Για σένα ξέχασα να μεγαλώσω…

Περνούσε κάθε απόγευμα από το ίδιο παγκάκι, εκεί στη μεγάλη πλατεία της Νέας Σμύρνης. Δεν καθόταν ποτέ. Μόνο διάβαζε τη φράση που κάποιος είχε γράψει με μεγάλα λευκά γράμματα και σε φόντο μπλε και κόκκινο.

«ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΞΕΧΑΣΑ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΩ».

Χαμογελούσε γλυκόπικρα.

Θυμόταν πάντα τον πατέρα του,έναν άνθρωπο σκληρό για όλους, εκτός από εκείνον. Κάθε Κυριακή απόγευμα έβγαζε από την αποθήκη έναν παλιό χαρταετό και επέμενε να τον πετάξουν, ακόμα κι όταν εκείνος είχε γίνει πια φοιτητής.

«Έλα, άλλη μια φορά…», του έλεγε.

Τότε ντρεπόταν. Του φαινόταν παιδικό. Σήμερα θα έδινε τα πάντα για εκείνη τη μία ακόμη Κυριακή.

Κατάλαβε πως ο πατέρας του δεν είχε ξεχάσει να μεγαλώσει. Είχε απλώς αρνηθεί να αφήσει την αγάπη να γεράσει.

Έσκυψε, χάιδεψε το χρώμα του τσιμεντένιου παγκακιού και ψιθύρισε:

«Δεν ξέχασες να μεγαλώσεις, πατέρα… Για μένα θυμόσουν πάντα πώς είναι να είσαι παιδί.»

Και εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως η μεγαλύτερη ωριμότητα δεν είναι να χάσεις την παιδικότητά σου. Είναι να τη φυλάξεις για εκείνους που αγαπάς.

ΚΜ

Like1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *