Η εγκατελειμμένη Ελλάδα έχει ελπίδα: Τα ορεινά χωριά μας δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη!

Οι διακοπές στα χωριά και στα βουνά μάς ανοίγουν συχνά την όρεξη για σκέψεις που μοιάζουν να ταιριάζουν μόνο σε ονειροπόλους. Αλλά και τα όνειρα μέσα στη ζωή είναι. Και κάποιες φορές, όταν συναντηθούν με τη γνώση, την επιμονή και τις κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο θάλασσα και νησιά. Είναι και τα βουνά της, τα ορεινά χωριά, οι εγκαταλειμμένες πλαγιές και τα χωράφια που κάποτε έτρεφαν ολόκληρες κοινότητες και σήμερα παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, αναξιοποίητα.

Η ερήμωση της υπαίθρου παρουσιάζεται συχνά ως τετελεσμένο γεγονός. Κι όμως, πολλοί διατηρούν ακόμη πατρική γη, ενώ τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι αναζητούν μια πιο ουσιαστική σχέση με τη φύση και επιστρέφουν —έστω και περιοδικά— στους τόπους των γονιών και των παππούδων τους.

Η ορεινή Ελλάδα δεν είναι καταδικασμένη.

Μια σύγχρονη γεωργία, επιστημονικά σχεδιασμένη και προσαρμοσμένη στο ιδιαίτερο μικροκλίμα κάθε τόπου, μπορεί να ξαναδώσει πνοή σε αυτά τα εδάφη. Καρυδιές, καστανιές, φουντουκιές, μηλιές, κερασιές, αμπέλια, αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, όσπρια, ντόπιες ποικιλίες κηπευτικών και καρποί του δάσους είναι μερικές μόνο από τις επιλογές.

Παράλληλα, υπάρχουν σημαντικές προοπτικές στη μελισσοκομία, στην κτηνοτροφία με γηγενείς φυλές και σε δραστηριότητες που μπορούν να συνδεθούν με τον αγροτουρισμό και τον φυσιολατρικό τουρισμό.

Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι απλώς η παραγωγή. Είναι η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης τοπικής οικονομίας: μικρά τυροκομεία, οινοποιεία, αποστακτήρια, ξηραντήρια, μονάδες τυποποίησης και συσκευασίας και άμεση πρόσβαση των παραγωγών στις αγορές των κοντινών αστικών κέντρων. Στόχος πρέπει να είναι ένα σημαντικό μέρος της υπεραξίας του κόπου να μένει στον ίδιο τον τόπο.

Η επιστροφή της ανθρώπινης παρουσίας στα ορεινά μπορεί να έχει και σημαντικό περιβαλλοντικό όφελος. Η σωστή καλλιέργεια, η αγροδασοπονία, οι φυσικοί φυτοφράχτες και η προστασία των εδαφών από τη διάβρωση μπορούν να λειτουργήσουν ως ασπίδα για το οικοσύστημα. Ένας τόπος που κατοικείται, καλλιεργείται και φροντίζεται έχει περισσότερες πιθανότητες να παραμείνει ζωντανός.

Τίποτε από αυτά, βέβαια, δεν γίνεται αυτόματα. Χρειάζονται γνώση, υποδομές, συνεργατικά σχήματα, πρόσβαση στη χρηματοδότηση και, πάνω απ’ όλα, μια ουσιαστική και μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική — όχι άλλες αποσπασματικές επιδοτήσεις και ευχολόγια.

«Το αγώγι ξυπνά τον αγωγιάτη», έλεγαν οι παππούδες μας. Στη δική μας περίπτωση πρέπει πρώτα να ανακαλύψουμε το «αγώγι»: να δημιουργήσουμε δηλαδή τις προϋποθέσεις ώστε η επιστροφή στην ορεινή γη να έχει οικονομικό νόημα και προοπτική.

Αυτό είναι πρωτίστως δουλειά της συντεταγμένης Πολιτείας. Να ανοίξει δρόμους —κυριολεκτικά και μεταφορικά—, να μειώσει τη γραφειοκρατία, να προσφέρει επιστημονική και τεχνική υποστήριξη, να διευκολύνει τη χρηματοδότηση και να βοηθήσει τον νέο παραγωγό να φτάσει στην αγορά. Αν δημιουργηθούν οι βασικές προϋποθέσεις, η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να ακολουθήσει ταχύτερα απ’ όσο φανταζόμαστε.

Και εδώ υπάρχει ένα σημαντικό κεφάλαιο που ήδη διαθέτει η χώρα: το επιστημονικό της δυναμικό.

Η αναγέννηση της ορεινής υπαίθρου δεν χρειάζεται μόνο χρήματα και επιδοτήσεις. Χρειάζεται τον γεωπόνο στο χωράφι και τον κτηνίατρο στο μαντρί. Το Ελληνικό Δημόσιο διαθέτει εκατοντάδες γεωτεχνικούς επιστήμονες στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και επιπλέον γεωπόνους, κτηνιάτρους και άλλους ειδικούς στις Περιφέρειες, στους Δήμους και στους εποπτευόμενους οργανισμούς. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι είναι, αλλά πόσοι μπορούν να βρίσκονται πραγματικά δίπλα στον παραγωγό, να μεταφέρουν τη γνώση στην πράξη και να στηρίζουν μια νέα προσπάθεια επιστροφής στην εγκαταλειμμένη γη.

Τα ορεινά χωριά μας δεν πρόκειται —ούτε πρέπει— να επιστρέψουν στο μοντέλο του 1950. Δεν χρειάζεται να ξαναζήσουμε τη φτώχεια, την απομόνωση και τις στερήσεις εκείνης της εποχής για να ξαναδώσουμε ζωή στην ύπαιθρο. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε την τεχνολογία, την επιστημονική γνώση και τις σημερινές δυνατότητες επικοινωνίας και μετακίνησης για να δημιουργήσουμε ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο ζωής και παραγωγής.

Και η μεγαλύτερη ελπίδα βρίσκεται στα Ελληνόπουλα που έχουν γνώσεις, ιδέες και όρεξη να δημιουργήσουν. Δεν χρειάζεται να τους υποδείξουμε πώς θα ζήσουν. Χρειάζεται να τους δώσουμε μια μικρή βοήθεια, μια ευκαιρία και, κυρίως, την αίσθηση ότι αν προσπαθήσουν δεν θα βρουν απέναντί τους ένα κράτος που τους αποθαρρύνει.

Αν η γνώση των νέων ανθρώπων συναντήσει την εμπειρία των παλαιότερων, αν η επιστήμη ξαναβρεθεί κοντά στο χωράφι και στο μαντρί και αν η Πολιτεία δημιουργήσει τις βασικές προϋποθέσεις, τότε κάτι που σήμερα μοιάζει με όνειρο μπορεί αύριο να γίνει

πραγματικότητα.

Δεν μπορεί πιθανώς θα σωθούν όλα τα χωριά. Δεν θα ξανακαλλιεργηθεί κάθε εγκαταλειμμένο χωράφι. Ούτε χρειάζονται μεγάλες κουβέντες.

Αρκεί να αρχίσουν να ανάβουν ξανά μερικά φώτα στα σπίτια, μερικές μηχανές στα χωράφια και μερικές ελπίδες στους ανθρώπους.

Γιατί τα ορεινά χωριά μας δεν έχουν πει ακόμη την τελευταία τους λέξη.

Κ Μπερτσιάς,

Ένας από τους πολλούς Έλληνες που ακόμη πιστεύουν στα όνειρα!

Η χημεία του κρασιού και των ανθρώπων!

Το κρασί είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Γεννιέται, ωριμάζει, μεταβάλλεται και, κάποτε, γερνά. Μέσα του συντελούνται αδιάκοπα μικρές χημικές συναντήσεις που καθορίζουν τον χαρακτήρα, τη γεύση και κυρίως το άρωμά του.

Ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες ενώσεις του είναι οι εστέρες. Δημιουργούνται από τη συνάντηση αλκοολών και οξέων και συμβάλλουν σημαντικά στα αρώματα του κρασιού. Δύο διαφορετικές ουσίες συναντιούνται κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες και από αυτή τη συνάντηση γεννιέται κάτι καινούργιο, συχνά πιο ευχάριστο και πιο σύνθετο από τα συστατικά που το δημιούργησαν.

Κάπως έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους.

Συναντιόμαστε τυχαία ή προγραμματισμένα, σε μια παρέα, σε έναν χώρο εργασίας, σ’ ένα ταξίδι, ακόμη και σε μια στιγμή που κανείς από τους δύο δεν περίμενε τίποτε ιδιαίτερο. Και ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι «υπάρχει χημεία». Η συζήτηση κυλά χωρίς προσπάθεια, η σιωπή δεν ενοχλεί, το χιούμορ του ενός συναντά το χιούμορ του άλλου και γεννιέται εκείνη η ανεξήγητη οικειότητα που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις.

Μόνο που στην ταυτότητά μας δεν είναι γραμμένο με ποιον άνθρωπο «κολλάμε». Ούτε υπάρχει κάποια ένδειξη που να μας πληροφορεί πόσο θα διαρκέσει αυτό το δέσιμο.

Γιατί, όπως μεταβάλλεται το κρασί, μεταβάλλονται και οι άνθρωποι. Αλλάζουν οι συνθήκες, οι ανάγκες, οι επιθυμίες, οι προτεραιότητες. Μια επικοινωνία που σήμερα λειτουργεί θαυμάσια, αύριο μπορεί να δυσκολεύεται. Εκεί που κάποτε υπήρχε αυθόρμητη κατανόηση, μπορεί να εμφανιστούν απόσταση, αμηχανία ή ακόμη και απογοήτευση.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η αρχική «χημεία» ήταν ψεύτικη. Ήταν αληθινή για εκείνη τη στιγμή και κάτω από εκείνες τις συνθήκες.

Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που πρέπει να αποδεχτούμε στις ανθρώπινες σχέσεις είναι ότι δεν είναι όλες οι όμορφες συναντήσεις προορισμένες να διαρκέσουν για πάντα. Κάποιες έρχονται για να μας συντροφέψουν για χρόνια, άλλες για λίγο και άλλες μόνο για να αφήσουν ένα ίχνος.

Και το κρασί μάς διδάσκει κάτι ακόμη. Δεν αρκούν τα καλά συστατικά. Χρειάζονται οι σωστές αναλογίες, ο κατάλληλος χρόνος και οι κατάλληλες συνθήκες.

Το ίδιο και οι άνθρωποι.

Δύο καλοί άνθρωποι δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι μπορούν να πορευτούν μαζί. Όταν όμως συναντηθούν την κατάλληλη στιγμή και βρουν τη σωστή «χημεία», τότε μπορεί να δημιουργηθεί κάτι σπάνιο: μια φιλία, ένας έρωτας, μια συντροφικότητα, μια σχέση που αποκτά το δικό της ξεχωριστό άρωμα.

Η σοφία βρίσκεται όχι στην απαίτηση να κρατήσει για πάντα, αλλά στην ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε την αξία της όσο υπάρχει.

Γιατί, όπως και στο καλό κρασί, έτσι και στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν έχει σημασία μόνο η διάρκεια. Σημασία έχει και το άρωμα που αφήνουν πίσω τους.

Like1

Όταν η κοινωνική αρμονία διαταράσσεται

Ένα μικρό δοκίμιο βασισμένο στην ταινία «Shame and Money» του Visar Morina.

Η κοινωνική αρμονία δεν είναι κάτι δεδομένο. Δεν εξασφαλίζεται μόνο με νόμους, θεσμούς και οικονομικούς δείκτες. Είναι μια λεπτή ισορροπία που στηρίζεται κυρίως στην αίσθηση των ανθρώπων ότι ζουν σε μια κοινωνία που, παρά τις ατέλειές της, παραμένει στοιχειωδώς δίκαιη.

Αυτό ακριβώς μοιάζει να βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας «Shame and Money» του Visar Morina. Παρότι η ιστορία της είναι βαθιά ριζωμένη στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα του Κοσόβου, ο ίδιος ο σκηνοθέτης τη βλέπει ως κάτι ευρύτερο: ως μια παραβολή για τη σημερινή Ευρώπη και, ταυτόχρονα, ως προειδοποίηση για το αύριο.

Γιατί οι κοινωνίες δεν καταρρέουν ξαφνικά. Προηγείται συνήθως μια μακρά περίοδος κατά την οποία συσσωρεύονται μικρές και μεγάλες αδικίες. Η οικονομική ανασφάλεια, η ανεργία, η αίσθηση εγκατάλειψης, η διεύρυνση των ανισοτήτων, η αδυναμία του ανθρώπου να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του. Στην αρχή όλα αυτά γίνονται ανεκτά. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται, κάνουν υπομονή, περιορίζουν τις απαιτήσεις τους και ελπίζουν ότι κάτι θα αλλάξει.

Όμως η υπομονή δεν είναι ανεξάντλητη.

Ο Morina χρησιμοποιεί μια χαρακτηριστική γερμανική έννοια: sozialer Frieden, κοινωνική ειρήνη ή κοινωνική αρμονία. Πρόκειται ουσιαστικά για την άγραφη συμφωνία που κρατά μια κοινωνία ενωμένη. Ο πολίτης αποδέχεται κανόνες, υποχρεώσεις και ανισότητες, όσο αισθάνεται ότι το σύστημα δεν τον έχει εγκαταλείψει ολοκληρωτικά. Όταν όμως χαθεί αυτή η εμπιστοσύνη, αρχίζουν να εμφανίζονται οι ρωγμές.

Και τότε η οικονομική φτώχεια μπορεί να μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: σε φτώχεια ελπίδας.

Αυτό είναι ίσως και το πιο ανησυχητικό μήνυμα της ταινίας για τη σύγχρονη Ευρώπη. Δεν αρκεί μια κοινωνία να παράγει πλούτο· πρέπει να μπορεί και να πείθει τους ανθρώπους της ότι έχουν θέση μέσα σε αυτήν. Ότι η προσπάθεια έχει νόημα, ότι η αξιοπρέπεια προστατεύεται και ότι η δικαιοσύνη δεν αποτελεί προνόμιο των ισχυρών.

Όταν μεγάλα τμήματα μιας κοινωνίας αρχίζουν να πιστεύουν πως το παιχνίδι είναι εξαρχής χαμένο, η κοινωνική συνοχή κινδυνεύει. Και υπάρχει πράγματι, όπως επισημαίνει ο Morina, ένα «σημείο χωρίς επιστροφή». Κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς πού βρίσκεται. Η Ιστορία όμως μας έχει διδάξει πολλές φορές ότι υπάρχει.

Ίσως γι’ αυτό η σκέψη του Morina συναντά, αιώνες αργότερα, τον Μαριβώ. Στο θεατρικό έργο «Το νησί των σκλάβων», ο Αρλεκίνος απευθύνεται στον πρώην αφέντη και καταπιεστή του και του θυμίζει μια αλήθεια που καμία κοινωνία δεν πρέπει να ξεχνά:

«Νιώσε τι σημαίνει πόνος για να μάθεις επιτέλους ότι υπάρχουν όρια σε αυτά που μπορούν να υποφέρουν οι άνθρωποι και αυτά τα όρια δεν έχουμε το δικαίωμα να τα ξεπερνάμε».

Εκεί ίσως βρίσκεται ο κοινός πυρήνας του Μαριβώ και του Morina: οι άνθρωποι μπορούν να ανεχθούν πολλά, αλλά όχι τα πάντα.

Και η σοφία μιας κοινωνίας δεν φαίνεται από το πόσο μπορεί να πιέσει τους ανθρώπους της χωρίς να αντιδράσουν, αλλά από το αν έχει τη διορατικότητα να μην τους οδηγήσει ποτέ μέχρι εκείνο το όριο.