ΜΗΝ ΜΑΛΩΝΕΙΣ ΜΕ ΓΑΙΔΟΥΡΙΑ….

ΜΗΝ ΜΑΛΩΝΕΙΣ ΜΕ ΓΑΙΔΟΥΡΙΑ


Είπε ο γάιδαρος στην τίγρη:

  • “Το γρασίδι είναι μπλε”.
    Η τίγρη απάντησε:
  • “Όχι, το γρασίδι είναι πράσινο. “
    Η συζήτηση άναψε, και οι δύο αποφάσισαν να τον υποβάλουν σε διαιτησία, και γι’ αυτό πήγαν ενώπιον του λιονταριού, του βασιλιά της ζούγκλας.
    Ήδη πριν φτάσει στο ξέφωτο του δάσους, όπου το λιοντάρι καθόταν στο θρόνο του, ο γάιδαρος άρχισε να φωνάζει:
  • «Υψηλότατε, είναι αλήθεια ότι το γρασίδι είναι μπλε; “.
    Το λιοντάρι απάντησε:
  • “Αλήθεια, το γρασίδι είναι μπλε. “
    Ο γάιδαρος έσπευσε και συνέχισε:
  • “Ο τίγρης διαφωνεί μαζί μου και με αντιφάσκει και με ενοχλεί, παρακαλώ τιμωρήστε τον. “
    Ο βασιλιάς τότε δήλωσε:
  • «Η τίγρη θα τιμωρηθεί με 5 χρόνια σιωπής. “
    Ο γάιδαρος πήδηξε χαρούμενα και προχώρησε στο δρόμο του, ευχαριστημένος και επαναλαμβάνοντας:
  • “Το γρασίδι είναι μπλε”…
    Ο τίγρης δέχτηκε την τιμωρία του, αλλά πριν ρωτήσει το λιοντάρι:
  • “Μεγαλειότατε, γιατί με τιμωρήσατε; , τελικά το γρασίδι είναι πράσινο. “
    Το λιοντάρι απάντησε:
  • «Στην πραγματικότητα, το γρασίδι είναι πράσινο. “
    Η τίγρη ρώτησε:
  • “Γιατί λοιπόν με τιμωρείς; “.
    Το λιοντάρι απάντησε:
  • “Αυτό δεν έχει καμία σχέση με το ερώτημα αν το γρασίδι είναι μπλε ή πράσινο.
    Η τιμωρία είναι επειδή δεν είναι δυνατόν ένα γενναίο και έξυπνο πλάσμα σαν εσένα να σπαταλάει χρόνο μαλώνοντας με ένα γάιδαρο, και από πάνω να έρθει και να με ενοχλήσει με αυτή την ερώτηση. “
    Το χειρότερο χάσιμο χρόνου είναι να τσακώνεσαι με τον ανόητο και φανατικό που δεν νοιάζεται για την αλήθεια ή την πραγματικότητα, αλλά μόνο για τη νίκη των πεποιθήσεων και των ψευδαισθήσεων του. Ποτέ μην σπαταλάς χρόνο σε επιχειρήματα που δεν βγάζουν νόημα…
    Υπάρχουν άνθρωποι που, ανεξάρτητα από το πόσα στοιχεία και στοιχεία τους παρουσιάζουμε, δεν έχουν την ικανότητα να καταλάβουν, και άλλοι τυφλώνονται από εγωισμό, μίσος και αγανάκτηση, και το μόνο που θέλουν είναι να έχουν δίκιο ακόμα και αν δεν είναι.
    Όταν η άγνοια ουρλιάζει, η ευφυΐα σιωπά. Η ηρεμία και η ησυχία σου αξίζουν περισσότερο.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΤΩΝ ΚΛΕΙΣΤΩΝ (1920)

ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΤΩΝ ΚΛΕΙΣΤΩΝ (1920)

Του ΠΕΖΟΠΟΡΟΥ (Δημήτριου Χατζόπουλου)

Μονή Κλειστών, δεκαετία 1920.

«… Επήγε, λοιπόν, το τραγί για νερό, αλλά δεν ήθελε να πιη μαζί με τα άλλα και όλο προς το βαθούλωμα του βράχου επήγαινε. Το πράγμα έκαμε εντύπωσιν εις τον βοσκόν. Ακολούθησε το τραγί και ανεκάλυψε την Εικόνα…»

Επερπατούσαμεν εις τους κρεμαστούς πευκώνας της μονής των Κλειστών με τον καλόγηρον και ακούαμεν την ευλαβή αφήγησίν του. Ελέγετο Κλήμης Παπαθανασίου, πατρίδα είχε την Τανάγραν και όψιν σεμνήν και γαλήνιον, όπως και το όλον ιερόν μοναστήριον εις την μεγαλοπρεπή κλεισώρειαν της Πάρνηθος. Είχε ακόμη και το χλωμόν χρώμα των κεριών, που ανάψαμεν εις την Χάριν της, εις την σπηλαιώδη εκκλησίαν της. Η παλαιοτέρα εκκλησία ευρίσκεται εις το βάθος του σπηλαίου.

Τούτο έχει χωρισθή εις δύο μέρη, με τείχος. Το εσώτατον, το οποίον έχει είσοδον από την ανατολικήν πλευράν, μετεβλήθη εις σταύλον. Μη λησμονώμεν, ότι ο Χριστός εγεννήθη εις φάτνην αλόγων. Η νεωτέρα εκκλησία ευρίσκεται εις το έμπροσθεν μέρος του σπηλαίου. Εκεί είνε και η εικών της Παναγίας. Κατά πόσον δύναται να είνε παλαιά, αυτό δεν ενδιαφέρει απολύτως. Αρκεί, ότι παλαιά είνε η παράδοσις, αλλά και το αίσθημα των χριστιανών, οι οποίοι την έχουν ασημώση και κρεμούν αργυρά αναθήματα, αργυρά και χάρτινα επ’ αυτής. Χαραγμένη χρονολογία εις την είσοδον της σπηλαιώδους νεωτέρας εκκλησίας αναφέρει τον καιρόν της ιδρύσεώς της: 1242.

Άποψη της Μονής Κλειστών.

– Λοιπόν, πάτερ;…

– Λοιπόν, ο βοσκός ανεκάλυψε με την βοήθειαν του τραγιού την Εικόνα. Έφευγε τους εικονομάχους και κατέφυγε εδώ, όπου εφανερώθη εις τον βοσκόν. Την επροσκύνησε και με την βοήθειαν των χριστιανών απεφάσισε να της κτίση ναόν. Αλλά την νύχτα η Εικόνα και τα εργαλεία των κτιστών έφευγαν. Τότε οι χριστιανοί έκαμαν αγρυπνίαν, νυκτερινήν παράκλησιν και γονυκλισίαν, προ της Εικόνος εις το αλώνι, να, εκεί, διά να την ικετεύσουν να τους υποδείξη το μέρος, που έπρεπε να κτισθή ο ναός. Πραγματικώς η Εικών εξεκίνησε και ήρθε εδώ εις την σπηλιάν, όπου ηκολούθησε ο λαός. Εδώ δε εκτίσθη η εκκλησία και εγκατεστάθη η Ελεούσα η Κτητόρισσα. Δι’ αυτό την νύχτα της παραμονής της 15 Αυγούστου ψάλλομεν εις το αλώνι παράκλησιν. Και πολλοί βλέπουν ένα άσπρο περιστέρι να κάμνη τρεις γύρους απάνω από την Εικόνα…»

Η Μονή των Κλειστών. Άποψη εκ του βάθους της κοίτης του ποταμού Γκούρας.

Απηχούσαν οι καλογηρικοί λόγοι τόσον ευλαβείς εις την βραχώδη και πευκόφυτον υψηλήν περιοχήν, όπου ένοιωθε κανείς, ότι επήγαζαν από ειλικρινή διάθεσιν. Ο ερυθρόφαιος βράχος της Παγανιάς και Καλιακούδας, το άρμα του Διός εις την αρχαιότητα, υψούτο αποτόμως υπέρ την μονήν. Βορειανατολικώς ταύτης, κάτωθεν των τειχών της, έχαινε η αγρία χαράδρα, από τα έγκατα της οποίας ανέβαινε η βοή του ρεύματός της. Η Γιαννούλα κατεκρημνίζετε, από την πηγήν της προερχομένη, από την Γκούραν. Ακτινοβολούντα με λευκούς ασημένιους σπινθηροβολισμούς εις τον ήλιον τα χιόνια επί των κορυφών, του άρματος του Διός, του Ταμίλθι, των λοιπών βουνών, υπεράνω της μονής, έφθαναν τα έλατα και εσταματούσαν εις την γραμμήν των πεύκων, τα οποία κατέβαιναν πυκνότερα προς τας κατωφερείας.

Το υδραγωγείον της Γιαννούλας διέγραφε την φειδωτήν αργυράν ροήν του εις τας πλευράς του βουνού, κατερχόμενον προς την Χασσάν. Η μόνη καλλιέργεια εκεί ήσαν τα κηπαρέλια της μονής με την ελάχιστην πρασινάδα των. Εκαθήσαμεν εις την είσοδον του σκοτεινού διαδρόμου του υδραγωγείου της μονής διά να αναπαυθώμεν. Ο πάτερ Κλήμης εξακολουθούσε να μαζεύη ανεμώνες, τας οποίας μας προσέφερε και να ικανοποιή την ανακριτικήν διάθεσίν μας. Η μονή εφαίνετο ολόκληρη από το υψηλόν εκείνο μέρος, περιτειχισμένη, ζεσταινομένη εις τον χειμερινόν ήλιον, προφυλαγμένη από τους βράχους των βουνών εκ του παγερού βορρά. Από μίαν καπνοδόχον της ανέβαινε πυκνός και ταχύς καπνός. Εις το τζάκι του κελλίου του ανεπαύετο ο πρώην ηγούμενος Νεόφυτος, αλγών από τους οχληρούς ρευματισμούς του, καλός πρεσβύτης, δεκαετηρίδας μονάζων, γόνος της πολυσχιδούς οικογενείας των Τσεβάδων της Χασσάς.

Το φαράγγι των Κλειστών

– Πάτερ, τι έγινε το άλλο κυπαρίσσι εις την αυλήν της μονής; ηρώτησα.

– Το θυμάσαι; είπε έκπληκτος ο πάτερ Κλήμης.

– Βέβαια. Ανεπαύθην εις την σκιάν του μίαν ημέραν, που κατέβηκα εδώ από την αγίαν Τριάδα.

Επληροφορήθημεν, ότι κατά την ανέγερσιν των νέων ξενώνων, τοίχος κατέπεσε και παρέσυρε και κατέστρεψε το κυπαρίσσι. Τώρα μένει ένα μόνον, νεαρόν ακόμη, εκεί εις την βουνώδη κλεισώρειαν. Αριθμεί 15 ετών ηλικίαν και μεγαλώνει βραδέως εις τους βράχους. Αλλά και η όλη όψις της μονής μετεβλήθη, κατά τα τελευταία χρόνια με τας μεταρρυθμίσεις της. Παρά τα παληά κτίρια υψούνται δύο καινούργια. Ε, βέβαια μίαν ημέραν και αυτά θα παληώσουν. Εκείνη που έμεινε παμπαλαία, αλλά και νεάζουσα πάντοτε, είνε η θαυμαστή ηχώ της χαράδρας. Αφυπνίζεται αιφνιδίως εις τον πυροβολισμόν κυνηγού και νομίζει κανείς πως απηχούν παρατεταμένοι κανονιοβολισμοί εις την βαθυτάτην σιγήν και ερημίαν.

Η είσοδος της Μονής Κλειστών.

Εις την αυλήν μας προσφέρει ο περιποιητικός μοναχός κρασί από την βραχώδη κάβαν, μαστίχαν, νερό και καφέν. Έχομεν και μουσικήν. Τα κτυπήματα της αξίνης των υλοτόμων. Αντηχούν εις το δάσος με βραδύν ρυθμόν. Τα γεράκια πλανώνται με μεγαλοπρέπειαν υπέρ τας χιονισμένας βουνοκορφάς και φαίνονται ακροώμενα με ευχαρίστησιν αυτήν την μουσικήν της ερημίας. Πιθανόν να ήθελε να παραμείνη κανείς όλην την ζωήν του εις ένα τόσον γαλήνιον και λησμονημένον μέρος, μακράν των καλών συνανθρώπων του, κάκιστος αυτός. Αλλά πρέπει να κατεβώμεν από το βουνόν. Μπορεί να κρυώση η σούπα, που μας αναμένει εις του Φάνη Τζεβά και ελκυστικόν προ παντός είνε το ηδύτερον μέλι της Αττικής, το του καλού μας Φάνη, όταν μας προσφέρεται εις κερήθραν υπό μορφήν ηλίου.

Mονή Κλειστών

Ένα τέταρτον κάτωθεν της μονής, εκεί όπου το βουνόν έχει τόσον βαθύ κόκκινον χρώμα εις βράχους, γην, ρίζας πεύκων, ξαναβλέπομεν το εκπληκτικόν φαινόμενον μιας μορντερέ βαφής, όπου και αυτά τα βάναυσα παπούτσια μας πεζοπόρων προσλαμβάνουν το θριαμβευτικόν χρώμα της τελευταίας γυναικείας μόδας. Η περιοχή εκείνη της Πάρνηθος είνε από τας πλουσιωτέρας της εις ιώδη, ερυθρομέλανα χρωματισμόν. Η μικροτέρα πέτρα της έχει ανταυγείας μενεξέ, χρυσωμένου από ηλιακόν φέγγος. Επάνω εις το τραπέζι μου έχω αυτήν την στιγμήν ένα βυσσινόχρωμον λιθαράκι του μέρους εκείνου του βουνού. Λοιπόν, δοκιμάζω ευχαρίστησιν, που πιθανόν να μη την ένοιωσε ακόμη νεόπλουτος ακτινοβολών από μπριλλάντια. Αδιόρθωτος ονειροπόλος, αλλά είνε κανείς ό,τι εδόθη.

Ο ΦΕΡΜΑΣ (διήγημα)

Ο ΦΕΡΜΑΣ

‘Ηταν μία γνωριμία τυχαία.

Καθόταν στο πλαϊνό μου τραπέζι ενός καφενείου απ’ αυτά της Ομόνοιας, που συχνάζουν ηθοποιοί.

Μόλις είχ’ αφήσει τη βραδινή εφημερίδα που διάβαζα, στο μάρμαρο του τραπεζιού και άκουσα μια φωνή βραχνιασμένη να μιλάη σιμά μου.

–  Τι διαβολεμένο κρύο που κάνει!..

–  Κρυώνετε;… είπα για να πω κάτι επειδή με κοιτούσε στα μάτια, περιμένοντας απάντηση.

–  Αν κρυώνω!..  Τα πόδια μου δεν τα νοιώθω… Μα είναι κρύο το φετινό!..

‘Hταν ένα λιγνό κορίτσι με πρόσωπο χλωμό και παιδιάστικο που τόσο ερχότανε σε αντίθεση με τη χονδρή εκείνη φωνή της.

–  Τι;  σεις δεν κρυώνετε;…

–  Δεν κρυώνω τόσο, όσο πονάν τα μάτια μου απ’ τις καπνούρες των τσιγάρων, που καπνίζει εδώ τόσος κόσμος…

–  Και μένα μου πονάν τα μάτια… είπε ζαρώνοντας τα βλέφαρά της, σαν να ‘θελε να προφυλαχθεί από καμιά φωτεινή αντηλιά.

Κι επειδή εκείνης της επονούσαν τα πόδια από το κρύο, κι εμένα τα μάτια από τον καπνό του καφενείου, βγήκαμε έξω συντροφιά να περπατήσουμε.  Μόλις βγήκαμε στο δρόμο, φύσηξε και μας περιέλουσε ένα κύμα ψυχρού αέρα.

Και το φουστάνι της συνοδού μου φορμαρίστηκε πάνω στο απαλόγραμμο σώμα της.

–  Ξέρεις μένω στη Λαχαναγορά, κάτω… μού’πε δυναμώνοντας τη φωνή της, γιατί ο αέρας σκορπούσε τις λέξεις.

–  Στη Λαχαναγορά!  Σαν πολύ μακριά είπα και σκεφτόμουνα αν θ’ άξιζε τον κόπο να πήγαινα με τόσο κρύο ως εκεί κάτω, για μερικές στιγμές της γυναίκας αυτής.

Αν μου ‘λεγε να μείνω τη νύχτα όλη μαζί της, θα ‘μενα;

–  Βρίσκουμε στο δωμάτιο του Φέρμα προς το παρόν… συμπλήρωσε απότομα την προηγούμενη φράση της.

–  Πώς;… Δεν άκουσα καλά!…  φώναξα μέσ’ απ’ το ξεροβόρι, σιμώνοντάς την.

–  Τον Φέρμα τον ξέρεις…  Σας είδα το μεσημέρι στο καφενείο μαζί να κουβεντιάζετε.

–  Ε και τι έχει να κάνει ο Φέρμας;

–  Σου είπα.  Μένω μαζί του…  Ήρθα προχτές από την «τουρνέ» που έκανα με το θιάσο που ‘μουνα και θυμήθηκα τα παλιά με το Φέρμα…  Έφερα και μερικά λεφτά, και καπνίζουμε αράδα κάθε βράδυ τσιγαριλίκια.

–  Τι;  τσιγαριλίκια!…  Ώστε κάπνιζε κι αυτή χασίς, όπως ο Φέρμας.

–  Τι είπες;  Δεν τον ξέρεις τον Φέρμα;…  με σίμωσε για να καταλάβει τι έλεγα, γιατί ο αέρας δεν άφηνε καμιάα λέξη ν’ ακουστεί σωστή.

Κι εγώ, ναι, ήξερα το Φέρμα, το μαυριδερό πρόσωπό του, που όταν γελούσε δεν ακουγόταν κανένας ήχος, αλλά μόνο το κεφάλι του πετούσε μπρος κι εζάρωνε λίγο το στόμα του.  Γι’ αυτόν τον είχαν βγάλει και «Φέρμα».

Φτάσαμε στο δωμάτιο.

‘Ητανε σε μια αυλή μέσα, ισόγειο, που όμοια μ’ αυτό θα ‘σαν γύρω κι άλλα δέκα κοντά νοικιασμένα όλα από επαρχιωτόπουλα φοιτητές.

Άνοιξε η πόρτα και μέσα είδα τον Φέρμα μ’ έναν άλλο να κάθουνται, που αργότερα μου τον σύστησε για φοιτητή της ιατρικής – γιατρό.

–  Σου φέρνω κι ένα σου φίλο!…  φώναξε μπαίνοντας εκείνη.

–  Βρε Δώρα, πού τους ξετρυπώνεις και γνωρίζεις όλο ανθρώπους «καθώς πρέπει»!…  της είπε ο Φέρμας, πρόσχαρος, με διάθεση να την πειράξει, που, καθώς φαίνεται, θα ‘χε καπνίσει πολύ, γιατί όλο το δωμάτιο μύριζε από χασίς –μια μυρωδιά πούρχονταν και γαργάλευε ηδονικά τη μύτη.

Κάθισα σε μια κασέλα.

Ο γιατρός κάπνιζε απλά τσιγάρα και, καθώς φαίνεται, δεν ήξερε «τι καπνό φούμαραν» οι γύρω του και κάθε τόσο έλεγε ν’ ανοίξουν την πόρτα να πάρει αέρα, γιατί άρχισε να του πονάει το κεφάλι.

–  Γιατρέ, του ‘λεγε ο Φέρμας, κοιτάζοντας με τα θολά του μάτια, δεν σου πονάει η καρδιά για να πειράζεσαι στο κεφάλι απ’ τον καπνό μας.!…

–  Κάνε μας τίποτα, κανένα φακιρικό… είπα στο Φέρμα, που τον ήξερα για ηθοποιό και στις επαρχίες  για ηθοποιό – φακίρη σε αποτυχημένες «τουρνέ».

–  Τι να κάνω;… είπε και χαμογέλασε σκεφτικά.

–  Τη νοομαντεία κάνε μας!… του λέγει η Δώρα.

–  Νοομαντεία…  κάτι έκανε να πει ο γιατρός που κοιτούσε εντατικά τη Δώρα, που κάθουνταν πλάι μου στην κασέλα μα τον διάκοψε ο Φέρμας.

–  Αφήστε με βρε παιδιά…  κι είμαι και γω βαρεμένος…

–  Θα καπνίσεις;…  μου βάζει η Δώρα στο στόμα ένα τσιγάρο.

–  Πρέπει να ξεχνάει κανείς…  ανάβει το τσιγάρο μου απ’ τ’ αναμμένο το δικό της.

Πώς λάμπουν τα μάτια αυτού του κοριτσιού!

Ξάφνου βλέπω τ’ αριστερό πόδι του Φέρμα νάναι δεμένο μ’ έναν επίδεσμο, μέσ’ από την κάλτσα και να μη φορεί παπούτσι όπως στο άλλο του το πόδι, αλλά παντούφλα.

–  Τι έχει το πόδι σου, Φέρμα;

Μ’ αυτός μου χαμογελάει μυστηριωδώς και δεν μ’ απαντάει

– Κι εγώ του ‘πα να το κοιτάξω το πόδι του, μα δεν μ’ αφήνει,…  λέει ο γιατρός, δίχως να μπορή να ξεκολλήσει το μάτι του από τα κάπως αμέριμνα ξεσκέπαστα πόδια της Δώρας.

–  Ναι. Να το ιδείς, όπως το δόντι μου, που γι’ αυτό με μαχαίρωσες και δεν μπορώ να φάω δέκα μέρες!…

–  Εγώ έκανα απλώς μια «τομή»…  Τι να σου πω εγώ, αν εσύ το μόλυνες ύστερα;…

–  ‘Ασ’ τα αυτά! τον αποπαίρνει ο Φέρμας και για ν’ αποφύγει το θέμα του ποδιού του έρχεται στα πειράματα.

–  Βλέπετε, κύριοι…  μιλάει με φωνή επίσημη σαν να βρίσκεται μπρος σε πολυπληθές ακροατήριο.  –  Βλέπετε αυτή την εφημερίδα…  Λοιπόν, την κάνουμε

έτσι, την κάνουμε αλλοιώς, την κάνουμε, κι έτσι…

–  Τι έχει το πόδι του Φέρμα;…  σκύβω και ρωτάω σιγά τη Δώρα γιατί κάτι υποψιάζουμαι.

Μ’ αυτή με πλησιάζει, βάζει το στόμα της απάνω στ’ αυτί μου και μου λέει, ψιθυριστά, πως του Φέρμα δεν του πονάει το πόδι, αλλά του ‘χει λιώσει πιότερο τ’ αριστερό του παπούτσι, και γι’ αυτό…

Και ξεσπάμε κι οι δύο σε κάτι γέλια, τρελά, παράξενα.

Κι ο Φέρμας, που κατάλαβε την αιτία των γέλιων μας, μας κοιτάει χαμογελώντας.

–  Ορίστε, για τον κόπο σου!…  προσφέρει στη Δώρα μια χάρτινη ανθοδέσμη, που τελείωσε με την εφημερίδα.

Κι’ ύστερα ξαπλώνει κι’ αυτός στο χαμηλό του κάθισμα κι αρχίζει ένα γέλιο όμοιο με το δικό μας, μα βουβό και ήρεμο.

Ο γιατρός μας κοιτάει παραξενεμένος και κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω.

Ύστερα νευριάζεται μη ξέροντας τι να κάνει, πού να ρίξει τη ματιά του, κι έτσι κόβει και σε μας την όρεξη που ‘χαμε να γελάμε, καθώς τον βλέπουμε.

Γέρνει η Δώρα το κεφάλι της ζαλισμένη, κοιτώντας με.

Το ‘να της χέρι είναι ριγμένο στον ώμο μου και με τραβάει σιμά της.

Αχ, εκείνα τα μάτια της πόσο είναι μεγάλα!…  Ένας σωστός λαβύρινθος…

Πώς εκείνος ο Φέρμας γελάει εκείνο το γέλιο του το άφωνο!…

Ο γιατρός μας καλονυχτίζει και φεύγει.

Πώς έχει γίνει τόσο μικρός σα νάνος;…  Τι γελοία εμφάνιση που έχει λάβει…

Και μόλις κλείνει η πόρτα πίσω του, νιώθω δυο χείλια να ενώνουνται καυτερά πάνω στα δικά μου.

……………………………………………………………………………………………………………………………………..

–  Ξέρεις τι γούστο πο’χει ο γιατρός!…

Κάθε βράδυ φεύγει από δω μέσα «ντουμάνι» απ’ τα τσιγαριλίκια που καπνίζουμε κι ο «λελές» δεν καταλαβαίνει τίποτα.  Και με ρωτάει γιατί, λέει, το πρωί τού πονάει το κεφάλι…  Σήμερα ήρθε και μου ‘πε, ότι είναι βέβαιος, πως έχει η Αθήνα ελώδεις πυρετούς και γι΄αυτό του πονάει το κεφάλι, και πως από αύριο θαρχίση να παίρνει κινίνο…

Καλύτερα να μιλάη ο Φέρμας έτσι παρά να γελάει εκείνο το γέλιο του.

–  Να ξέρατε τι μου θυμίζει όποτε τον βλέπω;  Θυμάμαι βρε παιδιά, σαν τον βλέπω ένα φίλο μου στο στρατό, στη Μικρά Ασία… τον είδα στην οπισθοχώρηση να πεθαίνει πλάι μου, και φύλαξα να ξεψυχήσει για να του βγάλω τ’ άρβυλά του, που ‘σαν γερά πιότερο απ’ τα δικά μου για να μπορώ να τρέχω.  Μα νόμισα, σε μια στιγμή, εκεί που τον έσερνα, τραβώντας για να του τα βγάλω, πως μ’ αγριοκοίταζε με τα γουρλωμένα μάτια του…  Και πήρα ένα δρόμο!  Ωχ!…

Κοιτούσε ο Φέρμας εμπρός τρομαγμένος σα να ‘βλεπε κάτι το τρομερό ν’ αναδεύει μέσα στη θαμπή ατμόσφαιρα του δωματίου.

Κι’ απλώθηκε γύρω μας η σιωπή.

Κι’ από δίπλα μου, εγώ, ένοιωθα δυο άγρια μάτια να προβάλλουν και να ‘ρχονται, να’ ρχονται σιμά μου…  Γύριζα να τα ιδώ για να τ’ αποφύγω και ξάφνου με σίμωσαν, σαν αστραπή, κι’ έμπαιναν μέσ’ στα δικά μου και γίνονταν ένα.  Κι αυτό διαρκώς επαναλαμβανόνταν.  Αχ, τι εφιάλτης!

Η γυναίκα, καθισμένη πλάι μου στην ίδια κασέλα, σφίγγουνταν και πάλι πάνω μου.

Κι’ εγώ σφιγγόμουνα σιμά της, με δέος και πόθο μαζί.

–  ‘Αλλοτε μ’ αυτόν το φίλο μου, είχαμε τρυπώσει σ’ ένα σπίτι, για να ζητήσουμε ψωμί, γιατί είχαμε περιπλανηθεί μακρυά απ’ τους δικούς μας. Όταν ξάφνου, βρεθήκαμε σ’ ένα δωμάτιο με μια λιμνίτσα στη μέση που πλένονταν τρεις γυναίκες, με πέντε κοριτσόπουλα… Μπήξανε ξεφωνητά σαν τρομαγμένα πουλιά…  Εμείς μόνο λίγο ψωμί θέλουμε!… τους φωνάξαμε…  Κι οι άνδρες τους, που ‘χαν κρυφτεί, μόλις μας είδανε, βγήκαν και μας έδωσαν λίγο ψωμί…

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Τραβάω και την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου μου και το πετάω κάπου, δεν ξέρω πού.

Κλείνουν τα μάτια μου βαριά.

… Τι ήσαν αυτές οι φωνές, που ‘βγαιναν απ’ τον θερμό λουτρώνα;

Μα πως νόμισα πως οι γυναίκες ξεφώνισαν μόλις μ’ είδαν με το σύντροφό μου πλάι;  Να, που αυτές χαμογελούν έτσι ολόγδυτες που τις βλέπω.  Και τα νερά χαμογελούν άλλη μια φορά, που τις καθρεφτίζουν απ’ τη μέση κι απάνω, όσο είναι έξω.

Και βγαίνει μια από δαύτες μέσ’ από το νερό και πατάει ντροπαλά χάμω τις μωσαϊκές πλάκες με το λεπτό της ποδάρι.

Κι έρχεται για μένα, λικνιστή έτσι, που κάνει να τρέμουν τα γιομάτα μπούτια της και τα μελαψά της στήθη.

Έρχεται αυτή για μένα και στο δρόμο της αφίνει τ’ αχνάρια της βρεγμένης πατούσας της απάνω στα μωσαϊκά… που, αχ!  Θε μου, έχουν ένα τέτοιο πολυποίκιλο σχέδιο με κόκκινες γραμμές, που όσο το κοιτάω ζαλίζουμαι.

Νιώθω να μ’ αγκαλιάζει αυτή και να με φιλεί στα χείλη…

Μα τώρα δεν είμαι εγώ ο στρατιώτης, αλλά η γυναίκα που βγήκε μέσ’ απ το λουτρό…  Νοιώθω τα νερά να στεγνώνουν απάνω μου κι ανατριχιάζω και κρυώνω, σα να πεθαίνω…  Και πεθαίνω… κι είμαι γω τώρα ο στρατιώτης, που σέρνει ο Φέρμας στο χώμα χάμου, κάτω απ’ τον φλογερό ήλιο, για να μου βγάλει τα παπούτσια…  Κι εγώ είμαι αυτός, που κοιτάω με θυμωμένα μάτια…  Με τραβάει και με σέρνει ο Φέρμας απ’ τα πόδια…

Όταν βλέπω γύρω μου όλα να ‘ναι αχνόφωτα.

Και τα μάτια μου τα νιώθω τώρα, καθώς τ’ ανοιγοκλείνω και καίνε.

–  Βρε, τι έπαθες και κλοτσάς!…  ακούω σιμά μια γνωστή μου φωνή – το Φέρμα – να φωνάζει.

‘Εχει αρχίσει να γλυκοχαράζει πια.

Τι εφιάλτες, Θεέ μου, που μ’ ετυράννησαν όλη τη νύχτα!

Η Δώρα κοιμάται ακόμη μισόγυμνη και ξετραχηλωμένη, ακουμπώντας απάνω μου.

Κι ο Φέρμας, βρίσκεται πεσμένος απ’ το χαμηλό του κάθισμα, κάτω στα πόδια μας.

Τα μάτια μου καίνε.  ‘Ολο μου το σώμα είναι κομμένο και κρυώνω, γιατί έξω μουγκρίζει ένας τέτοιος βοριάς!

–  Καλημέρα!…

Σηκώνεται η Δώρα να μας ψήσει τον καφέ!

–  Ε, κοιμόσαστε ακόμα;…  άνοιξε το θυρόφυλλο και μπήκε ο γιατρός.

–  Κλείσε γρήγορα την πόρτα, γιατί φυσάει!

–  Δεν ξέρω τι σόι αρρώστεια να ‘ναι αυτή.  Απόψε, όλο το βράδυ, μου πονούσε το κεφάλι κι έβλεπα και κάτι όνειρα…

–  ‘Ετσι, ε;…  γελάει ο Φέρμας.

–  Πήρα τρία κουφέτα κινίνο και το κεφάλι μου πάει να φύγει…

–  Ελονοσία που ‘χει η Αθήνα!…

– ‘Ετσι, ε;…

Πηγή: sarantskos.Wordpress.com

Κακοκαιρία Daniel: Άλλαξε ο χάρτης της Θεσσαλίας – Πέντε ποτάμια συναντήθηκαν

Κακοκαιρία Daniel: Άλλαξε ο χάρτης της Θεσσαλίας – Πέντε ποτάμια συναντήθηκαν

Κακοκαιρία Daniel: Άλλαξε ο χάρτης της Θεσσαλίας – Πέντε ποτάμια συναντήθηκαν
Κακοκαιρία Daniel: Άλλαξε ο χάρτης της Θεσσαλίας – Πέντε ποτάμια συναντήθηκαν

Ο χάρτης της Θεσσαλίας άλλαξε μετά την επέλαση της κακοκαιρίας Daniel που αποδείχτηκε τρεις φορές πιο καταστροφικός από τον «Ιανό», ενώ βάσει των δορυφορικών δεδομένων, το μεγαλύτερο τμήμα των νομών Τρικάλων και Καρδίτσας έχει κατακλυστεί από τα νερά χειμάρρων και παραποτάμων του Πηνειού. 
 
Στη δορυφορική εικόνα, που ανέλυσε το κέντρο BEYOND του Αστεροσκοπείου Αθηνών, φαίνεται ότι η έκταση που πλημμύρισε από την κακοκαιρία Daniel (με το γαλάζιο και μπλε χρώμα) είναι τριπλάσια σε σύγκριση με την έκταση που είχε κατακλυστεί από τον Ιανό (με το μοβ χρώμα). 

Υπολογίζεται ότι ενώ ο Ιανός κατέστρεψε 150.000 στρέμματα, αυτή τη φορά πλημμύρισαν περίπου 450.000 στρέμματα εκ των οποίων το 97% καλλιεργήσιμη γη, γεγονός που προκαλεί προβληματισμό για την επόμενη μέρα ως προς την επάρκεια τροφίμων. 


Το ιδιαίτερο γνώρισμα της Θεσσαλίας είναι ότι εκεί συναντιούνται 5 ποτάμια. Ο Ενιπέας (10ος σε μέγεθος ποταμός της χώρας) έρχεται από τα ανατολικά του Παλαμά, μαζεύει νερά από όρος Όρθρυς στη Φθιώτιδα, βγαίνει στον θεσσαλικό κάμπο και εκεί  συναντά τον ποταμό Σοφαδίτη που έρχεται από Σοφάδες. Και οι δύο διέρχονται ανατολικά του Παλαμά και κατευθύνονται προς Πηνειό.
Δυτικά του χωριού Παλαμάς είναι ο Καλέντζης και Καράμπαλης και επίσης κατευθύνονται στον Πηνειό.
Όλοι αυτοί οι 4 συναντιούνται μεταξύ τους και πριν τη Μεταμόρφωση μπαίνουν στον Πηνειό, μαζί με τα νερά των χειμάρρων πάνω από τα Φάρσαλα.
Όλοι αυτοί οι ποταμοί φούσκωσαν από το μεγάλο ύψος βροχής, με αποτέλεσμα τις εικόνες αποκάλυψης που είδαμε. 

Η βροχή ήταν πρωτοφανής στα χρονικά, από την εποχή που συλλέγονται δεδομένα, περίπου 150 ετών και δεν θα μπορούσε να συγκρατηθεί ούτε αν τα αντιπλημμυρικά έργα ήταν τέλεια, πόσο μάλλον όταν υπάρχουν τέτοιες ελλείψεις.

Συγκεκριμένα: 

  • λείπουν πολλά αντιπλημμυρικά έργα, κυρίως φράγματα συγκράτησης στα βουνά και έργα διευθέτησης στις ορεινές λεκάνες 
  • τα υφιστάμενα αντιπλημμυρικά είναι λάθος διαστασιολογημένα 
  • αναχωματα, τάφροι και κανάλια, αρδευτικά και μη, είναι κατασκευασμένα με παρωχημένα δεδομένα 
  • λείπουν αναλυτικοί χάρτες πλημμυρικού κινδύνου και όσοι υπάρχουν δεν έχουν υπολογίσει τα φερτά υλικά αλλά μόνο τον όγκο του νερού
  • δεν έχουν γίνει διανοίξεις σε κοίτες ποταμών και εκβαθύνσεις ώστε να μπορούν να συγκρατούν περισσότερο νερό 

Πηγή: ΕΡΤ 

Ρεπορτάζ: Κατερίνα Χριστοφιλίδου

«Τελειωμένα»

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο•
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους — πού πια καιρός — μας συνεπαίρνει.

Κ.Καβάφης

Στο μοιρολατρικό «Τελειωμένα» ο Καβάφης καταγράφει τη διαρκή κατάσταση επαγρύπνησης στην οποία βρίσκονται οι άνθρωποι, καθώς αισθάνονται πως δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη σκληρότητα της πραγματικότητας και πως αργά ή γρήγορα θα έρθουν αντιμέτωποι με κάποιο χτύπημα της μοίρας…

Τα χεις μπερδέψει χοντρά Νίκο Δένδια

Μόλις μου ήρθε ένα tweet του Νικου Δένδια. «Ενημερώθηκα απο τον ΑΓΕΕΘΑ για τη συνδρομή του στρατού στους πολιτες κλπ».

Μας κάνεις πλάκα Νίκο Δενδια;Δεν είσαι εκεί για να «ενημερώνεσαι».Είσαι για να αποφασίζεις. Να συντονίζεις.Να δίνεις εντολές.Είσαι εν ολίγοις Υπουργος Εθνικής Άμυνας.Με όλη την ευθύνη.Αν δεν μπορείς καμία δουλειά δεν είναι ντροπη.Συνάδελφοι είμαστε.Ακου «ενημερώθηκα».Αυτή η έμμεση αποποίηση ευθύνης είναι εξοργιστική.

Ενημερώνεται ο Πρωτοσαλτε όχι ο Υπουργός.Ταχετε μπερδέψει χοντρά εκεί πέρα.

Πάνος Μπιτσαξής