους η βοήθειά μας είναι απαραίτητη. Μας υπενθύμισε πόσο ευπαθείς είναι οι ηλικιωμένοι γονείς μας και πόσο έχουν ανάγκη την φροντίδα μας. Μας υπέδειξε ότι οι φρενήρεις ρυθμοί που κινούμαστε θέτουν σε κίνδυνο τον κόσμο μας. Και ανέδειξε ένα ερώτημα το οποίο σπανίως έχουμε το κουράγιο να κάνουμε στον εαυτό μας: Τι είναι ακριβώς αυτό για την αναζήτηση του οποίου συνεχίζουμε να αναλωνόμαστε;
Ο φόβος μήπως μολυνθούμε μας υπενθύμισε τις φωλιές όπου μεγαλώσαμε και όπου νιώθουμε ασφαλείς. Σε μια τέτοια περίσταση, ακόμα και οι πιο επιμελείς και ακούραστοι ταξιδιώτες θα αναζητήσουν κάποιο είδος σπιτιού. Την ίδια ώρα, μας αποκαλύφθηκαν θλιβερές αλήθειες – όπως ότι σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή κινδύνου, οι σκέψεις μας υποχώρησαν για άλλη μια φορά στο περιορισμένο και αποκλειστικό πεδίο των εθνών και των συνόρων.
Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, έχουμε δει όλοι μας πόσο αδύναμη είναι στην πράξη η ιδέα μιας ευρωπαϊκής κοινότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκαταλείψει τον αγώνα, αναθέτοντας αποφάσεις ύψιστης κρισιμότητας στα εθνικά κράτη. Οι παλιοί σωβινισμοί έχουν επιστρέψει, φέροντας μαζί τους τον διαχωρισμό ανάμεσα σε «εμάς» και στους «ξένους» – με άλλα λόγια όλα αυτά εναντία στα οποία πολεμήσαμε τόσες δεκαετίες με την ελπίδα ότι δεν θα διαμορφώσουν ποτέ ξανά τη σκέψη μας. Ο φόβος του ιού μεταφέρει την αταβιστική πεποίθηση ότι πρέπει το φταίξιμο να πέσει στους ξένους, ότι αυτοί εισήγαγαν την απειλή. Στην Ευρώπη, ο ιός είναι «από αλλού». Εδώ στην Πολωνία, όποιος επιστρέφει από το εξωτερικό, θεωρείται ύποπτος. Ο ιός μας υπενθυμίζει ότι τα σύνορα ζουν και βασιλεύουν.
Πολύ φοβάμαι επίσης ότι ο ιός θα μας θυμίσει έντονα μια άλλη παλιά αλήθεια: πόσο δεν είμαστε καθόλου ίσοι. Κάποιοι από μας θα πετάξουν με ιδιωτικά αεροπλάνα σε μακρινά νησιά ή σε πολυτελή καταφύγια στα βουνά, την ώρα που οι περισσότεροι θα παραμείνουν στις πόλεις, κάποιοι θα πρέπει να φροντίζουν για τη λειτουργία των σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας, κάποιοι θα πρέπει να δουλεύουν στα καταστήματα ειδών πρώτης ανάγκης ή στα νοσοκομεία, ρισκάροντας τη ζωή τους. Κάποιοι θα βγάλουν χρήματα από την πανδημία και κάποιοι άλλοι θα χάσουν τα πάντα.
Πιστεύουμε ότι μένουμε σπίτι και διαβάζουμε βιβλία ή βλέπουμε τηλεόραση, αλλά στην ουσία, καθώς σιγά-σιγά συνειδητοποιούμε ότι τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο, προετοιμάζουμε τον εαυτό μας για τη μάχη που θα δοθεί με διακύβευμα μια νέα πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε καν να φανταστούμε…
Μπροστά στα μάτια μας εξατμίζεται ο καπνός από το πολιτισμικό παράδειγμα που μας διαμόρφωσε τα τελευταία διακόσια χρόνια: ότι είμαστε οι πρωτομάστορες της δημιουργίας, ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ότι ο κόσμος μας ανήκει. Μια νέα εποχή πλησιάζει.
Από το κείμενο της Όλγκα Τοκάρτσουκ που δημοσιεύτηκε στο New Yorker με τίτλο “A New World Through My Window”
Απόδοση: Δ. Πολιτάκης
* Τα βιβλία της Όλγκα Τοκάρτσουκ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
Πηγή: thedaily.gr
*Η Όλγα Ναβόγια Τοκάρτσουκ είναι πολωνή συγγραφέας, ακτιβίστρια και διανοούμενη, η οποία έχει περιγραφεί ως μια από τις καλύτερες και πιο επιτυχημένες συγγραφείς της γενιάς της. Το 2018, κέρδισε το Διεθνές βραβείο Μπούκερ για το μυθιστόρημά της Πτήσεις. Τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έτος 2018.Γεννήθηκε το 1962
H 101 ετών Hazel McCallion, διορίστηκε εκ νέου διευθύντρια στο αεροδρόμιο του Τορόντο ανανεώνοντας την τριετή ανανέωση της σύμβασης της.
Μετά από μια επιτυχημένη καριέρα σαν αθλήτρια και σαν επιχειρηματίας, αποφάσισε στην μέση ηλικία να μπει στην πολιτική σκηνή. Άρχισε να ψωνίζει από διάφορα παντοπωλεία κάθε εβδομάδα, για να ακούει και να κατανοεί τις ανάγκες των ψηφοφόρων της. Σύντομα έγινε η μακροβιότερη δήμαρχος του Καναδά, έφερε απίστευτη οικονομική ανάπτυξη με τις καινοτόμες ιδέες της, όπου και παραιτήθηκε το 2014, για να αναλάβει την διοίκηση του αεροδρομίου. Θεωρείται μέντορας για χιλιάδες ανθρώπους καθώς δεν σταματά ποτέ να εξελίσσεται, να μαθαίνει και να δημιουργεί.
Η ζωή της, οι αγώνες, οι προσωπικές της μάχες, γεμίζουν βιβλία ολόκληρα. Μιλάμε σήμερα συχνά για γυναικεία πρότυπα και role models. Όμως κανένα παράδειγμα πιο ισχυρό, από εκείνες τις γυναίκες που μπόρεσαν να ηγηθούν σε δύσκολες εποχές, με πάθος και πίστη στον ίδιο τους τον εαυτό.
