Οι άνθρωποι γεννιούνται με ένα σπάνιο χάρισμα: την ικανότητα να κατοικούν ταυτόχρονα σε δύο κόσμους. Όχι εναλλάξ, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα — σαν να πρόκειται για μία ενιαία επικράτεια με διαφορετικές αποχρώσεις.
Ο ένας κόσμος είναι ο απτός, ο μετρήσιμος, αυτόν που αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό, εκεί όπου τα πράγματα έχουν βάρος, όνομα και συνέπειες.
Ο άλλος είναι ο φαντασιακός, ρευστός και ανεξάντλητος, όπου οι κανόνες δεν καταργούνται, αλλά επαναδιατυπώνονται από την επιθυμία.
Το παιδί δεν διαχωρίζει αυτούς τους κόσμους· τους διαπερνά. Με το ένα πόδι στέκεται στη γη και με το άλλο πατά σε μια αόρατη προέκτασή της. Ένα ξύλο γίνεται σπαθί, ένα χαρτόκουτο καράβι, μια σκιά δράκος. Όχι επειδή το παιδί «παριστάνει», αλλά επειδή βλέπει.
Η φαντασία δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα· είναι ένας δεύτερος τρόπος να την αντιληφθείς.
Η μετάβαση από τον έναν κόσμο στον άλλον είναι τότε μια αυτόματη διαδικασία. Δεν απαιτεί κόπο, ούτε συνειδητή απόφαση. Είναι μια φυσική ροή, όπως η αναπνοή. Το παιδί μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να περάσει από το παιχνίδι στη σοβαρότητα και πάλι πίσω, χωρίς να αισθάνεται ότι αλλάζει «ρόλο». Δεν υπάρχει διάσπαση της ταυτότητας.
Κάπου όμως στην πορεία, το χάρισμα αυτό ατονεί. Όταν ο παιδί ενηλικιώνεται και ωριμάζει η πραγματικότητα απαιτεί αποκλειστικότητα. Οι κανόνες της ενηλικίωσης —η χρησιμότητα, η απόδοση, η λογική— επιβάλλουν έναν ενιαίο τρόπο αντίληψης.
Ο φαντασιακός κόσμος υποχωρεί, όχι επειδή παύει να υπάρχει, αλλά επειδή παύουμε να του δίνουμε πρόσβαση. Τον θεωρούμε παιδικό, άρα περιττό· ευχάριστο, αλλά μη παραγωγικό.
Κι όμως, ίσως εκεί να βρίσκεται κάτι ουσιώδες που χάνουμε. Η φαντασία δεν είναι πολυτέλεια· είναι εργαλείο κατανόησης. Είναι ο τρόπος να δεις αυτό που δεν φαίνεται ακόμη, να συνδέσεις αυτό που δεν έχει ακόμη συνδεθεί. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε δημιουργία — είτε πρόκειται για τέχνη, είτε για επιστήμη, είτε για ζωή.
Η ωριμότητα δεν θα έπρεπε να σημαίνει απώλεια αυτού του διπλού βλέμματος, αλλά συμφιλίωση μαζί του. Να μπορείς να στέκεσαι γερά στην πραγματικότητα, χωρίς να χάνεις την Κ ικανότητα να την υπερβαίνεις. Να θυμάσαι πως κάποτε περνούσες από τον έναν κόσμο στον άλλον χωρίς γέφυρες — και ίσως να αρχίσεις να τις ξαναχτίζεις.
Δεν είναι ότι το χάρισμα που χάνεται, είναι ότι ξεχνάμε πως το έχουμε και φυσικά η μη χρήση του οδηγεί σε ατροφία και απώλεια μιας έμφυτης χρήσιμης δυνατότητας για τον ενήλικα.
Το παραπάνω είναι εμπνευσμένο από την ανάγνωση του βιβλίου: «Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες» της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη
