Δεν φταίνε τα γαϊδούρια που δεν τρώνε τον χρυσό που τους προσφέρεις. Φταις εσύ που επιμένεις να τους δίνεις κάτι που δεν μπορεί να τα θρέψει.
Κάπως έτσι συμβαίνει και με όσα έχουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους: χρόνο, γνώση, φροντίδα, αγάπη. Η αξία τους δεν αρκεί· χρειάζεται και ο άλλος να θέλει ή να μπορεί να τα δεχτεί. Κι αυτό δεν είναι πάντοτε ζήτημα αδιαφορίας. Μπορεί απλώς να μην έχει φτάσει η κατάλληλη στιγμή.
Θα μπορούσε, λοιπόν, να θεωρηθεί αμαρτία —με την έννοια της ψυχικής αστοχίας— το να σπαταλάς χρόνο και ουσία εκεί όπου τίποτε δεν βρίσκει ανταπόκριση, ενώ κάποιος άλλος διψά γι’ αυτά και τα έχει πραγματικά ανάγκη.
Αυτό μας θυμίζει και η παραβολή του σπορέα: ο σπόρος που πέφτει στο πετρώδες έδαφος φυτρώνει γρήγορα, αλλά ξεραίνεται γιατί δεν έχει ρίζες· εκείνος που πέφτει ανάμεσα στα αγκάθια πνίγεται και δεν καρποφορεί. Ο ίδιος σπόρος, σε γόνιμη γη, δίνει καρπό.
Η προσφορά χρειάζεται, επομένως, και διάκριση. Να καταλαβαίνεις τι έχει ανάγκη ο άλλος, τι μπορεί να δεχτεί και πότε. Και να μη σε απορροφά τόσο η επιμονή σου σε μια κλειστή πόρτα, ώστε να μη βλέπεις το χέρι που απλώνεται δίπλα σου.

