Οι καμπανοί — όσα αφήνει πίσω του ο τρυγος

Όταν τελειώσει ο τρύγος και φύγουν από το αμπέλι τα κοφίνια και οι άνθρωποι, οι κουρμούλες δεν μένουν εντελώς γυμνές. Ανάμεσα στα φύλλα τους κρέμονται ακόμη μικρά, όψιμα τσαμπάκια: οι καμπανοί —ή καμπάνες ή καμπανάκια, όπως τους λένε σε ορισμένους τόπους. Λίγες ρώγες εδώ κι εκεί, που άργησαν να ωριμάσουν ή ξέφυγαν από το χέρι του τρυγητή.

Για όποιον κοιτάζει το αμπέλι μόνο με το μέτρο της παραγωγής, μπορεί να φαίνονται ασήμαντοι. Στη ζωή της υπαίθρου, όμως, ακόμη κι αυτά τα λιγοστά σταφύλια είχαν τη θέση τους.

Άλλοτε έμεναν από απροσεξία κι άλλοτε από πρόθεση. Υπήρχαν αμπελουργοί που δεν ήθελαν να πάρουν και την τελευταία ρώγα. Άφηναν κάτι για τα πουλιά, για τα μικρά ζώα, για όσα ζούσαν γύρω από το αμπέλι και μαζί του. Ένα μικρό μερίδιο από τη σοδειά, μια ευχαριστία χωρίς λόγια. Δεν χρειαζόταν να μιλήσουν για σεβασμό στη φύση· τον έδειχναν αφήνοντας λίγον καρπό πάνω στο κλήμα.

Οι καμπανοί συνέχιζαν να δέχονται τον φθινοπωρινό ήλιο. Όσοι άντεχαν τον καιρό γλύκαιναν, έχαναν λίγο λίγο τα νερά τους και ζάρωναν. Οι παλιοί ήξεραν πού θα τους βρουν. Γύριζαν καμιά φορά στο τρυγημένο αμπέλι και τους μάζευαν για το σπίτι, για πετιμέζι ή, όπου το συνήθιζαν, για λίγο γλυκό κρασί. Συχνά, όμως, τους έτρωγαν επιτόπου: λίγες μελωμένες ρώγες, με τη γεύση του σταφυλιού πιο πυκνή και το καλοκαίρι ακόμη μέσα τους.

Ήταν και το κέρασμα του περαστικού. Σε τόπους όπου κρατούσε αυτή η συνήθεια, ο διαβάτης μπορούσε να κόψει λίγους καμπανούς από το τρυγημένο αμπέλι, να δροσίσει το στόμα του και να συνεχίσει τον δρόμο του. Ο νοικοκύρης είχε πάρει τη σοδειά του· ό,τι απέμενε χωρούσε και τη χαρά ενός άλλου.

Αυτό θυμίζουν οι καμπανοί: μια εποχή που το «δικό μου» άφηνε λίγο χώρο για το πουλί, για τον ξένο, για τον άνθρωπο που θα περνούσε αργότερα.

Κι έτσι, αφού τελείωνε ο τρύγος, το αμπέλι εξακολουθούσε να προσφέρει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *