«Γεμάτη τοπία μνήμης η Λαμία»
Επιμέλεια: Γιάννης Φώσκολος
Ο καταξιωμένος δάσκαλος, ο άνθρωπος που πλούτισε τα γράμματα και το θέατρο στην Ελλάδα με τον λόγο και την ανατρεπτική ματιά του γράφει για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανέθρεψε. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στρέφει για άλλη μια φορά το βλέμμα στη Λαμία και θυμάται.«Οταν πριν από λίγα χρόνια ξαναβρέθηκα στη γενέθλια πόλη μου, τη Λαμία, απ’ όπου έφυγα έφηβος για σπουδές και μόνο για θλιβερά γεγονότα για λίγες ώρες επισκεπτόμουν, οδήγησα τα βήματά μου στο σταυροδρόμι, στο κέντρο της πόλης όπου μεγάλωσα και έστρεψα το βλέμμα μου και προς τα τέσσερα σκέλη του σταυρού, δεν συναντούσα τίποτα οικείο, δεν ακουμπούσε η μνήμη σε κάτι που να είναι γνωστό. Τότε συνειδητοποίησα πως μέσα σε 55 χρόνια το χτιστό τοπίο είχε αλλάξει άρδην. Η πόλη μου, η δική μου Αλεξάνδρεια, με είχε αφήσει, είχε φύγει.
Ο παππούς μου γεννήθηκε στην Υπάτη, ο πατέρας μου στον Δομοκό, η μητέρα μου στην Αταλάντη και εγώ με τα αδέλφια μου γεννηθήκαμε αλλά κυρίως μεγαλώσαμε στη Λαμία. Δικαιούμαι λοιπόν να πιστεύω πως είμαι γέννημα-θρέμμα Φθιώτης, Ρουμελιώτης αλλά τώρα πια που τα πάντα μεταλλάχθηκαν και ισοπεδώθηκε το γούστο, τα ήθη και το χτισμένο τοπίο, το μόνο που μένει από τις μνήμες μου, ώστε να επιστρέψει ο νους και να αναπαύεται, να νοσταλγεί και να χαλαρώνει αναμιμνησκόμενος εποχές παιδικής και εφηβικής ευφορίας, είναι το τοπίο, το φυσικό, και κάποιες μεριές όπου τίποτα δεν μπορεί να τις διαβρώσει.
Η μόνη νόμιμη, απαραβίαστη και διαχρονική συνέχεια συναντάται πάντα στα νεκροταφεία. Εκεί ο χρόνος έχει παγώσει και κάθε μνήμα αφηγείται όχι μόνο τη μικρή ή σημαντική περιπέτεια του νεκρού αλλά και το γούστο, το ήθος παλαιότερων εποχών. Ενας τάφος του 19ου αιώνα μπορεί να γειτονεύει με έναν σημερινό, πράγμα που η ζωή δεν επιτρέπει τέτοια γειτνίαση.
Κατά τα άλλα, ό,τι μένει ανεπηρέαστο από τον οδοστρωτήρα της μόδας και της τεχνολογίας αλλά και των νέων υλικών είναι κάποια μοναστήρια, όπως της Δαμάστας, όπως των Αγίων Αναργύρων στην Αταλάντη, κάποια διατηρητέα κτίρια ή αναπαλαιωμένα όπως των Λουτρών της Υπάτης ή των Θερμοπυλών, κάποια γεφύρια σε απρόσιτες από τον «πολιτισμό» βουνοπλαγιές και κάποιες βρύσες πέτρινες, από όπου ξεπηδά το ανεπανάληπτο δροσερό νερό του Γοργοπόταμου.
Υπάρχει βέβαια και το οικοδομικό τετράγωνο των Λουτρών των Καμένων Βούρλων, μια αρχιτεκτονική αγγλικής λουτρόπολης, αλλά ατόφιο κρατώ στη μνήμη το μοναστήρι του Αγάθωνα διότι εκεί ένα πρόσωπο που συνάντησα μπόλιασε συνάμα τη λεβεντιά με το ράσο και το τραυματικό παρελθόν με το τουριστικό παρόν. Ως ηγούμενος αυτού του μοναστηριού με το μυθικό τοπίο πέθανε ο καπετάν – Ανυπόμονος, πρωτοπαλίκαρο του Αρη Βελουχιώτη.
Παιδί είχα σταλιάσει κάτω από το μπαλκόνι του πατρικού του σπιτιού, το Κλαραίικο, από όπου ο Αρης μίλησε στο λαό πριν ξεκινήσει το δεύτερο αντάρτικο, στον «Λόγο της Λαμίας» και νεαρούλης αργότερα ανακάλυψα τα άγνωστα στην αστική μου πόλη ρεμπέτικα, όταν τα χορεύανε απελπισμένοι φαντάροι στο στρατόπεδο της Λαμίας, όπου εκπαιδεύτηκε το εκστρατευτικό σώμα που στάλθηκε για να σώσει τη Δυτική Δημοκρατία στην Κορέα.
Κι όχι μόνο τη σώσανε αλλά ο κάμπος της Λαμίας από Στυλίδα και Ράχες έως Σπερχειάδα και από Δομοκό έως Αταλάντη, Λιβανάτες, Μώλο είναι σπαρμένος με κορεάτικα τρακτέρ και αυτοκίνητα και συνεργεία με ανταλλακτικά.
Η Λαμία, η Αταλάντη και ο Δομοκός, η Σπερχειάδα ήταν παλαιότερα ωραίες πόλεις και κωμοπόλεις με κομψά, αρμονικά με το περιβάλλον αστικά διώροφα και μικρές πλατείες και κήπους. Τώρα τσιμέντο και ομοιόμορφος ευνουχισμός του γούστου. Σώζονται μόνο κάποιες συστάδες πλατάνων στις Μειξάτες, στο Χλομό, στο Μπράλο, σε κάποια μυστικά περάσματα, άλλοτε καταφύγια ληστών και δραπετών.
Μένει η αφειδώλευτη φιλοξενία, το γλυκό του κουταλιού, η μυρωδιά από τα πατητήρια, τα λιοτρίβια και τα απλωμένα καπνά στον ήλιο. Μένουν ακόμα τις νύχτες στην ύπαιθρο οι φωνές των ζώων και τα φωτάκια των πυγολαμπίδων. Κάποια μακρινά κουδούνια στα μαντριά, έστω κι αν σήμερα οι αλλοδαποί τσοπάνηδες απαιτούν φορητή τηλεόραση και κινητό.
Ενας θείος μου είχε το μοναδικό ταξί στην Αταλάντη τότε. Ξύπναγε τα ξημερώματα, έξι χρονών παλικαράκι και τα καλοκαίρια με έπαιρνε μαζί του όταν είχε αγώι για τα γύρω χωριά, συχνά μέχρι τη Λειβαδιά. Τώρα το τοπίο το ανθρώπινο και το τεχνικό έχει αλλάξει. Λυπάμαι που δεν μπορώ να γίνω τουριστικός οδηγός για τη σύγχρονη Φθιώτιδα των αυτοκινητοδρόμων, των ξενοδοχείων και των προποτζίδικων. Η πόλη που μ’ ακολουθεί έχει πεθάνει, ζει μόνο στο χρόνο της νιότης μου.
* Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία το 1937, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Εργάστηκε στη δημόσια και ιδιωτική επαίδευση για 35 χρόνια και από το 1971 μπήκε στο στίβο της θεατρικής κριτικής όπου και έχει καθιερωθεί. Πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος, έχει εκδώσει με το ψευδώνυμο Κ.Χ. Μύρης ποιητικές συλλογές, διηγήματα, τραγούδια, ενώ έχει μεταφράσει πολλά έργα της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας.
