Ήθελε ο Θεός και ζήσαμε!

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα ……

7. Ήθελε ο θεός και ζήσαμε*


Η Πρωτομαγιά του 1964 συνέπεσε με τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν από τις σπάνιες χρονιές που το Πάσχα θα το γιορτάζαμε Μάιο. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στην κοιλάδα του Μόρνου.
Οι γεωργοί στην κοιλάδα είχαν αρχίσει τις προετοιμασίες για την σπορά στους αγρούς, ο καθαρισμός των καναλιών άρδευσης και τα οργώματα είχαν σχεδόν τελειώσει σε όλο τον κάμπο. Οι καλλιεργητές μάλιστα που τα χωράφια τους αρδεύονταν από τον Κοκκινοπόταμο και καλλιεργού- σαν καλαμπόκι έπρεπε μέχρι τις αρχές Μαΐου να έχουν τελειώσει και με τη σπορά, η οποία γινόταν πρώιμα σε αυτά τα χωράφια, μιας και το καλαμπόκι χρειάζεται αρκετά ποτίσματα για να έχει ανάπτυξη και πλούσια παραγωγή.

Ο Κόκκινος ποταμός μπορούσε να δώσει νερό το πολύ μέχρι τα μέσα Ιουλίου· το υπόλοιπο διάστημα, μέχρι το φθινόπωρο, στέρευε στο μεγαλύτερο τμήμα του σε αντίθεση με τον Μόρνο, που τα νερά του έρεαν αδιάκοπα όλο τον χρόνο.
Εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή του 1964 ο πατέρας μου είχε τελειώσει με την πρώιμη σπορά των χωραφιών, γύρω από το σπίτι, με καλαμπόκι, αφού τα χωράφια αυτά μπορούσαν να αρδευτούν μόνο από τον Κόκκινο.

Τα χρόνια εκείνα το όργωμα και η σπορά γίνονταν με το παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή με τα άλογα ή τα μουλάρια και το αλέτρι του Ησίοδου. Ήταν δύσκολη δουλειά για τους ανθρώπους και για τα ζώα.
Δεν έπρεπε ούτε σπυρί να πάει χαμένο, για να πιάσει ο κόπος τόπο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι άνθρωποι του μόχθου.


Στα φρέσκα οργώματα έπεφταν κάθε είδους πουλιά για να κλέψουν κανένα σπόρο. Οι επιδρομές των κορακιών ήταν η μεγάλη μάστιγα για τους γεωργούς, τόσο κατά τη σπορά όσο και μετέπειτα, κατά την περίοδο της ωρίμανσης και της συγκομιδής.

Για να μειώσουν αυτές τις επιδρομές, χρησιμοποιώντας παλιά ρούχα έφτιαχναν σκιάχτρα και τα τοποθετούσαν στα χωράφια τους. Στην αρχή ήταν αποτελεσματικό μέτρο, αλλά σιγά-σιγά τα πουλιά εξοικειώνονταν και στο τέλος κάθονταν ακόμη και πάνω στα σκιάχτρα.
Χρησιμοποιούσαν επίσης κάποιες αυτοσχέδιες κατασκευές από τενεκέδες, που με τον άνεμο δημιουργούσαν έντονο θόρυβο που φόβιζε τα πουλιά, τουλάχιστον στην αρχή.
Κάποιοι γεωργοί θεωρούσαν πιο αποτελεσματικό μέτρο να κρεμούν σε κάποιους στύλους μέσα στα χωράφια τους νεκρά πουλιά, που είχαν τουφεκίσει.


Ο πατέρας μου είχε ένα παλιό στρατιωτικό τυφέκιο, μακρύκανο, τύπου γκρα, που το είχε μετατρέψει σε κυνηγετικό. Έπαιρνε κυνηγετικό φυσίγγι στην θαλάμη αντί για σφαίρα και λειτουργούσε με κινητό ουραίο. Εκείνο το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής το κατέβασε από το ταβάνι του σπιτιού μας όπου το φύλαγε, το όπλισε και παραμόνευε στην αυλή ώστε, όταν πέσουν τα πουλιά στα οργωμένα χωράφια, να τα τουφεκίσει. Κάποια στιγμή κάπου θέλησε να πάει, άφησε το όπλο πάνω στον φράχτη και απομακρύνθηκε.


Παρακολουθώντας τη σκηνή μαζί με τα αδέλφια μου τρέξαμε, κι εγώ άρπαξα το όπλο κι άρχισα να σημαδεύω, πρώτα τον αδελφό μου και μετά την αδελφή μου, λέγοντάς τους αστειευόμενος «σας σκοτώνω», πιστεύοντας ότι δεν είχε φυσίγγι. Το χαρακτηριστικό κλικ του επικρουστήρα ακούστηκε δυο φορές χωρίς να γίνει εκπυρσοκρότηση. Μετά έστρεψα το όπλο προς τον ουρανό, ξαναπάτησα την σκανδάλη και ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότησης ακόμη ακούγεται στα αυτιά μου μαζί με τα ξεφωνητά της μάνας μου και τις αγριοφωνάρες του πατέρα μου…

*το διήγημα είναι από το βιβλίο: «θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις».

Ν. Καζαντζάκης

Τον Θεό δεν τον φοβάμαι εκείνος καταλαβαίνει και συγχωρεί.

Τους ανθρώπους φοβάμαι που ούτε καταλαβαίνουν και ούτε συγχωρούν.

Μπαλζάκ

Ευγενία Γκραντέ:

Κάθε ανθρώπινη δύναμη είναι μια σύνθεση υπομονής και καιρού. Οι δυνατοί άνθρωποι θέλουν κι αγρυπνούν. Η ζωή του φιλάργυρου είναι μια ακατάπαυστη άσκηση της ανθρώπινης δύναμης υποταγμένη στην προσωπικότητα.

Στηρίζεται σε δύο μόνο αισθήματα στη φιλαυτία και το συμφέρον’ μα επειδή το συμφέρον είναι κατά κάποιον τρόπο η σταθερή και καλώς νοούμεμη φιλαυτία, η διαρκής διαπίστωση μιας πραγματικής υπεροχής, η φιλαυτία και το συμφέρον είναι δυο μέρη ενός και του αυτού συνόλου: του εγωισμού. Απ’αυτό ίσως προέρχεται η τρομερή περιέργεια που κινούν οι φιλάργυροι, όταν τοποθετούνται μ’ επιτηδειότητα στη σκηνή. Ο καθένας μας συνδέεται με μια κλωστή με τα πρόσωπα αυτά, που έρχονται σε σύγκρουση με όλα τα ανθρώπινα αισθήματα, συνοψίζοντάς τα όλα.

Ποιος άνθρωπος είναι χωρίς επιθυμία και ποιά κοινωνική επιθυμία θα εκπληρωθεί χωρίς χρήμα; (…) Το να επιβάλλεσαι στον άλλον δεν είναι μια άσκηση εξουσίας, δεν είναι συνεχής απόκτηση του δικαιώματος να περιφρονείς τους πολύ ασθενείς, εκείνους που αφήνουν να καταβροχθησθούν εδώ στον κάτω κόσμο;

Ω! ποιός κατάλαβε καλά το αρνί το πλαγιασμένο ήσυχα στα πόδια του Θεού, το πιο συγκινητικό έμβλημα του όλων των επίγειων θυμάτων, το σύμβολο του μέλλοντός τους, το δοξαστό τέλος του πόνου και της ανημπόρειας. Αυτό το αρνί ο φιλάργυρος το αφήνει να παχύνει, το μαντρώνει το σκοτώνει, το ψήνει, το τρώει και το περιφρονεί.

Η βοσκή των φιλάργυρων είναι το χρήμα κι η περιφρόνηση.”

Μακαρέντζος-Μακαρέντζος!!

Είκοσι μια Απριλίου σήμερα.…55 χρόνια πριν

Μακαρέντζος-Μακαρέντζος!! (Διήγημα)

Από το 1966 μέχρι το 1972 ήμουν μαθητής του εξαταξίου γυμνασίου μιας όμορφης και ήσυχης επαρχιακής κωμόπολης κτισμένης στις υπώρειες της δυτικής πλευράς μιας μεγάλης οροσειράς, έχοντας αντίκρυ έναν επίσης ορεινό όγκο. Στην έξοδο της κωμόπολης ξεκίναγε μια μικρή πανέμορφη κοιλάδα εκτεινόμενη και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά, που προσομοίαζε σαν μια καλοφτιαγμένη αυλή για την μικρή αυτή πόλη διαμορφωμένη ένα επίπεδο κάτω από τα τελευταία σπίτια της.

Ένας μικρός χείμαρρος, που ξεκίναγε από τα ανατολικά, διέσχιζε την μικρή κοιλάδα και στο τέρμα του συναντούσε τον Μέγα ποταμό που έρεε τα νερά του προς τα νοτιοδυτικά αφού περνούσε μέσα από ένα πολύ μικρό στένωμα. Ουσιαστικά ήταν μια βραχοσχισμή περίπου 50 μέτρων όπου από παλιά οι κάτοικοι είχαν φτιάξει ένα πέτρινο μονότοξο γιοφύρι για να διαβαίνουν χωρίς να διακινδυνεύουν από τα ορμητικά νερά του ποταμιού.

Η θέση που βρισκόταν η κωμόπολη, με το όνομα Λιδωρίκιον, της πρόσφερε μια φυσική απομόνωση, που ήταν πλεονέκτημα για τις παλιότερες εποχές και μεγάλο μειονέκτημα για την σύγχρονη εποχή. Γιαυτό το λόγο ήταν ανάμεσα στις λιγοστές στεριανές πόλεις που είχαν επιλέγει από το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου ως ιδανικός τόπος εκτοπισμού των αντιφρονούντων …

Η φοίτηση στο Γυμνάσιο των παιδιών, που καταγόντουσαν από τα απομακρυσμένα χωριά της πέριξ περιοχής απαιτούσε αναγκαστική εσωτερική μετανάστευση από την ηλικία των δώδεκα ετών.

Σε αυτή την πόλη, σε ένα μικρό δωμάτιο, μια χαμοκέλα, που η οικογένεια μου είχε νοικιάσει, έζησα τις έξι σχολικές χρονιές.

Τα δυο πρώτα χρόνια ήμουν μόνος μου και τα επόμενα χρόνια με τα δυο μικρότερα αδέλφια μου.

Δεν ήταν εύκολη βέβαια η διαβίωση των νεαρών μαθητών, που πέρα από τις σχολικές υποχρεώσεις έπρεπε να φροντίζουν και τους εαυτούς τους. Το καθάρισμα, το μαγείρεμα, το πλύσιμο και όλες οι σχετικές εργασίες, που ένα νοικοκυριό, έστω και μικρό, απαιτεί, ήταν αποκλειστική ευθύνη του νεαρού μαθητή.

Η έλλειψη της γονικής εποπτείας γεννούσε και άλλους κινδύνους για τα νεαρά παιδιά, που έπρεπε να τους διαχειριστούν μόνα τους. Έπρεπε να μάθουν να διαχειρίζονται τον χρόνο, να βάζουν προτεραιότητες, να θέτουν στόχους, να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις και να ασκούνται στην αυτοπειθαρχία και βασικά να διαχειρίζονται την ελευθερία τους. Το τελευταίο μάλιστα ήταν και το πιο δύσκολο, τα περισσότερα τα κατάφερναν και ωρίμαζαν νωρίτερα από συνομηλίκους τους, που μεγάλωναν στις οικογενειακές εστίες τους. Υπήρχαν βέβαια και αποτυχίες, κάποιοι ευτυχώς ελάχιστοι παρασυρόντουσαν και οδηγούνται σε επικίνδυνες παρεκτροπές.

Τα δικά μου σχολικά χρόνια συνέπεσαν με την διακυβέρνηση της χώρας από το στρατιωτικό καθεστώς, που επιβλήθηκε με το πραξικόπημα, τον Απρίλιο του 1967, όταν ήμουν μαθητής της πρώτης τάξης του Γυμνασίου.

Θυμάμαι έντονα το πρωινό της Παρασκευής της 21ης Απριλίου 1967, αν και δεν υπήρχαν κάποια σημάδια, που να το διαφοροποιούν σε κάτι από τα συνήθη σχολικά πρωινά.

Ο ηλεκτρικός σταθμός παραγωγής ρεύματος, που τροφοδοτούσε την κωμόπολη, σταμάτησε να λειτουργεί όπως κάθε μέρα στις έξι. Ο τοπικός ηλεκτρικός σταθμός λειτουργούσε από τις έξι το απόγευμα μέχρι τις έξι το πρωί, μιας και η ΔΕΗ δεν είχε ακόμη παρουσία στην ορεινή επαρχία της Κεντρικής Ρούμελης.

Οι πρώτοι κάτοικοι από τα γύρω χωριά άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη με τα υποζύγια τους, άλλοι μετέφεραν διάφορα προϊόντα για πώληση και άλλοι ερχόντουσαν για να κάνουν τις αγορές τους ή να επισκεφθούν τις δημόσιες υπηρεσίες για να διεκπεραιώσουν κάποια υπόθεση τους.

Στις οχτώ, όπως κάθε μέρα, οι μαθητές είχαν πάει στο σχολικό συγκρότημα και περίμεναν να κτυπήσει το κουδούνι, μάλιστα είχαν έλθει κανονικά με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και οι μαθητές που πηγαινοερχόντουσαν καθημερινά από τα διπλανά χωριά.

Το κουδούνι κτύπησε και αντί για προσευχή, τον λόγο πήρε ο Γυμνασιάρχης και μας ανακοινώνει πως έγινε επανάσταση και δεν θα κάνουμε μάθημα, συμπληρώνοντας ότι ούτε αύριο θα γίνει μάθημα. Μας ευχήθηκε καλό Πάσχα, η επόμενη εβδομάδα ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα,  και μας έδωσε ραντεβού για την Δευτέρα του Θωμά.

Επακολούθησε πανζουρλισμός από τις φωνές των μαθητών και χαρούμενοι που γλιτώναμε δυο μέρες μαθήματα τρέξαμε στα σπίτια μας και εμείς που ήμασταν από τα γειτονικά χωριά πήραμε τα πράγματα μας και αναχωρήσαμε οι περισσότεροι με τα πόδια για τις οικογενειακές μας εστίες.

Κανένας νομίζω ακόμη και οι μεγάλοι μαθητές και πιθανώς και αρκετοί καθηγητές κατάλαβαν εκείνη την στιγμή σε τι προβλήματα έμπαινε η Πατρίδα μας και φυσικά όλοι οι Έλληνες…

Όμως στο μυαλό μου χαράχτηκε βαθιά μια κουβέντα που άκουσα από ένα περίεργο τύπο, έτσι μου φαινόταν τότε, που συζητώντας με μια κυρία της είπε:

-θα έχουμε προβλήματα κυρά Λένη, εμάς τους αριστερούς θα μα πιάσουν..

Τι πάει να πει αριστερός; γιατί να πιάσουν ένα ήσυχο άνθρωπο σαν τον κύριο Γιάννη, που το μόνο ΅περίεργο΅ ήταν το κομψό λευκό λινό κουστούμι που πάντα φορούσε και το γαρύφαλλο στο πέτο του σακακιού του;

Αυτές οι σκέψεις με βασάνιζαν για αρκετά χρόνια και νομίζω απαντήσεις άρχισα να παίρνω όταν η Βραδυνή του Τζώρτζη Αθανασιάδη άρχισε να γράφει εναντίον της Χούντας, θυμάμαι ακόμη, τα πύρινα άρθρα του Σταματόπουλου, πρώην χουντικού, κατά των Συνταγματαρχών.

Θυμάμαι ως μαθητές του Γυμνασίου κάναμε άθελα μας βέβαια και την πρώτη μας αντιχουντική ενέργεια. Όταν το 1968 επισκέφθηκε την κωμόπολη μας ο Μακαρέζος, (ο επί των οικονομικών της Χούντας). Παραταχθήκαμε όλοι οι μαθητές πάνω από 400, αριστερά και δεξιά του δρόμου, με σκοπό να τον επευφημήσουμε. Το σύνθημα, μας το έδωσε ο γυμναστής αλλά δεν ήταν σαφής με το όνομα…

Αρχίσαμε όλοι με στεντόρεια φωνή να φωνάζουμε:

Μακαρέντζος, Μακαρέντζος αντί Μακαρέζος !!!

Κρύος ιδρώτας έλουσε τον γυμναστή, που προσπαθούσε μάταια να μας διορθώσει!!! Εμείς όμως συνεχίζαμε στο Μακαρέντζος ….

Αυτή η παραφωνία μας στοίχισε κάποιους παραπάνω γύρους τροχάδην στο γήπεδο την επόμενη ημέρα!!

Πόνημα δημιουργικής γραφής

Κ. Μ. Μπερτσιάς

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία!

Ίρβιν Γιάλομ:

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία…

 

Ποιος από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα.

 

Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποια απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία.

Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

 

1. Αυτό που κατέχουμε.

Τα υλικά αγαθά είναι απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

 

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων.

Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: «Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας».

Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

 

3. Αυτό που είμαστε.

Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.

 

Από το βιβλίο του Irvin Yalom, Στον κήπο του Επίκουρου: αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου, εκδόσεις Άγρα.

 

O Irvin D. Yalom (1931-) είναι επίτιμος καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Μαθητής και συνεργάτης του Rollo May, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειρίδιου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας («Existential Psychotherapy»).

Το πρώτο του βιβλίο, «Theory and Practice of Group Psychotherapy», έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες και αποτελεί βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε πολλές σχολές ψυχιατρικής και ψυχοθεραπείας.

Ο Yalom έχει γράψει πολλά ακόμη επιστημονικά βιβλία και άρθρα. Το λογοτεχνικό του έργο αρχίζει όψιμα και περιλαμβάνει δύο συλλογές διηγημάτων («Love’s Executioner» και «Momma and the Meaning of Life») και τρία μυθιστορήματα («When Nietzsche Wept», «Lying on the Couch» και «The Schopenhauer Cure»), που όλα έχουν γίνει μπεστ-σέλλερ σε πολλές χώρες.

Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας και ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου, το οποίο, όπως λέει, βρίθει ούτως ή άλλως ιστοριών και διηγήσεων.

Το Άγιο Πάσχα— Μεγάλη Τετάρτη

Η Εκκλησία θυμάται το γεγονός της αλείψεως του Κυρίου με μύρο από μια αμαρτωλή (πόρνη) γυναίκα.

Νωρίς το απόγευμα ψάλλεται η Ακολουθία του Ευχελαίου. Ο ιερέας χρίει τους πιστούς με αγιασμένο λάδι, που είναι η απτή απόδειξη της Χάριτος του Θεού, προκειμένου να συγχωρηθούν οι αμαρτίες τους. Το Ευχέλαιο δεν αντικαθιστά το Μυστήριο της Εξομολόγησης και της Μετάνοιας (το προϋποθέτει), με το οποίο και μόνο επέρχεται η πλήρης και ριζική εξάλειψη των αμαρτιών.

Το βράδυ ψάλλεται στις Εκκλησίες ο Όρθρος της Μεγάλης Πέμπτης. Στην υμνολογία κυριαρχούν τα γεγονότα της νίψεως των ποδών των αποστόλων υπό του Κυρίου, του Μυστικού Δείπνου, της προσευχής του Κυρίου προς τον πατέρα του στην Γεθσημανή πριν από την σύλληψή του και της προδοσίας του Κυρίου από τον Ιούδα. Το βασικό τροπάριο της ημέρας Ότε οι ένδοξοι μαθηταί αποδίδεται στον Ρωμανό τον Μελωδό.

Ευαγγέλιο (Κατά Λουκά κβ’ 1-39)

Οι Ιουδαίοι θέλουν να φονεύσουν τον Ιησού, χωρίς να προκαλέσουν το λαό, τον οποίο εφοβούντο. Ο Ιούδας καταστρώνει με τους αρχιερείς και γραμματείς το σχέδιο της προδοσίας. Μυστικός Δείπνος.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/