….. Ο άγνωστος είχε σταματήσει μπροστά στο σπίτι του κ. Γκολιάτκιν. Ακούστηκε ο ήχος του κουδουνιού και σχεδόν αμέσως ο ήχος του μάνταλου. Η πύλη της εισόδου άνοιξε και ο άγνωστος εξαφανίστηκε κάτω από την αψίδα. Σχεδόν ταυτόχρονα ο κ. Γκολιάτκιν έφτασε μπροστά στην πόρτα και έφυγε σφαίρα προς την αυλή. Ο άγνωστος ήταν ήδη στο τελευταίο σκαλί. Ο χώρος ήταν σκοτεινός, υγρός και βρόμικος. Όμως ο συνοδός του κ. Γκολιάτκιν ανέβαινε χωρίς δυσκολία, γνωρίζοντας τέλεια τα κατατόπια. Σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος, ακολούθησε τον υπηρέτη που του είχε ανοίξει. Εκτός εαυτού ο κ. Γκολιάτκιν, χωρίς να βγάλει το πανωφόρι του και το καπέλο του, πήδηξε μέσα στο διαμέρισμα και στάθηκε κεραυνόπληκτος στο κατώφλι του δωματίου του. Το κεφάλι του άρχιζε να γυρίζει. Ο άγνωστος καθόταν μπροστά του, πάνω στο κρεβάτι του και έκανε ένα φιλικό σήμα βλεφαρίζοντας ελαφρά. Ο κ. Γκολιάτκιν θέλησε να κραυγάσει αλλά δεν είχε τη δύναμη. Έχασε τις αισθήσεις του, ήταν λογικό. Είχε αναγνωρίσει τον νυχτερινό του φίλο. Τούτος ο νυχτερινός φίλος ήταν απλώς ο ίδιος ο εαυτός του. Ο κ. Γκολιάτκιν, ένας άλλος κ. Γκολιάτκιν αλλά απολύτως όμοιος……
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο σωσίας
