επιστροφή στις ρίζες: Γιατί η νεολαία «ανακαλύπτει» ξανά τα πανηγύρια και την παράδοση; 

Πηγή:

Γιώργος Βουλγαράκης

Η εικόνα πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια θα φάνταζε σουρεαλιστική. Νέοι είκοσι και είκοσι πέντε ετών, με τα τελευταίας τεχνολογίας «έξυπνα τηλέφωνα» στο χέρι, στριμώχνονται σε μια πλατεία στη χώρα κάποιου νησιού ή ορεινού χωριού, ακόμα και σε έναν Αθηναϊκό πολυχώρο, χορεύοντας Ικαριώτικο ή τραγουδώντας με πάθος έναν Κρητικό σκοπό.

Κάποτε, η συμμετοχή σε ένα παραδοσιακό πανηγύρι ή η επίσκεψη σε ένα μουσικό κέντρο με λαϊκοδημοτικά ακούσματα αντιμετωπιζόταν από τη νεότερη γενιά στην καλύτερη περίπτωση με αμηχανία, αν όχι με σκωπτικότητα και ειρωνεία. Οι πιο «προχωρημένοι» δε, αποκαλούσαν αυτή τη συμπεριφορά… Decadence (παρακμή)!

Θεωρούνταν απομεινάρι μιας επαρχιακής Ελλάδας που η αστική τάξη και η «εκσυγχρονιστική» ορμή των δεκαετιών του ’90 και του 2000 ήθελαν να αφήσουν πίσω τους. Τότε είναι που είχε ακουστεί για πρώτη φορά και ο παράξενος όρος για τη νεολαία: «Ξεβλάχεψε».

Σήμερα, το εκκρεμές έχει κινηθεί προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Οι νέες παραγωγές «έντεχνης» και παραδοσιακής μουσικής –με προεξάρχουσα την Κρητική μουσική παράδοση– μετρούν εκατομμύρια θεάσεις στις ψηφιακές πλατφόρμες, τα πανηγύρια γνωρίζουν πρωτοφανή προσέλευση κοινού και οι παραδοσιακοί χοροί διδάσκονται σε πολυχώρους και όχι μόνο σε κλειστούς συλλόγους.

Τι ακριβώς συμβαίνει; Ανακαλύπτεται ξανά η παράδοση ή πρόκειται για παροδικό φαινόμενο; Εκφράζει κάτι ουσιαστικότερο ή είναι μια μόδα που θα περάσει με τον καιρό;

Η πρώτη και πιο προφανής ανάγνωση συνδέεται με την εξάντληση του πολλά υποσχόμενου παραδείσου της παγκοσμιοποιημένης ομοιομορφίας. Για δεκαετίες, η Δύση και κατ’ επέκταση η ελληνική κοινωνία επένδυσαν σε ένα αφήγημα απόλυτης ισοπέδωσης των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων, στο όνομα μιας οικουμενικής, ψηφιακής κουλτούρας ταχείας κατανάλωσης. Κάτι παρόμοιο με τα ταχυφαγεία δηλαδή.

Ωστόσο, όταν τα πάντα γίνονται ίδια παντού –από την αισθητική των καφέ μέχρι τις λίστες αναπαραγωγής των τραγουδιών που δημιουργούν οι αλγόριθμοι διεθνώς– η ομογενοποίηση παύει να είναι απελευθερωτική και καταντά καταπίεση. Ο άνθρωπος, και ιδίως οι νέοι που αναζητούν ταυτότητα σε έναν χαοτικό κόσμο, αισθάνονται την ανάγκη να πατήσουν σε κάτι σταθερό και σίγουρο. Η επιστροφή στην παράδοση δεν συνιστά νοσταλγία για ένα εξιδανικευμένο παρελθόν –που άλλωστε δεν έχουν ζήσει οι ίδιοι. Είναι πράξη «πολιτιστικής αυτοάμυνας», ακόμα και αν γίνεται ασυνείδητα.

Η αναζήτηση της αυθεντικότητας σε έναν ψηφιακό κόσμο

Η καθημερινότητα διαμορφώνεται πλέον από ψηφιακά φίλτρα, αλγορίθμους και οθόνες που μεσολαβούν σχεδόν σε κάθε ανθρώπινη επαφή. Η εξ αποστάσεως επικοινωνία έχει γίνει κανόνας, αλλά μαζί της έχει εδραιωθεί και μια λεπτή, σχεδόν αδιόρατη μορφή αποξένωσης.

Σε αυτό το περιβάλλον, το πανηγύρι, ο κυκλικός χορός, το κοινό τραπέζι με φαγητό και ποτό λειτουργούν ως αντίβαρο. Είναι στιγμές που επαναφέρουν όσα η ψηφιακή εποχή δεν μπορεί να προσφέρει: την αμεσότητα, την επαφή, την εγγύτητα – την εμπειρία του να είσαι πραγματικά και ουσιαστικά παρών. Τα παραδοσιακά ακούσματα και οι χοροί προσφέρουν μια βιωματική εμπειρία συλλογικότητας. Στον κύκλο του χορού δεν υπάρχουν διακρίσεις, δεν υπάρχει η απομόνωση της οθόνης, υπάρχει η φυσική παρουσία και ο ρυθμός.

Ο νέος δεν πηγαίνει στο πανηγύρι για να «εκσυγχρονιστεί», ούτε για να μελετήσει το φαινόμενο λαογραφικά. Πηγαίνει γιατί εκεί βρίσκει αυτό που λείπει από την καθημερινότητά του: την επαφή.

Η ίδια η παράδοση απέδειξε ότι παραμένει ζωντανή και δημιουργική, και σε αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η δυναμική της αναβίωσης. Σύγχρονοι μουσικοί και δημιουργοί –από όλα τα μέρη της χώρας– αρνήθηκαν να την κλείσουν σε μια προθήκη. Αντί να εγκλωβιστούν στη μουσειακή ακινησία, τη μετασχημάτισαν, τη δοκίμασαν, την ανανέωσαν, την εξέλιξαν. Πήραν τα παραδοσιακά όργανα και τις φόρμες και τα πάντρεψαν με σύγχρονες ενορχηστρώσεις, τζαζ αυτοσχεδιασμούς, ακόμη και ηλεκτρονικά στοιχεία, χωρίς να προδώσουν την ψυχή τους.

Το αποτέλεσμα είναι μια κουλτούρα που αναπροσαρμόζεται επειδή εξακολουθεί να συγκινεί τις βαθύτερες χορδές ενός ελληνικού DNA, που παρά τις «φιλότιμες» προσπάθειες κάποιων δεν έσβησε ποτέ. Είναι αυτό που κάποιοι –χωρίς επίγνωση της πραγματικότητας– αποκαλούν ειρωνικά και με μια δόση συντηρητισμού «πατρίς». Είναι το ίδιο που ο Σαββόπουλος περιέγραφε στον στίχο του: «Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει, και όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει…»

Η φορά της αναβίωσης

Αυτή η δυναμική εξέλιξη κατέρριψε το παλιό δίλημμα «παράδοση ή εκσυγχρονισμός». Απέδειξε ότι μπορεί κανείς να είναι ταυτόχρονα βαθιά συνδεδεμένος με τις ρίζες του και απόλυτα σύγχρονος στον τρόπο ζωής και σκέψης του.

Υπάρχει βέβαια μια διαφορά του σήμερα με το χθες: η φορά της αναβίωσης. Η παράδοση έπαψε να επιβάλλεται από τα πάνω προς τα κάτω, ως «εθνική υποχρέωση», όπως συνέβη με στυγνό τρόπο την περίοδο της χούντας. Αντίθετα, αγκαλιάστηκε από κάτω, από την ίδια την κοινωνία, ως συνειδητή επιλογή κουλτούρας και έκφρασης.

Η στροφή προς τις ρίζες δεν είναι επιστροφή σε έναν εσωστρεφή ή γραφικό φολκλορισμό. Είναι η απόδειξη μιας κοινωνίας που δεν φοβάται να κοιτάξει το παρελθόν της, επειδή ακριβώς ψάχνει να πατήσει με ασφάλεια στο παρόν και προσβλέπει σε ένα καλύτερο μέλλον.

Όταν ο σύγχρονος Έλληνας ανακαλύπτει ξανά τους χορούς, τα τραγούδια και τις αφηγήσεις του τόπου του, δεν κλείνει τα μάτια στον κόσμο. Απλώς θυμάται ποιος είναι, για να μπορεί να σταθεί στον σύγχρονο κόσμο με αυτοπεποίθηση. Και αυτή, εν τέλει, είναι μια από τις πιο ελπιδοφόρες πολιτιστικές παρατηρήσεις των τελευταίων ετών.

info@voulgarakis.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *