Η φήμη, ένα αφηνιασμένο άλογο!

Παράδοξο πράγμα η φήμη. Κάποιοι —πάρα πολλοί— κάνουν το παν για να την αποκτήσουν. Κυνηγούν την αναγνώριση, τη δημοσιότητα, το χειροκρότημα, πιστεύοντας πως, όταν έρθουν, θα τους χαρίσουν κάτι από την ευτυχία που τους λείπει. Κι ύστερα υπάρχουν εκείνοι που την έχουν ήδη κατακτήσει και αγωνίζονται να την τιθασεύσουν. Γιατί ανακαλύπτουν πως η φήμη μοιάζει με αφηνιασμένο άλογο: δύσκολα το καβαλικεύεις, ακόμη δυσκολότερα το κρατάς σταθερό και, αν χάσεις τα χαλινάρια, μπορεί να σε γκρεμίσει και να σε ποδοπατήσει.

Απόσπασμα από κείμενο του Χ. Χωμενίδη.

Με πρώτη ύλη τις παραπάνω ιδέες μια συνέχεια για τη φήμη και την ελευθερία .

Η φήμη έχει μια παράξενη ιδιότητα: στην αρχή υπηρετεί τον άνθρωπο και ύστερα απαιτεί από τον άνθρωπο να την υπηρετεί. Εκείνος που έγινε γνωστός για κάτι καλείται διαρκώς να αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να αξίζει την εικόνα που δημιούργησαν οι άλλοι γι’ αυτόν. Δεν του επιτρέπεται εύκολα η αποτυχία, η αδυναμία, μερικές φορές ούτε καν η αλλαγή. Γίνεται, χωρίς να το καταλάβει, αιχμάλωτος του ίδιου του ειδώλου του.

Ίσως γι’ αυτό η μεγαλύτερη δοκιμασία δεν είναι να αποκτήσεις φήμη, αλλά να μην πιστέψεις υπερβολικά σ’ αυτήν. Να θυμάσαι ότι ο έπαινος είναι δανεικός και το χειροκρότημα προσωρινό. Το πλήθος που σήμερα σε ανεβάζει ψηλά μπορεί αύριο, με την ίδια ευκολία, να στρέψει αλλού το βλέμμα του — ή ακόμη και να σε γκρεμίσει.

Η πραγματική ελευθερία αρχίζει όταν ο άνθρωπος μπορεί να ξεχωρίζει αυτό που είναι από αυτό που λένε οι άλλοι ότι είναι. Να χαίρεται την αναγνώριση χωρίς να εξαρτάται από αυτήν και να αντέχει την αφάνεια χωρίς να αισθάνεται ότι μικραίνει.

Δεν έχει τόση σημασία πόσοι γνωρίζουν το όνομά σου. Σημασία έχει, όταν σταματήσουν τα χειροκροτήματα, να εξακολουθείς εσύ να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου.

Like1

Λέξεις και φιλία

Η οικειότητα είναι ένα πολύτιμο δώρο της φιλίας, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την ασέβεια. Το να προσέχουμε τη γλώσσα μας όταν είμαστε με φίλους δεν είναι δείγμα υποκριτικής συστολής, αλλά μια έμπρακτη απόδειξη αγάπης και εκτίμησης. Γιατί, σε τελική ανάλυση, οι λέξεις που επιλέγουμε να πούμε στους ανθρώπους μας έχουν τη δύναμη είτε να χτίσουν γέφυρες είτε να υψώσουν αόρατα τείχη.

Like1Love2

Άλλο η τιμή και άλλο η αξία

Το 1955, όταν ανακοινώθηκε ότι το εμβόλιο του Jonas Salk κατά της πολιομυελίτιδας ήταν αποτελεσματικό, εκατομμύρια άνθρωποι ένιωσαν ότι απαλλάσσονταν από έναν εφιάλτη. Η ασθένεια θέριζε κυρίως παιδιά, αφήνοντας πίσω της παράλυση, αναπηρίες και θάνατο.

Ο Salk θα μπορούσε να είχε μετατρέψει την ανακάλυψή του σε μια τεράστια προσωπική περιουσία. Δεν το έκανε.

Όταν τον ρώτησαν σε τηλεοπτική συνέντευξη ποιος κατείχε την πατέντα του εμβολίου, απάντησε με μια φράση που έμεινε στην ιστορία:

«Οι άνθρωποι, θα έλεγα. Δεν υπάρχει πατέντα. Θα μπορούσατε να πατεντάρετε τον ήλιο;»

Μερικές φορές μια φράση είναι αρκετή για να φανερώσει ολόκληρη τη φιλοσοφία ενός ανθρώπου.

Ο Salk δεν υποτίμησε ούτε το χρήμα ούτε την αξία της επιστημονικής εργασίας. Έβαλε όμως πάνω από αυτά κάτι μεγαλύτερο: την πεποίθηση ότι υπάρχουν ανθρώπινα επιτεύγματα που αποκτούν το πραγματικό τους νόημα μόνο όταν γίνονται κοινό κτήμα.

Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα αποκτούν τιμή. Οι ιδέες κατοχυρώνονται, η γνώση εμπορευματοποιείται, ακόμη και η ανθρώπινη προσοχή αγοράζεται και πουλιέται. Και ασφαλώς η έρευνα χρειάζεται κεφάλαια, οι ερευνητές πρέπει να αμείβονται και η καινοτομία να επιβραβεύεται. Όμως η ιστορία του Salk μάς θυμίζει ότι άλλο η τιμή και άλλο η αξία.

Υπάρχουν πράγματα που μπορεί να αξίζουν πολύ περισσότερο από όσο μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα.

Ίσως τελικά αυτή να είναι και μια από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες της επιτυχίας: όχι μόνο τι καταφέραμε να αποκτήσουμε χάρη σε αυτήν, αλλά και τι είχαμε τη δύναμη να μη διεκδικήσουμε αποκλειστικά για τον εαυτό μας.

Like2Love2

ύβρις, άτη, νέμεσις, τίσις

Οι αρχαίοι Έλληνες, παρατηρώντας τον άνθρωπο και τις αδυναμίες του, συμπύκνωσαν σε τέσσερις λέξεις έναν ολόκληρο μηχανισμό ανόδου και πτώσης: ύβρις, άτη, νέμεσις, τίσις.

Όλα αρχίζουν από την ύβρη. Όχι απλώς από την αλαζονεία, αλλά από την απώλεια του μέτρου. Ο άνθρωπος πετυχαίνει, αποκτά δύναμη, πλούτο ή εξουσία και κάποια στιγμή αρχίζει να πιστεύει ότι οι κανόνες που ισχύουν για τους άλλους δεν ισχύουν γι’ αυτόν. Η επιτυχία, αντί να τον κάνει σοφότερο, τον κάνει υπερβολικά βέβαιο για τον εαυτό του.

Και τότε έρχεται η άτη: η θόλωση της κρίσης. Ο άνθρωπος παύει να βλέπει τα πράγματα όπως είναι και αρχίζει να τα βλέπει όπως θα ήθελε να είναι. Δεν ακούει προειδοποιήσεις, υποτιμά τους κινδύνους, περιφρονεί τους αντιπάλους του. Και το χειρότερο: όσο περισσότερο σφάλλει, τόσο περισσότερο πιστεύει ότι έχει δίκιο.

Η πραγματικότητα όμως έχει έναν δικό της τρόπο να επαναφέρει το μέτρο. Αυτή είναι η νέμεσις. Δεν χρειάζεται πάντοτε να έρθει ως θεϊκή τιμωρία. Μπορεί να είναι απλώς η φυσική συνέπεια της υπερβολής. Μια αυτοκρατορία παρακμάζει, μια πανίσχυρη επιχείρηση χάνει την αγορά της, ένας ηγέτης χάνει την επιρροή του, ένας άνθρωπος βλέπει ξαφνικά να καταρρέει εκείνο που θεωρούσε ακλόνητο.

Και στο τέλος έρχεται η τίσις: η πληρωμή του λογαριασμού.

Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το αρχαίο σχήμα παραμένει αναγνωρίσιμο και σήμερα. Το βλέπουμε στην πολιτική, στις επιχειρήσεις, στις κοινωνίες, ακόμη και στην προσωπική μας ζωή. Η μεγάλη επιτυχία κρύβει συχνά μέσα της έναν κίνδυνο: να μας πείσει ότι θα διαρκέσει για πάντα.

Το πραγματικό δίδαγμα των τεσσάρων αυτών λέξεων μπορεί να μην αφορά την τιμωρία αλλά το μέτρο. Να γνωρίζεις μέχρι πού φτάνει η δύναμή σου, να αμφιβάλλεις ακόμη και όταν όλα σε δικαιώνουν και, κυρίως, να καταλαβαίνεις εγκαίρως πότε άλλαξε ο καιρός των πραγμάτων.

Γιατί η νέμεσις δεν αρχίζει όταν έρχεται η πτώση. Αρχίζει πολύ νωρίτερα, τη στιγμή που ο άνθρωπος, μεθυσμένος από την επιτυχία του, πιστεύει ότι δεν μπορεί πια να πέσει.

Like1Love6

Μόνο η απάντηση σε ένα “γιατί” δεν είναι αρκετή, ή αλλιώς “η εξίσωση της πειθαρχίας”…

Από το ΓΛ η πιο κάτω ανάρτηση

Η αξία κάθε θεωρητικής άποψης (και υπάρχουν πολλές για όλα τα θέματα) αναδεικνύεται όταν η θεωρία καλείται να βρει πρακτική εφαρμογή και να δώσει όντως λύση (ήτοι μετρήσιμο αποτέλεσμα) “επί του πεδίου” σε κάποιο πρόβλημα.  

Βεβαίως και είναι πολύ ουσιαστικό και χρήσιμο να ξέρεις τί θέλεις και γιατί το θέλεις. 

Είναι η συνετή αφετηρία κάθε προσπάθειας.

Στην πράξη όμως, πόσες φορές αποδεικνύεται αυτό από μόνο του αρκετό, για να σε οδηγήσει στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ??

Αλήθεια, πόσοι στόχοι τίθενται και πόσες προσπάθειες ξεκινούν με προσδοκίες, με ενθουσιασμό, με “αγωνιστική διάθεση”, ή ακόμα και με επαρκή αρχικό σχεδιασμό, αλλά δεν ολοκληρώνονται ποτέ??

Οι θεωρητικές απαντήσεις για τη σημασία του στόχου και τα οφέλη από την επίτευξή του είναι πάντα εκεί. 

Κάτι άλλο λείπει…

Συνήθως (αποδεικνύεται ότι) λείπει η επιμονή και η υπομονή, που εκ των πραγμάτων απαιτείται να επιδείξει κανείς σε βάθος χρόνου για την υλοποίηση ενός σημαντικού εγχειρήματος. 

Αποδεικνύεται ότι τελικά ήταν χαλαρή η πνευματική δέσμευση στην επιδίωξη του στόχου, ήταν ελλειμματική η αντοχή στις δυσκολίες επίτευξής του, που αναπόφευκτα εμφανίστηκαν στην πορεία, ήταν δυσανάλογο το ψυχολογικό βάρος προσμονής της όποιας μελλοντικής επιτυχίας, συγκρινόμενο με τις αντιξοότητες της προσπάθειας καθεαυτής. 

Οπότε ανακύπτει το ερώτημα : γιατί συμβαίνει αυτό??

Την καλύτερη και πιο πειστική απάντηση μέχρι τώρα τη βρήκα στο βιβλίο του Steven Bartlett “Το ημερολόγιο ενός CEO – 33 κανόνες για την εργασία και τη ζωή”,που κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Key Books.  

Την περιγράφει ως “εξίσωση της πειθαρχίας” και σχηματικά αποτυπώνεται ως εξής : 

Πειθαρχία = η αξία που αποδίδεις στην επίτευξη του στόχου + ο βαθμός του ενδιαφέροντος (ή και της ψυχολογικής επιβράβευσης /ανταμοιβής) που έχει για ΄σενα αυτή καθεαυτή η διαδικασία επιδίωξης του συγκεκριμένου στόχου – το πόσο δαπανηρή σε υλικό ή συναισθηματικό επίπεδο ή/και αδιάφορη ψυχολογικά αποδεικνύεται στην πράξη για ‘σενα η ίδια η διαδικασία επιδίωξης του στόχου. 

Εν ολίγοις (γιατί υπάρχει και το ban από την αρχισυνταξία όταν γράφουμε πολλά ), όταν το άθροισμα της αξίας του στόχου με την ικανοποίηση που αντλεί κανείς σε όλη τη χρονική διάρκεια που απαιτεί η προσπάθεια για την υλοποίησή του υπολείπεται του κόστους (υλικού και ψυχολογικού) αυτής καθεαυτής της προσπάθειας, αμβλύνεται η αναγκαία πειθαρχία που απαιτείται να επιδείξει κανείς, με αναπόφευκτη συνέπεια να μειώνεται ή/και να αναβάλλεται η προσπάθεια και στο τέλος να εγκαταλείπεται (με ή χωρίς δικαιολογίες, που συνήθως αποδίδονται σε “εξωγενείς παράγοντες”, για να μη νιώθουμε και άσχημα) ο ίδιος ο στόχος, όσο και αν – σε θεωρητικό επίπεδο – είχε αρχικά αξιολογηθεί ως σημαντικός. 

Γ.Λ.

Like3