
«Όλος ο κόσμος τον περασμένο μήνα άκουσε με έκπληξη και με περηφάνεια τη νέα νίκη του ανθρώπου: την κατάκτηση του Έβερεστ. Ύστερά από τους δύο πόλους, το Νότιο και το Βόρειο, που είχαν κατακτηθεί, το Έβερεστ, η στέγη της γης, έμεινε το τελευταίο εγχείρημα που απέμεινε στη θέληση του ανθρώπου να το κερδίσει. Τώρα τέλειωσε και το Έβερεστ. Τί θα γίνουν τώρα οι άνθρωποι του πάθους, όταν μήτε οι πόλοι μήτε το Έβερεστ πια υπάρχουν;
Είναι κρίμα ότι χάρις στα σύγχρονα μέσα της επικοινωνίας, χάρις στην αδηφάγο περιέργεια της κοινής γνώμης, χάρις σ’ αυτόν τον πολυθρύλητο μέσο άνθρωπο, το νοικοκύρη, που στα γούστα του υποτάσσονται τα πάντα και πού τα πάντα – τα δυνατά και τα άγρια και τα παθητικά – πρέπει να του σερβιρίσουνε στην ώρα της σπιτικής του γαλήνης – είναι κρίμα ότι γι’ αυτούς τους λόγους η κατάκτηση του Έβερεστ, με την τόση δημοσιότητά της, έχασε πολύ από το αληθινό μεγαλείο του ανθρώπου. Έχασε πολύ ακόμα κι’ απ’ τον λόγο ότι δεν είναι πια ο καιρός του πλοιάρχου Σκοτ και του Αμούντσεν και του Σάκλετον και του Μάλλορυ. Δεν έχει να αναμετρηθεί τώρα τόσο σκληρά η ανθρώπινη ύπαρξη με τις γιγαντιαίες, τις πέραν από τα μέτρα του ανθρώπου, δυνάμεις της φύσης. Τα τεχνικά μέσα τώρα έγιναν πολλά, οι ευκολίες πολλές. Και προκειμένου για τέτοια εγχειρήματα, που υψώνουν τη στάθμη του ανθρώπινου είδους, ακριβώς οι δυσκολίες, οι συχνά ανυπέρβλητες, ήταν εκείνες πού, τουλάχιστον άλλοτε, τους έδιναν τον υψηλό χαρακτήρα. Τον χαρακτήρα τον καθ’ αυτό πνευματικό. Γιατί βέβαια νίκη του πνεύματος απάνω στην παντοδύναμη ύλη ήταν η πορεία του πλοιάρχου Σκοτ στον Νότιο Πόλο, ήταν οι τρείς πορείες του Μάλλορυ στο Έβερεστ, ώσπου το Έβερεστ τον κράτησε, για πάντα, μέσα στην αιωνιότητα του παγετώνα του Ρόγκμπακ.
Είναι κρίμα για την εποχή μας και για τη γενιά μας, ότι μέσα στην εκπληκτική δημοσιότητα της τελευταίας ανάβασης του Έβερεστ, με τις μάσκες οξυγόνου, μέσα στους δημόσιους διαπληκτισμούς για το ποιος έβαλε πρώτος το πόδι του πάνω στην κορυφή – ο Χίλλαρυ ή ο Νεπαλέζος Τένσιγκ Μπόια – σαν να επρόκειτο για μπάλα ποδοσφαίρου, όπως τόσο χαρακτηριστικά έλεγε ο αγαπητός μου φίλος του Ορειβατικού Αθηνών, ο κ. Περράκης – είναι κρίμα ότι ελάχιστοι άνθρωποι θυμήθηκαν τον Μάλλορυ. Κι’ όμως: ότι είναι για τον Νότιο Πόλο ο πλοίαρχος Σκοτ και το μεγαλείο του, το ίδιο είναι για το Έβερεστ ο Τζώρτζ Μάλλορυ. Κι’ αν υπάρχει ένα μνημείο του ανθρώπου για το Έβερεστ, το μνημείο είναι του Μάλλορυ – κανενός άλλου. Γιατί κανένας άλλος δεν κέρδισε αυτή την παθητική νίκη του πνεύματος, κανένας δεν υπάκουσε τόσο στη μυστική φωνή, όσο εκείνος. Καθώς διαβάζουμε το χρονικό αυτής της δυνατής ζωής, στο βιβλίο του Joseph Peyreαισθανόμαστε νάμαστε περήφανοι, γιατί μέσα απ’ το φοβερό γένος των ανθρώπων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βγήκε ένα τέτοιο σύμβολο και υπόδειγμα.
Ο Τζώρτζ Μάλλορυ είναι ένας ξανθός άγγελος με μεγάλα μαλλιά, με αρρενωπό πρόσωπο, απόφοιτος του Καίμπριτζ, γνώριμος της λάσπης της Φλάνδρας του καιρού του πολέμου, δασκαλάκος ύστερα σ’ ένα μικρό σχολειό στο Chartethouse. Αγαπά την μοναξιά, τον Σέλλεϋ και τα γράμματα που άφησε ο πικραμένος Κητς. Πηγαίνει στις διακοπές του στα βουνά της Ελβετίας, κινδυνεύει στις Άλπεις, θέλοντας να ανοίξει απάτητους δρόμους στην ανάβαση του Nesthorn και είναι πάντα σιωπηλός και μόνος. Όταν άξαφνα τον κάλεσε η Βασιλική Γεωγραφική Εταιρεία του Λονδίνου, που ετοίμαζε την πρώτη αποστολή στο Έβερεστ, στα 1921, να λάβει μέρος. Η άδεια που είχαν επιτύχει από τον Δαλάϊ – Λάμα του Θιβέτ έλεγε: «Στα δυτικά του Πέντε Θησαυρών του Μεγάλου Χιονιού, στην περιοχή του Φρουρίου του Άσπρου Κρυστάλλου, κοντά στο Μοναστήρι της Εσωτερικής Κοιλάδας των Βράχων, βρίσκεται ο Τόπος των Πουλιών του Νότου, ο τόπος του πιο αψηλού βουνού του κόσμου..». Προς αυτή την απάτητη περιοχή, που έμελλε να είναι η μοίρα του, τράβηξε ο Μάλλορυ. Κανένας Ευρωπαίος δεν το είχε δει ακόμα το Έβερεστ, πριν από τον Μάλλορυ. Μόλις το αντίκρυσε πέρα απ’ τον παγετώνα του Ρόγκμπακ, όταν τα σύννεφα για μια στιγμή τραβήχτηκαν, το ίδιο βράδυ ο θαυμαστής του Σέλλεϋ σημείωνε: «Σιγά – σιγά, αργά είδαμε τις πλευρές του γίγαντα, τους παγετώνες του, μέσα από το πούσι, που εδώ κι’ εκεί άφηνε μια σχισμάδα. Ύστερα, στον ουρανό, ψηλότερα απ’ ό,τι θα μπορούσε να συλλάβει η φαντασία, υψώθηκε ή άσπρη κορφή του Έβερεστ». Λίγο αργότερα ο Μάλλορυ σημειώνει: «Θαρρείς πως δεν έχεις παρά να απλώσεις το χέρι σου για να βεβαιωθείς για την ύπαρξη και το μεγαλείο του. Τέτοια είναι η επιβολή του Θείου». Αυτήν την πνευματική, την μυστική ουσία του μεγάλου βουνού, που στους πρόποδές του χιλιάδες χρόνιας τελούνε τις λατρείες τους οι ασκητές του Θιβέτ, ο Μάλλορυ την αισθάνεται ευθύς εξ αρχής. «Χομολούγκμα» – Θεία Μητέρα του Χιονιού – δεν το λένε οι Θιβετιανοί το βουνό τους;
Αρχίζει τότε για τον Μάλλορυ και τους συντρόφους του ο αγώνας για την εξερεύνηση του βουνού. Όλα είναι άγνωστα: η σύσταση του χιονιού στους παγετώνες, η αντοχή του ανθρώπου στην ατμοσφαιρική πίεση, οι αποστάσεις, τα στρώματα των όγκων, τα εμπόδια. Μήτε οι ιθαγενείς, που τους βοηθούν κουβαλώντας τις προμήθειές τους, είναι οι σημερινοί «τίγρεις» του Νεπάλ. Είναι κάτι μικρόσωμα, κίτρινα, φοβισμένα πλάσματα, που τρέμουν στη δοκιμασία. Το κρύο, 30 ως 40 βαθμοί κάτω απ’ το μηδέν, είναι φοβερό. Πιο απίστευτο είναι οι άνεμοι – οι μουσώνες. «Αμφιβάλλουμε κάθε μέρα και τρέμουμε», σημειώνει ο Μάλλορυ. Το μυαλό και το σώμα είναι σαν να προδίδουν το ένα το άλλο. Αλλά έρχονται οι στιγμές της υπέρτατης αρμονίας. Όσο ανεβαίνουν ψηλότερα τόσο αισθάνονται τη δυσκολία της ανασαμιάς. Πώς πρέπει να αντιδράσουν; Να εισπνέουν στο πρώτο βήμα και στο άλλο να εκπνέουν: Nα κάνουν ταυτοχρόνως και τα δύο στο ίδιο βήμα; Να κάνουν στάση σε κάθε είκοσι ή σε κάθε τριάντα βήματα; Όλα πρέπει για πρώτη φορά να κανονισθούν. Τέλος, ύστερα από ατελείωτες αναζητήσεις, ανακαλύπτουν το πέρασμα του Βορείου Αυχένος. Πέρα από εκεί είναι η κορυφή. Αλλά έχουν πια φθάσει στο έσχατο σημείο της αντοχής. Και είναι Σεπτέμβριος. Οι δυτικοί άνεμοι ήρθαν και ουρλιάζουν. Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί όρθιο. Ο Μάλλορυ με τους συντρόφους του αποφασίζουν να επιστρέψουν. Ο Μάλλορυ φτάνοντας στην Αγγλία λέει πως δε θα ξαναγυρίσει πια στο Έβερεστ. Κι’ όμως, τον επόμενο κιόλας χρόνο είναι πάλι ο πρώτος στη νέα αγγλική αποστολή. Η μυστική φωνή, η πνευματική έλξη του ύψους τον καλεί. «Γιατί θέλεις ν’ ανέβεις στην κορυφή…» τον ρώτησαν. «Επειδή υπάρχει..» είπε. Είναι πάντα αποτραβηγμένος, πάντα μέχρι θυσίας φίλος των ανθρώπων του, των βαστάζων του Θιβέτ, πάντα ο Σέλλεϋ μαζί του. Αυτή τη φορά φθάνουν στα 8.002 μέτρα ύψος. Ποτέ άνθρωπος δεν είχε φτάσει τόσο ψηλά. Αλλά εκεί , ψηλά, αρχίζει ο άλλος κίνδυνος του ύψους: καμιά επιθυμία πια, μια απόλυτη εγκατάλειψη. Φθάνουν και πάλι ως τα έσχατα την προσπάθεια. Όταν έρχονται οι μουσώνες, κι’ έρχεται η καταστροφή. Με βουή απίστευτη, σαν μια έκρηξη φοβερή, κατεβαίνει η χιονοστιβάδα από τη «Μητέρα, Θεότητα του Χιονιού». Ο Μάλλορυ και δύο Ευρωπαίοι σύντροφοί του που είναι δεμένοι μαζί, σώζονται από θαύμα. Από τους βαστάζουν τους του Θιβέτ επτά είναι νεκροί, πλακωμένοι απ’ το χιόνι. Η δεύτερη αποστολή τελειώνει τραγικά. Ο Μάλλορυ γυρίζει πάλι στην Αγγλία. Είναι πια εθνικός ήρως. Έχει μια γυναίκα που την αγαπά, τρία παιδιά, τον διορίζουν σε μια θέση καλή. Είναι δυνατόν να φύγει πάλι; Θα φύγει. Δύο χρόνια αργότερα, στα 1924. Για να βρει την αιωνιότητά του. Ξαναδιαβάζει τους στίχους του Σέλλεϋ, ανακαλύπτει την «Βασίλισσα Μαβ», που δεν την ήξερε. «Δεν πιστεύω να κατεβώ νικημένος» σημειώνει. Εν τούτοις κι’ αυτή την φορά όσο προχωρούν στο Έβερεστ, τόσο η περιπέτεια προβάλλει πιο απελπιστική παρά ποτέ. Φτάνουν ακόμα πιο ψηλά. Αλλά οι ιθαγενείς του Θιβέτ αρνούνται να πάνε πιο πάνω. Δύο σύντροφοί τους είναι νεκροί. Οι δύο σύντροφοι εξ άλλου του Μάλλορυ, ο Σόμερβελ και Νόρτον, αφού μπόρεσαν να φτάσουν στα 8.572 μέτρα, επιστρέφουν φαντάσματα. Ο Νόρτον έχει τυφλωθεί. Πρέπει να εγκαταλείψουν πάλι την προσπάθεια. Ωστόσο, αυτή την τελευταία στιγμή, ο Μάλλορυ αποφασίζει να κάμει την ύστατη απόπειρα, να μην ενδώσει. Είναι τρέλα. Έχει πυρετό, ο λαιμός του τον πνίγει. Ωστόσο λέει πως θα το επιχειρήσει, με τον νέον σύντροφό του, τον Ίρβιν. Την άλλη μέρα αποχαιρετά τους συντρόφους του, τον τυφλωμένο Νόρτον. Ο άνεμος έχει κοπάσει. Τι ετοίμαζε αυτή η εκπληκτική γαλήνη; Ο Όντελ, που ήταν το στήριγμά τους, είδε άξαφνα, από χαμηλά, πάνω στην άσπρη πλαγιά της κορυφής, δύο στίγματα που κινιούνταν, που ανέβαιναν. Ύστερα, το σύννεφο τα κατακάλυψε τα στίγματα. Και πια τίποτα δεν ακούστηκε για τον Μάλλορυ και για τον Ίρβιν. Σε λίγο άρχισε να φυσά άγρια ο άνεμος και να ουρλιάζει. Και η «Μητέρα, η Θεότητα του Χιονιού», σκέπασε με την ανάσα της το σιωπηλό παλληκάρι με τα ξανθά μαλλιά, τον δασκαλάκο του Charterhouse, με τους στίχους του Σέλλεϋ και με τις λάσπες του πολέμου της Φλάνδρας, αυτόν που ερχόταν να διδάξει άλλη μια φορά, αυτή τη φορά στους ανθρώπους και όχι στα παιδιά, πώς μπορεί να είναι κι’ αυτό κάτι: το να είσαι άνθρωπος.
Για τη μεταφορά: Τάκης Ντάσιος
Πηγή:ορεινογραφίες
