Ν Καζαντζάκης

Ο καιρός δεν είναι χωράφι να μετριέται με τον πήχη, δεν είναι θάλασσα να μετριέται με το μίλι, είναι ένα χτυποκάρδι!

Άγιο Όρος: Ένα 24ωρο δίπλα στους μοναχούς

Άγιο Όρος: Ένα 24ωρο δίπλα στους μοναχούς – «Το βαθύτερο νόημα είναι να ακολουθήσεις το πρόγραμμά τους»

«Καλόγερος με κοίταξε στα μάτια και μου είπε πως με περίμενε» περιγράφει στo Newsbeast επισκέπτης

Άγιο Όρος: Ένα 24ωρο δίπλα στους μοναχούς – «Το βαθύτερο νόημα είναι να ακολουθήσεις το πρόγραμμά τους»

Σταυρούλα Πεταλιού/Newsbeast

Άγιο Όρος
Άγιο Όρος
Άγιο Όρος
Άγιο Όρος

Λένε πως μόλις αντικρίσεις το Άγιο Όρος η ψυχή σου γαληνεύει. Η Αθωνική Πολιτεία των μοναστηριών σου «αποκαλύπτεται» κάνοντάς σε πριν ακόμη φύγεις να σκέφτεσαι τη στιγμή που θα πας ξανά. Εκεί, στις σκήτες συναντάς μοναχούς που μπορείς να διακρίνεις στα μάτια τους την αγιοσύνη, ανθρώπους που παράτησαν τα πάντα πίσω τους για να αφιερώσουν τη ζωή τους στον Θεό. Ακόμη κι αν μέχρι τότε δεν πίστευες, αρχίζεις να νιώθεις κάτι το οποίο δεν μπορείς να εξηγήσεις. 

«Παλεύοντας για καιρό με τους δικούς μου ”δαίμονες”, βυθισμένος σε σκοτεινές σκέψεις και μονοπάτια, η Αθωνική Πολιτεία έμοιαζε για εμένα ως μια λυτρωτική εσωτερική διαδρομή» λέει στο Newsbeast ο Γιώργος Πούλος ο οποίος πριν από τέσσερα περίπου χρόνια επισκέφτηκε το Άγιο Όρος.

Περιγράφοντας μάλιστα ένα 24ωρο κοντά στους μοναχούςεξηγεί πως «το βαθύτερο νόημα είναι να ακολουθήσεις με ευλάβεια το πρόγραμμά τους» και ότι «το ρολόι του οργανισμού συγχρονίζεται αμέσως με τη μοναστηριακή ζωή».

«Η πάλη του να αναθεωρείς μέσα σου πράγματα ειναι διαρκής. Ίσως το Άγιο Όρος να ειναι η αρχή ενός προορισμού αναζητήσεων. Το πού θα καταλήξει το ταξίδι αυτό ειναι άγνωστο. Μόνο ο Θεός το ξέρει…» λέει.

«Παλεύοντας με τους δικούς μου ”δαίμονες” το Άγιο Όρος έμοιαζε μια λυτρωτική εσωτερική διαδρομή»

Εστιάζοντας στο πώς πήρε την απόφαση να επισκεφτεί το Άγιο Όρος ο Γιώργος Πούλος διευθυντής της εφημερίδας Espresso λέει στο Newsbeast: «Παλεύοντας για καιρό με τους δικούς μου ”δαίμονες”, βυθισμένος σε σκοτεινές σκέψεις και μονοπάτια, η Αθωνική Πολιτεία έμοιαζε για εμένα ως μια λυτρωτική εσωτερική διαδρομή. Και πράγματι αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ότι έτσι ήταν…».

«Η απάντηση στο γιατί πήγα βρίσκεται στα λόγια ενός καλόγερου στη Μονή Ξενοφώντος που χωρίς να έχουμε ξανασυναντηθεί μου είπε κοιτώντας με στα μάτια πως με… περίμενε και πώς έπρεπε να ήμουν εκεί εδώ και καιρό. Πήγα λοιπόν για τη γαλήνη της ψυχής μου, για να νιώσω το άγγιγμα ψυχής του Αγίου Όρους» σημειώνει. 

«Η προσωπική μου εμπειρία στο Άγιο Όρος, στην Αθωνική Πολιτεία των μοναστηριών, των καλυβιών, στις σκήτες και των σπηλαίων με τους ανθρώπους του Θεού, όπως αποκαλώ όσους άφησαν την κοσμική ζωή για να αφιερωθούν στον Κύριό μας, πήρε σάρκα και οστά πρίν από τέσσερα περίπου χρόνια και έπρεπε να φτάσω στα 44 μου χρόνια για να αποφασίσω να βρεθώ κοντά σε μοναχούς. Σε νεαρότερη ηλικία είχα βρεθεί και στα Μετέωρα, όμως το Άγιο Όρος φάνταζε σαν ένας προορισμός που θα έφτανε με το πλήρωμα του χρόνου» συμπληρώνει. 

Πώς περνάει ένα 24ωρο στο Άγιο Όρος

«Το βαθύτερο νόημα κατά τη διάρκεια της παραμονής κάποιου στο Άγιο Όρος είναι να ακολουθήσει με ευλάβεια το πρόγραμμα των μοναχών. Αυτό και έκανα και εγώ. Λες και το ρολόι του οργανισμού συγχρονίστηκε με τη μοναστηριακή ζωή» μας λέει ο Γιώργος Πούλος. 

«Δεν χρειαζόταν καν να βάλω ξυπνητήρι προκειμένου να ξυπνήσω στις τρεις τα ξημερώματα για να βρεθώ στην Θεία Λειτουργία. Κατά έναν θαυμαστό τρόπο ξυπνούσα δίχως ίχνος… νύστας! Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου (οι μονές που με φιλοξένησαν ήταν η Μονή Παντοκράτορος και Ξενοφώντος) έλεγα συνεχώς στον εαυτό μου πως η ιερή τούτη γωνιά της Ελλάδας και όλου του κόσμου χρήζει και του δικού μου σεβασμού. Με αυτό το σκεπτικό ακολούθησα το πρόγραμμα των μοναχών» υπογραμμίζει ο δημοσιογράφος. 

«Το απόγευμα λοιπόν (γύρω στις 16:00) μαζί με άλλους προσκυνητές μαζευόμασταν στο Καθολικό, τον κεντρικό ναό της μονής όπου γίνεται ο εσπερινός. Μετά ακολουθεί το φαγητό στην τράπεζα και στη συνέχεια μαζευόμασταν πάλι στο Καθολικό για το απόδειπνο και την προσκύνηση των ιερών λειψάνων» αναφέρει μιλώντας στο Newsbeast. 

«Στη συνέχεια υπάρχει κάποιος ελεύθερος χρόνος, για περισυλλογή και κουβέντα με μοναχούς ή με άλλους προσκυνητές ή κάποια κοντινή βόλτα. Με τη δύση του ηλίου συγκεντρωνόμασταν εντός των τειχών της Μονής γιατί η πόρτα κλείνει. Γύρω στις 3:00 έχει ξανά έγερση και Λειτουργία στο Καθολικό και γύρω στις 8:00 ακολουθεί η τράπεζα» συμπληρώνει.

«Όσα είδα και έζησα πλέον τα θεωρώ τον θησαυρό της ψυχής μου»

Μιλώντας για τα όσα έζησε και είδε στο Άγιο Όρος ο δημοσιογράφος υπογραμμίζει πως τα θεωρεί πλέον τον θησαυρό της ψυχής του. «Πιστέψτε με είμαι ένας άνθρωπος που υπήρξε ”άγριο νιάτο” και ψάχνει ακόμη να βρεί τον προορισμό του σε αυτή την επίγεια ζωή. Όμως η πίστη στον Θεό, ειναι αναπάσπαστος σύμμαχος μου στην προσπαθειά μου να βρώ τον εαυτό μου» επισημαίνει. 

Εξηγώντας πως τα πάντα από το Άγιο Όρος θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη του ο Γιώργος Πούλας υπογραμμίζει: «Συνάντησα ανθρώπους που βλέπεις την αγιοσύνη στα μάτια τους, που είχαν το σθένος να τα αφήσουν ολα και να αφιερωθούν στον Θεό. Για παράδειγμα συνάντησα έναν ηλικιωμένο καλόγερο που είχε να βγει απο την Αθωνική Πολιτεία εξήντα ολόκληρα χρόνια. Και όμως αυτός ο άνθρωπος έλεγε πως πέρασαν έξι δεκαετίες και ακόμη προσεύχεται για άφεση των αμαρτιών του…Τι αμαρτίες μπορεί να έχει ένα παιδί δεκατριών ετών; Γιατί σε αυτή την ηλικία πέρασε τις πύλες του Όρους…;».

Φέρνοντας στο μυαλό του τις στιγμές που θα μείνουν χαραγμένες στην ψυχή του ο Γιώργος Πούλος που επισκέφτηκε το Άγιο Όρος πριν από περίπου τέσσερα χρόνια μας εξηγεί πως για να τις απαρυθμίσει θα χρειαστεί εκατοντάδες λέξεις. 

«Θα πω όμως δυο – τρεις χαρακτηριστικές. Μια λοιπόν από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές ήταν στην Μονή Ξενοφώντος. Σκοτάδι… τέσσερις τα ξημερώματα πηγαίνοντας προς το Καθολικό. Ξάφνου περνά απο μπροστά μου ένας καλόγερος σαν αερικό. Είχε γίνει ένα με τον χωροχρόνο που πίστεψα πως δεν πατούσε τη γη

Επίσης το οδοιπορικό στα Καυσοκαλύβια ηταν συγκλονιστικό. Πρόκειται για μια περιοχή σε απόκρυμνους τεράστιους βράχους με σκήτες, καλύβες οπου ζούνε ερημίτες μοναχοί. Η πρόσβαση ειναι δύσκολη.

Σε μια απο τις καλύβες συνάντησα τον ερημίτη μοναχό Πατάπιο, ο οποίος μένει στην Καλύβα του Αγίου Ακακίου. Όταν βρέθηκα στην σπηλιά που έμενε ο αγιος Ακάκιος, (ίσα ίσα χωρα ένας άνθρωπος) ένιωσα κυριολεκτικά ”μικρός”» επισημαίνει. 

«Παίρνοντας το καραβάκι της επιστροφής για την Ουρανούπολη, το κεφάλι σου ασυναίσθητα γυρίζει πίσω»

«Πριν πάω στο Άγιο Όρος μου είχε πει ενας φίλος πως παίρνοντας το καραβάκι της επιστροφής για την Ουρανούπολη, το κεφάλι σου ασυναίσθητα θα γυρίσει προς τα πίσω κοιτώντας τα μοναστήρια που χάνονται σιγα σιγά από το βλέμμα σου και θα αναρωτηθείς πότε θα ξαναπάς» λέει ο Γιώργος Πούλος. 

«Όταν μου το είχε πει γέλασα. Σαν άπιστος Θωμάς δεν τον πίστεψα… μέχρι που ασυναίσθητα έκανα και εγώ το ίδιο πράγμα. Δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος που πήγε να μην θέλει να ξαναπάει… Σαν να σε οδηγεί κάτι αόρατο πάλι εκεί…» αναφέρει χαρακτηριστικά κλείνοντας

Ήθελε ο Θεός και ζήσαμε!

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα ……

7. Ήθελε ο θεός και ζήσαμε*


Η Πρωτομαγιά του 1964 συνέπεσε με τη Μεγάλη Παρασκευή. Ήταν από τις σπάνιες χρονιές που το Πάσχα θα το γιορτάζαμε Μάιο. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά στην κοιλάδα του Μόρνου.
Οι γεωργοί στην κοιλάδα είχαν αρχίσει τις προετοιμασίες για την σπορά στους αγρούς, ο καθαρισμός των καναλιών άρδευσης και τα οργώματα είχαν σχεδόν τελειώσει σε όλο τον κάμπο. Οι καλλιεργητές μάλιστα που τα χωράφια τους αρδεύονταν από τον Κοκκινοπόταμο και καλλιεργού- σαν καλαμπόκι έπρεπε μέχρι τις αρχές Μαΐου να έχουν τελειώσει και με τη σπορά, η οποία γινόταν πρώιμα σε αυτά τα χωράφια, μιας και το καλαμπόκι χρειάζεται αρκετά ποτίσματα για να έχει ανάπτυξη και πλούσια παραγωγή.

Ο Κόκκινος ποταμός μπορούσε να δώσει νερό το πολύ μέχρι τα μέσα Ιουλίου· το υπόλοιπο διάστημα, μέχρι το φθινόπωρο, στέρευε στο μεγαλύτερο τμήμα του σε αντίθεση με τον Μόρνο, που τα νερά του έρεαν αδιάκοπα όλο τον χρόνο.
Εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή του 1964 ο πατέρας μου είχε τελειώσει με την πρώιμη σπορά των χωραφιών, γύρω από το σπίτι, με καλαμπόκι, αφού τα χωράφια αυτά μπορούσαν να αρδευτούν μόνο από τον Κόκκινο.

Τα χρόνια εκείνα το όργωμα και η σπορά γίνονταν με το παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή με τα άλογα ή τα μουλάρια και το αλέτρι του Ησίοδου. Ήταν δύσκολη δουλειά για τους ανθρώπους και για τα ζώα.
Δεν έπρεπε ούτε σπυρί να πάει χαμένο, για να πιάσει ο κόπος τόπο, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι άνθρωποι του μόχθου.


Στα φρέσκα οργώματα έπεφταν κάθε είδους πουλιά για να κλέψουν κανένα σπόρο. Οι επιδρομές των κορακιών ήταν η μεγάλη μάστιγα για τους γεωργούς, τόσο κατά τη σπορά όσο και μετέπειτα, κατά την περίοδο της ωρίμανσης και της συγκομιδής.

Για να μειώσουν αυτές τις επιδρομές, χρησιμοποιώντας παλιά ρούχα έφτιαχναν σκιάχτρα και τα τοποθετούσαν στα χωράφια τους. Στην αρχή ήταν αποτελεσματικό μέτρο, αλλά σιγά-σιγά τα πουλιά εξοικειώνονταν και στο τέλος κάθονταν ακόμη και πάνω στα σκιάχτρα.
Χρησιμοποιούσαν επίσης κάποιες αυτοσχέδιες κατασκευές από τενεκέδες, που με τον άνεμο δημιουργούσαν έντονο θόρυβο που φόβιζε τα πουλιά, τουλάχιστον στην αρχή.
Κάποιοι γεωργοί θεωρούσαν πιο αποτελεσματικό μέτρο να κρεμούν σε κάποιους στύλους μέσα στα χωράφια τους νεκρά πουλιά, που είχαν τουφεκίσει.


Ο πατέρας μου είχε ένα παλιό στρατιωτικό τυφέκιο, μακρύκανο, τύπου γκρα, που το είχε μετατρέψει σε κυνηγετικό. Έπαιρνε κυνηγετικό φυσίγγι στην θαλάμη αντί για σφαίρα και λειτουργούσε με κινητό ουραίο. Εκείνο το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής το κατέβασε από το ταβάνι του σπιτιού μας όπου το φύλαγε, το όπλισε και παραμόνευε στην αυλή ώστε, όταν πέσουν τα πουλιά στα οργωμένα χωράφια, να τα τουφεκίσει. Κάποια στιγμή κάπου θέλησε να πάει, άφησε το όπλο πάνω στον φράχτη και απομακρύνθηκε.


Παρακολουθώντας τη σκηνή μαζί με τα αδέλφια μου τρέξαμε, κι εγώ άρπαξα το όπλο κι άρχισα να σημαδεύω, πρώτα τον αδελφό μου και μετά την αδελφή μου, λέγοντάς τους αστειευόμενος «σας σκοτώνω», πιστεύοντας ότι δεν είχε φυσίγγι. Το χαρακτηριστικό κλικ του επικρουστήρα ακούστηκε δυο φορές χωρίς να γίνει εκπυρσοκρότηση. Μετά έστρεψα το όπλο προς τον ουρανό, ξαναπάτησα την σκανδάλη και ο εκκωφαντικός ήχος της εκπυρσοκρότησης ακόμη ακούγεται στα αυτιά μου μαζί με τα ξεφωνητά της μάνας μου και τις αγριοφωνάρες του πατέρα μου…

*το διήγημα είναι από το βιβλίο: «θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις».