Νίτσε

Η ακαδημαϊκή καριέρα του Νίτσε σημαδεύτηκε από μια σειρά από εκθαμβωτικά πρώιμες επιτυχίες. Στα 24 του, ήταν το νεότερο μέλος ΔΕΠ στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας αλλά στα 28 είχε υποβιβαστεί από παιδί-θαύμα σε παρία, σε μεγάλο βαθμό χάρη στη δημοσίευση του πρώτου του βιβλίου, το “Η γέννηση της Τραγωδίας” (1872).

Περισσότερο έργο δημιουργικής ερμηνείας παρά ένα κομμάτι πιστής εξήγησης, το ντεμπούτο του απομακρύνθηκε απότομα από την αποδεκτή φιλολογική μέθοδο, εξοργίζοντας τους συναδέλφους του. Υποστήριξε ότι δύο αισθητικές τάσεις συναγωνίζονταν για κυριαρχία στην αρχαία Ελλάδα: η διονυσιακή, μια αρχέγονη ασάφεια μεταξύ των συνόρων που χώριζαν τον εαυτό από τον κόσμο, και η απολλώνια, ένα ορθολογιστικό παράδειγμα που τοποθέτησε την τέχνη ως μια διατεταγμένη εναλλακτική στην καταστροφή της ζωής. Αν και ο Νίτσε θεωρούσε αυτές τις δύο δυνάμεις ως αλληλοενισχυόμενες -και επαίνεσε την τραγωδία που τις πάντρεψε μεταξύ τους- η πραγματική του πίστη βρισκόταν στη διονυσιακή, όπως επιβεβαίωσαν η ζωή και το έργο του.

Πηγή: Κώστας Μανιάτης – news247.gr από το άρθρο της Becca Rothfeld στο theatlantic.com

Συγκαλλιέργεια!

Σπορά φασολιών, τα λεγόμενα αμπελοφάσουλα, ανάμεσα στα πρέμνα στα δερβενοχώρια, μια τεχνική που έρχεται από τους αρχαίους Έλληνες….

«Οι ελληνικοί αμπελώνες ήταν “συνδεδεμένοι”, αυξάνοντας σε λίγα χρόνια από 7 σε 30 ή και 40.000 κλήματα ανά εκτάριο, φυτεμένα ταυτόχρονα με δημητριακά (κριθάρι, σιτάρι, κεχρί κ.λπ.), κτηνοτροφικά φυτά (μηδική, βίκος, φάβα, τριγωνέλλα κ.λπ.)., γεγονός που επέτρεπε στους αμπελουργούς να παράγουν φακές, κρεμμύδια, ρεβίθια, αντίδια, μαρούλια, καρότα, ραπανάκια, παντζάρια… «Εκεί υπήρχαν και οπωροφόρα δέντρα, όπως η συκιά και η ελιά ή το κεράσι σε πιο υγρές περιοχές. Και κάποιοι φημίζονταν για το σαφράν, το σκόρδο ή τα φασόλια τους, τα οποία εκτιμούσαν πολύ οι αγορές». Οι αμπελώνες ήταν επίσης περιτριγυρισμένοι από κλαδεμένα δέντρα, μεγάλους παραγωγούς βιομάζας.

Οι Έλληνες είχαν βρει έναν τρόπο να περιορίσουν το υδατικό στρες, να προωθήσουν τον αερισμό του εδάφους και τη βιολογική ζωή. «Είχαν κατανοήσει εμπειρικά ότι αυτά τα συστήματα παρέχουν ένα βιότοπο για χρήσιμη μικροπανίδα, ενάντια στους βιοεχθρούς της αμπέλου».

Όταν η αμπελοκαλλιέργεια έγινε κερδοσκοπική, οι Έλληνες κατέφυγαν στη δουλεία για να σκαλίσουν το χώμα και να συντηρήσουν τις πεζούλες. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ο Thibault Boulay, αναφέρει ότι τα αμπέλια ήταν γυμνά για να περιορίσουν τις επιφανειακές ρίζες και να ωθήσουν τα αμπέλια να ριζώσουν για να φέρουν νερό από βαθιά. Οι αμπελουργοί εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη λειτουργία για να κάνουν τροποποιήσεις εδάφους στις οποίες οι γεωπόνοι συνιστούσαν την προσθήκη νεκρών φύλλων πεσμένων από τα πρέμνα, τα οποία αναγνωρίζονται πλέον, ως πηγή άνθρακα και αζώτου.

«Χρησιμοποιούσαν τις σχετικές καλλιέργειες ως χλωρή λίπανση. Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι το φασόλι γονιμοποιεί το έδαφος επειδή έχει χαλαρό ιστό και αποσυντίθεται εύκολα» διευκρινίζει ο Thibault Boulay, πριν προσθέσει ότι «οι Έλληνες εξασκούσαν ήδη την χλωρή λίπανση, και γύριζαν το λούπινο προτού σπαρθεί».

Πηγή: ypaithros.gr


Μάθετε να κατανοείτε την οπτική γωνία του άλλου, να ‘μπαίνετε στα παπούτσια’ του, να δείχνετε καλή θέληση και να είστε ανοιχτοί. Όταν κανείς δρα εγωιστικά και δε βάζει κατανόηση, συμπόνια και συγχώρεση στις σχέσεις του, μένει με το θυμό και την ανασφάλειά του και, τελικά, βγαίνει χαμένος…

•Ο κ.Ξυδάκης,ως διανούμενος της αριστεράς,απεδωσε την εκλογική νίκη της ΝΔ στο σύνδρομο της Στοκχόλμης.Δηλαδή οτι πολλοί ,διαπνέομενοι από μαζοχισμό ,ερωτεύτηκαν και λατρεύουν τον απαγωγέα-βασανιστή τους.Εν προκειμενω απαγωγέας της πραγματικής τους βούλησης ειναι ο Μητσοτάκης.Είναι μια άποψη.Δημοκρατία έχουμε καθένας έχει την άποψη του.
Υπάρχει όμως πράγματι ένα συνδρομο Στοκχόλμης που το έζησα εγώ και θα σας το διηγηθώ.
•Χριστούγεννα του 2005.Η Στοκχόλμη,μια πανέμορφη πόλη,με κανάλια,με σοκάκια,με υπέροχα στέκια,είναι παγωμένη.-15.Οι εκκλησίες μετατρέπονται σε χώρους μουσικής.Υπέροχες συναυλίες,χορωδίες,μουσικά σύνολα.Θρήσκοι και άθρησκοι βάζουν τα καλά τους και το απολαμβάνουν.Ανάμεσα τους και εμείς.Ο Παναγής,η Ολγα,η Μαρίνα κι εγώ.Οι γυναικες κρατούν μια σακκούλα με τα τακούνια τους.Οι άντρες τα μοκασίνια.Πριν μπουν στο χώρο βγάζουν τις μπότες που είναι για τους παγωμένους δρόμους και φορούν τα κατάλληλα ευπρεπή παπούτσια.Εμεις δεν το ξέρουμε το σπορ και μπαίνουμε με τις μποτάρες.Δεν μας είπαν τίποτα.Είναι ανεκτικοί άνθρωποι.Το περπάτημα είναι μια ζόρικη υπόθεση.Η μύτη κοκκινίζει,τσούζει.Το ντύσιμο απίστευτο για να αντέξεις.Ισοθερμικό καλτσον,φόρμες,πουλόβερ,σκούφος,γάντια,βαρειά μπουφάν.Κανονικοί ντολμάδες.Στα 20 λεπτά κάπου έπρεπε να χωθείς για να μην ξεπαγιάσεις.Για να πιεις ένα καφέ να ζεσταθεί το κοκαλάκι,το βάλε βγάλε κρατούσε ένα τέταρτο.Στη παλιά πόλη σε προειδοποιούσαν να μη περπατάς κοντά στα γραφικά σπιτάκια.Υπήρχε κίνδυνος να πέσουν από τις στέγες πάγοι κοφτεροί.Όλοι το τηρούσαν.Η πόλη ήταν τόσο συμπαθής,τόσο ελκυστική που τα άξιζε όλα αυτά.Εξέπεμπε μια ηρεμία αλλά και κάποια πειθαρχία.Μια υποβόσκουσα αυστηρότητα.
•Από τις 12 το βράδυ άρχιζε η απαγόρευση του καπνίσματος.Πολύς ο προβληματισμός των Σουηδών για το μέτρο.Στο gala ενός πολυτελούς ξενοδοχείου απολαμβάναμε το δείπνο.Δεν το ξέραμε.Μέχρι τα μεσάνυχτα παφ πουφ.Μόλις πήγε 12 λες και σάλπισε ο αόρατος σαλπιστης.Οι σερβιτόροι απέσυραν τα τασάκια.Ουδείς έφερε αντίρρηση.Όσοι θέλαν νικοτίνη πήγαιναν έξω στο -20.Ήταν βράδυ και η θερμοκρασία είχε πέσει.Ήταν και τα υπέροχα πάρκα.Νέοι,μεσήλικες και γέροι.Γονεις και παιδιά.Όλοι εκεί παρά την παγωνιά να βολτάρουν και να πίνουν τσαγια με μπράντι.
•Στο θέμα μου τώρα για το σύνδρομο της Στοκχολμης.Η Μαρίνα κι εγω το αποφασίσαμε.Να κάνουμε hiking σε ένα μακρινό δασος-πάρκο ,παρά το κρύο.Ο Παναγης και η Ολγα μας ευχήθηκαν καλή επιτυχία.Θα πουντιάσουμε είπαν.Μπήκαμε στο ταξί.Ο ταξιτζής ήξερε τέλεια αγγλικά.Ενθουσιάστηκε.Μας είπε ότι κάθε χρόνο κάνει μια εβδομάδα διακοπές στην Ελλάδα.Στο δρόμο μας εξήγησε την τοπική αντιπαράθεση για δυο δέντρα που έπρεπε να τα κόψουν για να διαπλατυνθεί ο δρόμος αλλά αντιδρούσαν οι περίοικοι.Γι αυτό έχει κίνηση εδώ μας εξήγησε.
•Παραμονές εκλογών.Η δεξιά συμμαχία απειλούσε να εκθρονίσει το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα μετά από δεκαετίες απρόσκοπτης ηγεμονίας.Το κατάφερε τελικά.Πως αισθάνεσαι που η Σουηδία δεν θα είναι πια σοσιαλιστική ρωτησα τον ταξιτζή.Μα δεν τίθεται τέτοιο θέμα μου είπε.Ο σοσιαλισμός είναι η ταυτότητα της Σουηδιας.Αυτό δεν μπορεί να το αλλάξει κανείς.Η δεξιά θα εφαρμόσει το σοσιαλισμό καλύτερα από τους σοσιαλδημοκράτες.Γι αυτό και θα την ψηφίσω.Άναυδος εγώ.Τον άκουγα έκπληκτος.Και πως τον εννοείς το σοσιαλισμό τον ξαναρώτησα.Μου απάντησε ως εξης.Κοίτα το ταξί δεν είναι δικό μου.Είμαι μισθωτός στην εταιρεία.Δεν βγάζω πολλά λεφτά αλλά μου φτάνουν.Μου περισσεύουν για να έρχομαι και στην Ελλάδα μου είπε γελώντας.Εδώ τα πάντα είναι πληρωμένα.Τα παιδιά μου στον παιδικό σταθμό,αύριο σε καλά σχολεία,οι γονείς έχουν βοήθεια στο σπίτι μέχρι και για τα ψώνια τους και τη σύνταξη τους.Η περίθαλψη είναι πάρα πολύ καλή.Αν αρρωστήσω με πληρώνει το Κράτος μέχρι να γίνω καλά.Δεν αισθάνομαι καμία ανασφάλεια.Δεν θα γίνω ποτέ πλούσιος αλλά δεν έχει μεγάλη σημασία.Περνάω καλά .Και η δεξιά του λέω.Δεν πρόκειται να ακουμπήσει τίποτα απι όλα αυτά.Αν το τολμήσει θα πέσει.Αντίθετα θα τα κάνει πιο αποτελεσματικά.Οι άλλοι είναι γραφειοκράτες.
•Ο ταξιτζής είχε πάθει το σύνδρομο της Στοκχόλμης.Αυτό που έπαθαν πολλοί κι εδώ κ.Ξυδάκη.Δεν ξέρω αν δικαιώθηκε.Η Σουηδία έχει κι αυτή τα προβλήματα της.Η δεξιά εκεί έρχεται ,φεύγει ,επανέρχεται.Η σοσιαλδημοκρατία ως βασική μορφή οργάνωσης δεν αλλάζει.
•Κατεβήκαμε στο δάσος.Μετά από 15 λεπτά φυσιολατρίας μπήκαμε στο ταξί και αρον αρον πίσω.Το κρύο δεν παιζόταν.Είχε δικιο ο Παναγης.Έμαθα ομως το πραγματικό σύνδρομο της Στοκχολμης και το θυμάμαι.Η μνήμη μου διατηρείται ευτυχώς.

Πάνος Μπιτσαξής

«Η κατάρα της μητρός μου»: διήγημα από το βιβλίο του Κ Μπερτσιά, <θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις

15. Η κατάρα της μητρός μου
Απόγευμα Παρασκευής, οχτώ μέρες πριν το τελείωμα του Σεπτέμβρη του 1972, ανήμερα της φθινοπωρινής ισημερίας, που η νύχτα και η μέρα ισομεριάζουν, και στο σπιτικό μας, στην κοιλάδα του Μόρνου, επικρατεί μεγάλη αναστάτωση.

Είμαστε στις τελευταίες ώρες πριν την οριστική φυγή. Τα περισσότερα πράγματα έχουν μαζευτεί, έχουν χωριστεί σε δυο ομάδες, αυτά που θα πέρναμε μαζί μας στην Αθήνα και τα υπόλοιπα, που θα μεταφέραμε πάνω στο χωριό. Είμαστε όλοι εκεί και βοηθάμε, ξαφνικά ακούγεται μια φωνή από το δρόμο να καλεί τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ανεβασμένος στο πατάρι για να κατεβάσει κάποια πράγματα και βγήκα εγώ να δω ποιος είναι. Βγαίνοντας στην αυλή αντικρίζω ένα άγνωστο άνδρα που με ρωτά:

«Είναι εδώ ο πατέρας σου;»

Πριν προλάβω να απαντήσω εμφανίστηκε ο πατέρας μου και τον καλωσόρισε.

Ήταν ο Γιάννης ο Πεντεορίτης, από ένα χωριό κοντά στο Γαλαξίδι, που είχε συνεννοηθεί με τον πατέρα μου να αγοράσει το άλογο, την αγαπημένη μας φοράδα, την Κούλα. Την Κούλα την είχαν αγοράσει από το επαχτίτικο παζάρι πριν 18 χρόνια, την χρονιά που γεννήθηκα κι εγώ, και μάλιστα σχεδόν την ίδια ημερομηνία, είμαστε δηλαδή συνομήλικοι. Η Κούλα εκείνη την στιγμή έβοσκε στις σιτοκαλαμιές ακριβώς κάτω από την αυλή. Με το άκουσμα ότι τη φοράδα θα την πάρει ο ξένος, όλη η οικογένεια συγκεντρωθήκαμε στην αυλή. Η μάνα μου πήγε και της φόρεσε το σαμάρι και τραβώντας από το καπίστρι την έφερε μπροστά μας. Λες και ήταν άνθρωπος, τη σύστησε με επισημότητα στο νέο της αφεντικό και άρχισε να λέει στο κύριο Γιάννη τα προσόντα της Κούλας. Πόσο εργατική ήταν, πόσο συνεργάσιμη με το ταίρι της στα οργώματα, με πόση άνεση μετέφερε τα φορτία, πόσο γρήγορο ζώο είναι και άλλες αρετές της που δεν θυμάμαι. Τελειώνοντας με τα καλά συμβούλεψε τον κύριο Γιάννη να την προσέχει, ειδικά όταν υπάρχουν μικρά παιδιά, γιατί σαν θηλυκό είναι και λίγο ζηλιάρα και μπορεί να τα δαγκώσει.

Μετά της χάιδεψε το κεφάλι της και με δάκρυα την αποχαιρέτησε λέγοντας πως δεν φταίει αυτή, αλλά η κακιά η λίμνη που σε λίγο θα τους διώξει όλους και θα σκεπάσει τα πάντα. Η μάνα είχε την πιο στενή συνεργασία όλα αυτά τα χρόνια με το ζώο και το ένιωθε σαν παιδί της. Τα τελευταία δέκα χρόνια, που ο πατέρας μου δούλευε σε διαφορά δημόσια τεχνικά έργα, αυτή είχε την φροντίδα των χωραφιών, από το δύσκολο έργο του οργώματος και της σποράς μέχρι τον θερισμό και το αλώνισμα. Σε αυτό το επίπονο έργο που συνήθως ήταν δουλειά των ανδρών είχε την άμεση βοήθεια της Κούλας και ενός μεγαλόσωμου μουλαριού, που ήταν δωρεά της Αμερικής στο πλαίσιο του σχεδίου Μάρσαλ. Αυ- τό το σκληροτράχηλο μουλάρι, –δεν θυμάμαι πως το φωνάζαμε–, είχε ψοφήσει πριν ένα χρόνο από γερατειά, αφού είχε οργώσει μαζί με την Κούλα με σιδερένιο άροτρο ή με ξύλινο αλέτρι δεκάδες στρέμματα πάνω από είκοσι χρόνια. Το κουφάρι του το είχαμε μεταφέρει στην ποταμιά, όπου αυτά τα κακάσχημα και μεγαλόσωμα όρνια που όρμησαν από τις κορφές των Βαρδουσίων το αποτελείωσαν.

Η αγροτική δουλειά εκείνα τα χρόνια με τα παραδοσιακά μέσα ήταν πολύ σκληρή και για τους ανθρώπους και για τα ζώα. Απαιτούσε, εκτός του μεγάλου κόπου, ιδιαίτερη επιμονή και μαεστρία για τον άριστο συντονισμό και την υπακοή των ζώων στα κελεύσματα του αγρότη ώστε να παραχθεί το ζητούμενο έργο.

Αυτή τη δουλειά για πολλά χρόνια την έκανε η κυρία Ευθυμία, η μάνα μου, μόνη της. Πόσες φορές δεν την είχα ακούσει, όταν είχε υπερβεί τα όριά της, να καταριέται αγανακτισμένη τα χωράφια που όργωνε με την φράση:

«Κακή λίμνη δεν θα γίνει… να τα πάρει να ησυχάσουμε…»

Και αυτά τα έλεγε πριν από πολλά χρόνια και πριν ακόμη να έχει ακουστεί κάτι για κατασκευή λίμνης.

Τέτοιες φράσεις εκστόμιζαν και άλλες γυναίκες που δούλευαν σκληρά στα χωράφια τους και οι απολαβές των κόπων τους ήσαν τόσο μικρές, που τις έφερνε σε κατάσταση απελπισίας, ειδικά σε χρονιές με κακές καιρικές συνθήκες.

Να που η κατάρα της μάνας έπιασε, σκεφτόμουν, άλλο αν η ίδια ήθελε μάλλον να το ξεχάσει…

Ήμασταν όλοι σε κακή ψυχολογική κατάσταση γιατί είχαμε δεθεί με το ζώο. Ο κύριος Γιάννης προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα μιλώντας στην Κούλα για τον εαυτό του και πόσο πολύ αγαπά τα ζώα κι ότι θα περνά καλύτερα μαζί του μιας και έχει πολύ λίγα αγροκτήματα και μάλιστα φυτεμένα με ελιές, που δεν απαιτούν κουραστικές δουλειές για το άλογο. Γυρνώντας προς την μεριά μας, λέει:

«Σας καταλαβαίνω, κι εγώ στενοχωριέμαι όταν αποχωρίζουμε τα ζώα μου, τα έχω σαν τα παιδιά μου, όποτε θέλετε να έρχεστε στο χωριό μου να τη βλέπετε τη φο- ράδα.»

«Κάποια στιγμή θα έρθουμε, είναι στο χωριό σου παντρεμένη και η θειά μου η Όλγα με το χωριανό σου το μπάρμπα Δήμο», του απαντά η μάνα μου.

«Ναι, ναι, το είχα ξεχάσει πως η κυρά Όλγα είναι από το Λούτσοβο.»

«Είναι αδελφή του πατέρα μου.»

«Αγαπημένο ζευγάρι, καλοί άνθρωποι, τους αγαπά όλο το χωριό. Αν τους είχε δώσει κι ο θεός ένα παιδάκι… τέλος πάντων, αυτά είναι τυχερά πράγματα.»

Ο παππούς, που δεν είχε μιλήσει μέχρι τώρα, πλησίασε το ζώο, του χάιδεψε την χαίτη και κοιτώντας προς εμάς λέει: «Τυχερή είναι η Κούλα, σε καλά χέρια θα πέσει, ο Γιάννης φαίνεται πολύ καλός άνθρωπος.» Και συνεχίζει: «Θυμάσαι Γιώργο, τότε στην Ναύπακτο, στο παζάρι, ήταν μια βδομάδα μετά την γέννηση του Κώστα, που εσύ διάλεξες αυτό το ζώο, εγώ ήθελα να πάρουμε αρσενικό αλλά εσύ επέμενες και φαίνεται πως έπραξες άριστα, πολύ καλή φοράδα. Γιάννη, θα μείνεις πολύ ευχαριστημένος, με την καρδιά μας σου την δίνουμε… καλορίζικη!».

«Καλορίζικη, καλορίζικη!!!» ακούστηκε μια φωνή από όλους μας.

Οι παλιοί άνθρωποι, όταν πωλούσαν κάτι έπρεπε να το δώσουν με την καρδιά τους, διαφορετικά πίστευαν ότι τη συναλλαγή θα συνόδευε η γρουσουζιά. Γι αυτό οι αγοραστές, αν διαισθάνονταν ότι δεν υπήρχε καλή διάθεση συνήθως χάλαγαν την συμφωνία.

Η παρέμβαση του παππού ήταν καταλυτική προς άπαντας.

Ο Γιάννης ο Πεντεορίτης καβάλησε τη φοράδα, αφού πρώτα μας ευχαρίστησε και μας υπενθύμισε να μην ξεχάσουμε τη θεία μας τη Όλγα και την Κούλα και να επισκεφτούμε το χωριό του, όπου με χαρά θα μας φιλοξενήσει.

Παρακολουθούσαμε αμίλητοι τον Γιάννη με την φοράδα να απομακρύνονται προς την πλευρά του Στενού. Δεν είχαν διανύσει ούτε διακόσια μέτρα όταν το άλογο κάνει απότομα στροφή 180 μοίρες, σηκώνει τα μπροστινά του πόδια και, κοιτάζοντας προς την δική μας πλευρά, άρχισε να χλιμιντρίζει έντονα ενώ ο Γιάννης με δυσκολία προσπαθούσε να το επαναφέρει στην πορεία του.

Αυτό το χλιμίντρισμα ήταν το τελευταίο ακουστικό αποτύπωμα της Κούλας, που έμεινε άσβεστο στην μνήμη μου παρόλο που έχουν περάσει τόσες δεκαετίες…

Η κόρνα του φορτηγού που είχε σταματήσει στον δημόσιο δρόμο μας επανέφερε στην πραγματικότητα. «Ο Θύμιος είναι», λέει ο πατέρας μου, «πάω να συνεννοηθούμε τι ώρα θα έλθει το πρωί να φορτώσουμε.» Ο Θύμιος ο Καραγιάννης, φίλος του πατέρα μου και ξάδελφος της μάνας μου, είχε φορτηγό και προσφέρθηκε να μας μεταφέρει στην Αθήνα…

 

Μου το είπες και σε πίστεψα, όταν το είπες δεύτερη φορά άρχισα να αμφιβάλλω και όταν το είπες τρίτη φορά κατάλαβα ότι λες ψέμματα…

Αραβική παροιμία