Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Φωτογράφος επί 40 χρόνια, εκ των οποίων τα 15 στο Γαλλικό Πρακτορείο, ο Αντέμ Αλτάν δούλευε ως φωτορεπόρτερ και κάποια στιγμή στάθηκε μπροστά από ένα κτίριο που κατέρρευσε στην πόλη Καχραμανμάρας, επίκεντρο του σεισμού που σκότωσε περισσότερους από 16.000 ανθρώπους μόνο στην Τουρκία. Ο Αλτάν είδε έναν άνδρα να κάθεται στα ερείπια.
Άρχισε να «φωτογραφίζει» τη σκηνή: ο πατέρας να κρατά το χέρι του νεκρού παιδιού του χωρίς να το αφήνει, μέσα στα ερείπια και την καταστροφή.
Καθώς ο Αλτάν τραβούσε φωτογραφίες, ο άνδρας τον παρακολουθούσε με προσοχή.
«Τράβα φωτογραφίες του παιδιού μου», ψιθύρισε προς την κατεύθυνση του Αντέμ, με τη φωνή του να ραγίζει και να τρέμει.
Όσοι δουλεύουν φοβούνται μη χάσουν τη δουλειά τους.
Όσοι δε δουλεύουν φοβούνται μη δε βρουν ποτέ δουλειά.
Όποιος δε φοβάται την πείνα, φοβάται το φαγητό.
Οι οδηγοί αυτοκινήτων φοβούνται να περπατήσουν και οι πεζοί φοβούνται μην τους πατήσουν τα αυτοκίνητα.
Η δημοκρατία φοβάται να θυμηθεί και η γλώσσα φοβάται να τα πει.
Οι πολίτες φοβούνται τους στρατιωτικούς, οι στρατιωτικοί φοβούνται την έλλειψη όπλων, τα όπλα φοβούνται την έλλειψη πολέμων.
Ζούμε στα χρόνια του φόβου.
Φοβάται η γυναίκα τη βία του άντρα και ο άντρας την άφοβη γυναίκα.
Φόβος των κλεφτών, φόβος της αστυνομίας.
Φόβος της πόρτας χωρίς κλειδαριά, του χρόνου χωρίς ρολόγια, του παιδιού χωρίς τηλεόραση, φόβος της νύχτας χωρίς υπνωτικά χάπια και φόβος της ημέρας χωρίς διεγερτικά χάπια.
Φόβος του πλήθους, φόβος της μοναξιάς, φόβος απ’ όσα έγιναν και για όσα θα γίνουν, φόβος του θανάτου, φόβος της ζωής.
*Ουρουγουανός δημοσιογράφος, συγγραφέας και διακεκριμένη προσωπικότητα της λατινοαμερικάνικης Αριστεράς. Τα πιο γνωστά του βιβλία είναι «Οι ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» (1971) και «Μνήμη Φωτιάς» (1982-1986), που συνδυάζουν το μυθιστόρημα, τη δημοσιογραφία, την ιστορία και την πολιτική ανάλυση. Έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες και στα ελληνικά. Ο ίδιος δήλωνε ότι δεν ήταν ιστορικός, αλλά συγγραφέας με μνήμη.
•Ο υφυπουργός κ.Χαικάλης,ναι αυτός με τα τηλέφωνα,συνεχιζει ακαθεκτος τις αστρολογικές συνεδρίες.90 ευρώ άκουσα πως τις χρεώνει.Το αντέχω.Σκέπτομαι να τον επισκεφτώ για καλό σκοπό.Οι δημοσκοπησεις δεν με πείθουν.Θέλω να δω τις συναστρίες.Άνευ αυτών δεν μπορώ να βγάλω συμπέρασμα.Μπερδεύομαι. •Προς το παρόν μεταξύ των πολλών η προεκλογική περίοδος προσφέρει και άλλα συναρπαστικα ανέκδοτα που δεν τα χάνω.Τη σταθερή και αταλάντευτη αντιδεξιά ρητορική του Ευαγγελου Αντώναρου.Το ρεύμα Κύρτσου που θέλει να ιδρύσει,αν δεν το έχει ήδη κάνει,μια σχολή σκέψης ,ένα φυτώριο ιδεών απέναντι στον Μητσοτάκη. Επίσης με συγκλονίζει το παθος του Μάκη Βορίδη κατα των ακροδεξιών άκρων.Η χαλάρωση της αντικομμουνιστικής ρητορικής. •Τα πάντα ρεί και ουδέν μένει μεγάλε δάσκαλε Ηρακλειτε.Που νάβλεπες τι έλεγα εγώ όταν ήμουν 18 χρόνων.Πούσουνα νιότη πούλεγες πως θα γινόμουν άλλος.
Μια φορά κάθε μερικά χρόνια, σε περιόδους περιορισμένων βροχοπτώσεων και ξηρασίας, οι κάτοικοι μιας συγκεκριμένης περιοχής της Φωκίδας έρχονται αντιμέτωποι με ένα σχεδόν αλλόκοσμο θέαμα καθώς μέσα από τα νερά της τεχνητής λίμνης που δημιούργησε το φράγμα του Μόρνου για να υδροδοτηθεί η Ελλάδα, ξεπροβάλλει σαν φάντασμα ένα κομμάτι ιστορίας.
«Πνιγήκαμε για να ξεδιψάσει ο κόσμος. Πνιγήκαμε για να πιει ο κόσμος νερό», αφηγείται μια γερόντισσα στο ντοκιμαντέρ μικρού μήκους «NEROMANNA» που εξιστορεί την μοίρα του χωριού, μέσα από τα λόγια των ίδιων των κατοίκων του που αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν όταν άλλαξε η κοίτη του ποταμού, χτίστηκε το φράγμα και είδαν το νερό να φτάνει μέχρι τα σπίτια τους απειλώντας το βιος τους και -ακόμα χειρότερα-σκεπάζοντας κάτω από αυτό και τις δικές τους προσωπικές ιστορίες.
Οι Σωτήρης Τσίγκανος και Ιώνιαν Μπισάι χρειάστηκε να κάνουν μεγάλο αγώνα προκειμένου να εντοπίσουν «επιζώντες» εκείνου του δράματος. Εκείνου του «φευγιού». Εκείνου του ξεριζωμού. Οι οικογένειες σκόρπισαν, αφού εγκατέλειψαν το πλημμυρισμένο Κάλλιο και εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ενώ κάποιοι από αυτούς, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, έφυγαν τελικά από την ζωή με το παράπονο ότι δεν είδαν ποτέ ξανά το χωριό τους.
Ορισμένοι, πάντως, κατάφεραν να το αντικρίσουν. Σε περιόδους μεγάλης ξηρασίας και περιορισμένων βροχοπτώσεων η στάθμη του νερού της τεχνητής λίμνης υποχωρεί αισθητά. Μερικές φορές ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να ξεπροβάλλει μέσα από τον βυθό το παρελθόν. Το κάποτε ζωντανό Κάλλιο. Μαζεύεται κόσμος από τις γύρω περιοχές για να χαζέψει αυτό το παράξενο θέαμα. Ανάμεσα στους συγκεντρωμένους υπάρχουν και ορισμένοι που δεν έχουν φτάσει μέχρι εκεί από περιέργεια, αλλά από νοσταλγία και την εσωτερική ανάγκη να δουν και πάλι τον τόπο τους. Ή για να δείξουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους από πού κρατάει η σκούφια τους. Τελευταία φορά που τα χωριό αποκαλύφθηκε για τα καλά ήταν το 2007. «Η ατμόσφαιρα θύμιζε μνημόσυνο» ανακαλεί στην μνήμη του ένας από τους κατοίκους μιλώντας στο «NEROMANNA».
Το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Μπιενάλε της Αθήνας το 2017. Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για το πρότζεκτ, οι δύο δημιουργοί του κάλεσαν όσους από τους κατοίκους του Καλλίου μπόρεσαν να εντοπίσουν στην Βαρβάκειο, όπου στήθηκε ένα γλέντι σαν αυτά τα οποία έκαναν κάποτε κι εκείνοι στο χωριό τους. Η ατμόσφαιρα ήταν λυτρωτική για τους ανθρώπους που έχασαν για πάντα τον τόπο τους και έμειναν με την πικρία ότι κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ την δική τους προσωπική και ομαδική θυσία. Που κανένας δεν είχε μάθει την ιστορία τους. Μέχρι να βρεθούν οι δύο εικαστικοί καλλιτέχνες και να την διηγηθούν με τα υποβρύχια πλάνα τους τα οποίο δένουν ηχητικά με τα λόγια των κατοίκων.
Χρόνο με τον χρόνο είναι και λιγότεροι αυτοί που έχουν μείνει για να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο για το Κάλλιο. Όπως παρατήρησε κάποιος, «Όποιου έρχεται το τέλος του και θα πάει στον άλλο κόσμο, θα πάει εκεί. Ξαναμαζεύεται το χωριό, μετά από κάθε θάνατο»….
Όλοι… διευθυντές: Γιατί οι εταιρείες παραφουσκώνουν τους τίτλους των νέων εργαζομένων
Σίγουρα το έχεις παρατηρήσει έντονα τα τελευταία χρόνια: Μπαίνεις μέσα σε ένα γραφείο και οι διευθυντές είναι… περισσότεροι από τους απλούς εργαζομένους. Οι εντυπωσιακοί επαγγελματικοί τίτλοι έχουν πολλαπλασιαστεί.
Δεν είναι όμως μόνο Ελληνικό φαινόμενο. Σύμφωνα με μια νέα ανάλυση 2,4 εκατομμυρίων αναγγελιών θέσεων εργασίας από την Datapeople, πάροχο αναλύσεων προσλήψεων, οι αμερικανικοί τίτλοι θέσεων εργασίας είναι πιο «μεγαλειώδεις» από ποτέ. Από το 2019, οι εργοδότες έχουν τριπλασιάσει τη χρήση της λέξης «lead» (επικεφαλής) σε τεχνολογικές θέσεις πρώιμης σταδιοδρομίας, αύξησαν τη χρήση της λέξης «principal» (κύριος) κατά 57% και μείωσαν τη χρήση της λέξης «junior» κατά το ήμισυ.
«Ήταν σοκαριστικό για μένα το πόσο δραματικό ήταν η αύξηση σε τέτοιους τίτλους», λέει η Maryam Jahanshahi, επικεφαλής του τμήματος Ε&Α της Datapeople. «Είναι αχαλίνωτο και το συναντάμε σε πολλούς διαφορετικούς τύπους θέσεων εργασίας».
Τι είναι λοιπόν αυτό που οδηγεί τις εταιρείες να μοιράζουν ολοένα και πιο φανταχτερούς τίτλους; Εδώ είναι 4 λόγοι σύμφωνα με το Business Insider.
Οι υπερωρίες: Ο ομοσπονδιακός νόμος στις ΗΠΑ απαιτεί από τους εργοδότες να πληρώνουν τους εργαζομένους για τις υπερωρίες τους — εκτός εάν καταγράφονται ως μισθωτοί διευθυντές. Έτσι, οι εταιρείες εκμεταλλεύονται το κενό δίνοντας σημαντικούς τίτλους σε σχετικά χαμηλόμισθους. Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο, ερευνητές στο Χάρβαρντ και στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ντάλας διαπίστωσαν ότι ορισμένοι βοηθοί στη ρεσεψιόν είναι πλέον «διευθυντές πρώτων εντυπώσεων» (directors of first impressions), ενώ οι καθαριστές χαλιών έχουν μετατραπεί σε «διαχειριστές σαμπουάν» (shampoo managers).
Η μελέτη εκτιμά ότι στις ΗΠΑ οι εργοδότες χρησιμοποιούν τίτλους εργασίας για να γλιτώσουν υπερωρίες περίπου 4 δισ. δολαρίων ετησίως.
Πρόσληψη και διατήρηση επαγγελματιών. Σε υψηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, οι εργοδότες χρησιμοποιούν τους υπερβολικούς τίτλους για να προσπαθήσουν να προσελκύσουν καλύτερης ποιότητας υποψηφίων ή να εμποδίσουν τους υπαλλήλους να εγκαταλείψουν… το πλοίο. Σε σύγκριση με ένα άλλο δέλεαρ, όπως οι υψηλότερες αμοιβές και τα περισσότερα προνόμια, η τοποθέτηση ενός εντυπωσιακού τίτλοτυ εργασίας σε καποιον είναι δωρεάν. Η πρακτική έγινε εξαιρετικά συνηθισμένη κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Παραίτησης.
«Επειδή η αγορά είναι τόσο σφιχτή», λέει η Michelle Reisdorf, περιφερειακή διευθύντρια στην εταιρεία προσωπικού Robert Half, «πολλοί διευθυντές προσλήψεων είναι σίγουρα δημιουργικοί σε κάθε τρόπο που μπορούν για να προσελκύσουν κορυφαία ταλέντα.
Κάνεις το κατώτερο και το μεσαίο προσωπικό να φαίνεται πιο σημαντικό για εξωτερικούς πελάτες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι τράπεζες επενδύσεων μοιράζουν τον τίτλο του αντιπροέδρου σχεδόν σε όλους – για να προσδώσουν μια αίσθηση εξουσίας σε traders, των οποίων οι πελάτες είναι συνήθως πολύ πιο σημαντική. Η Goldman Sachs αποκάλυψε κάποτε ότι απασχολεί σχεδόν 12.000 αντιπροέδρους – το ένα τρίτο του συνολικού εργατικού δυναμικού της. Η τακτική λειτουργεί — ακόμα και όταν εφαρμόζεται από την τεχνητή νοημοσύνη. Όταν ένα chatbot εισήχθη ως «διαχειριστής εξυπηρέτησης πελατών» και όχι ως «εκπρόσωπος εξυπηρέτησης πελατών», οι άνθρωποι το βαθμολόγησαν ως πιο συμπαθητικό, αξιόπιστο και έμπειρο.
Ικανοποιώντας τις προσδοκίες της Gen Z. Με τα χρόνια, καθώς οι τίτλοι έγιναν πιο φανταχτεροί, οι νεότεροι υπάλληλοι τους περιμένουν πολύ νωρίτερα από ό,τι οι προηγούμενες γενιές. Περιμένουν επίσης να προβιβάζονται πιο συχνά, γεγονός που διογκώνει τους τίτλους ακόμα πιο γρήγορα. Όταν το JobSage, ένας ιστότοπος αξιολόγησης εργοδοτών, ρώτησε τους εργαζόμενους πέρυσι, το 58% των ερωτηθέντων από τη γενιά Gen Z δήλωσαν ότι αναμένουν να προάγονται κάθε 18 μήνες, σε σύγκριση με το 20% των baby boomers και το 27% των Gen X. Οι εργαζόμενοι της Gen Z υπολόγισαν επίσης ότι χρειάζονται μόνο τρία έως έξι χρόνια για να γίνουν… αντιπρόεδροι. Οι Boomers, αντίθετα, είπαν ότι το να γίνεις αντιπρόεδρος απαιτεί μια δεκαετία ή περισσότερο εμπειρία.
Πάντως οι φουσκωμένοι τίτλοι δεν προσελκύουν στην πραγματικότητα καλύτερα ταλέντα. Σε μια ανάλυση, το Datapeople διαπίστωσε ότι η επισύναψη της λέξης “ανώτερος” σε θέσεις που είναι στην πραγματικότητα κατώτεροι οικονομικοί αναλυτές έχει ως αποτέλεσμα 39% λιγότερους υποψήφιους που πληρούν τις προϋποθέσεις. Αυτό συμβαίνει επειδή οι υποψήφιοι βλέπουν τον φανταχτερό τίτλο και πιστεύουν ότι δεν πληρούν τα προσόντα για τη θέση, ενώ οι υποψήφιοι ανώτερου επιπέδου διαβάζουν την περιγραφή της θέσης εργασίας και συνειδητοποιούν ότι έχουν υπερβολικά προσόντα για αυτή.