


Ο καπετάνιος
Η λήθη της ύπαρξης*
Στη σύγχρονη ζωή, η λήθη της ύπαρξης δεν μοιάζει με έλλειψη, αλλά με υπερφόρτωση. Ζούμε μέσα σε ρόλους, ρυθμούς και υποχρεώσεις, τόσο πυκνά οργανωμένα, ώστε δεν μένει χώρος για το ερώτημα του είναι. Δεν αναρωτιόμαστε ποιοι είμαστε· μας αρκεί να λειτουργούμε.
Η τεχνολογία και η εργασία ενισχύουν αυτή τη λήθη. Ο χρόνος κατακερματίζεται, η προσοχή διασπάται, η αξία του ανθρώπου μετριέται σε απόδοση. Έτσι, η παρουσία αντικαθίσταται από διαθεσιμότητα και η εμπειρία από ταχύτητα.
Η λήθη της ύπαρξης σήμερα δεν είναι θορυβώδης· είναι ήσυχη και επίμονη. Εκδηλώνεται ως κόπωση, άγχος, ένα αδιόρατο κενό. Όχι επειδή κάτι λείπει από τη ζωή μας, αλλά επειδή λείπουμε εμείς από τη ζωή μας.
Ίσως γι’ αυτό η πιο ουσιαστική αντίσταση της εποχής μας είναι μια απλή παύση: να σταθούμε, να σιωπήσουμε και να ξαναρωτήσουμε τι σημαίνει να είμαστε.
*. Κατά τον Χάιντεγκερ. -ένας από τους πιο επιδραστικούς και συνάμα πιο αμφιλεγόμενους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Κεντρικό του έργο είναι το «Είναι και Χρόνος»_ ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ξεχάσει να αναρωτιέται τι σημαίνει «είμαι». Αντί να βιώνει την ύπαρξη, τη διαχειρίζεται…
Λέγε λιγότερα, ρώτα περισσότερα…
«Αυτό που παραμένει είναι το πρωτότυπο, όχι το αντίγραφο»*
*Hermann Hesse
Υπάρχουν φράσεις που μοιάζουν απλές, σχεδόν αυτονόητες, κι όμως κουβαλούν μέσα τους ολόκληρη κοσμοθεωρία. Η ρήση του Έρμαν Έσσε ανήκει σε αυτές. Δεν μιλά απλώς για την τέχνη ή τη δημιουργία· μιλά για τη ζωή, για τον άνθρωπο, για τη μνήμη και για τον χρόνο.
Το αντίγραφο γεννιέται από φόβο. Φόβο μήπως χαθούμε, μήπως δεν αντέξουμε τη μοναξιά της αυθεντικότητας, μήπως τολμήσουμε και αποτύχουμε. Αντιγράφουμε συμπεριφορές, ιδέες, πρότυπα ζωής. Φοράμε έτοιμα καλούπια, γιατί μας υπόσχονται ασφάλεια και αναγνώριση. Όμως το αντίγραφο, όσο καλοφτιαγμένο κι αν είναι, ζει δανεικά. Δεν έχει ρίζες, δεν έχει μνήμη δική του.
Το πρωτότυπο, αντίθετα, γεννιέται από ρίσκο. Είναι τραχύ, συχνά ατελές, με ατέλειες που το κάνουν αναγνωρίσιμο. Όπως ο άνθρωπος που βαδίζει τον δικό του δρόμο, ακόμη κι αν αυτός είναι ανηφορικός. Το πρωτότυπο κουβαλά τη σφραγίδα της εμπειρίας, του βιώματος, του πόνου και της χαράς. Γι’ αυτό και αντέχει στον χρόνο.
Στην τέχνη, τα αντίγραφα γεμίζουν τις αγορές· τα πρωτότυπα, όμως, γεμίζουν τη μνήμη. Στη λογοτεχνία, χιλιάδες μιμούνται ύφη και φόρμες, αλλά εκείνος που μιλά με τη δική του φωνή, έστω και ψιθυριστά, είναι αυτός που τελικά ακούγεται. Στη ζωή, μπορούμε να αντιγράψουμε επιτυχίες, ρόλους, διαδρομές· δεν μπορούμε όμως να αντιγράψουμε νόημα.
Ο Έσσε, βαθύς γνώστης της εσωτερικής περιπέτειας του ανθρώπου, μας υπενθυμίζει κάτι ουσιώδες: ό,τι δεν είναι αυθεντικό, φθείρεται γρήγορα. Ό,τι είναι πρωτότυπο, ακόμη κι αν αγνοηθεί, ακόμη κι αν παρεξηγηθεί, κάποτε επιστρέφει. Όχι θριαμβευτικά, αλλά αθόρυβα — όπως επιστρέφουν οι αλήθειες.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν θα ξεχωρίσουμε, αλλά αν θα αντέξουμε να είμαστε ο εαυτός μας. Γιατί στον λογαριασμό του χρόνου, αυτό που μένει δεν είναι η ομοιότητα, αλλά η διαφορά. Όχι το αντίγραφο, αλλά το πρωτότυπο.



Ο Ηγέτης δεν γεννιέται από το κοινωνικό του περιβάλλον·
γίνεται από την ικανότητα να αξιοποιεί το περιβάλλον που έχει
Δ Σαββόπουλος

Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας κότσυφας
που τον λέγαν Σταύρο.
Απέκτησε φωλιά και κοτσυφόπουλα
και τόσο περήφανος αισθάνθηκε
που βγήκε και κάθονταν στο κλαδί
καμαρωτός καμαρωτός.
Από μακριά
έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους…
Μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια,
τσαλαπετεινοί και παγόνια
από μακριά τον χαιρετάνε
κι από κοντά του λένε:
“Γεια σου Σταύρο!”
“Δε με λένε Σταύρο,
μον’ με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο
και αφέντη Τσουτσουλομύτη!”
Αλλάζει όμως ο καιρός,
να βροχές, να χαλάζια, να κεραυνοί
πάει η φωλιά πάν’ τα κοτσυφόπουλα, παν’ όλα,
βγήκε και κάθονταν στο κλαρί μονάχος.
Από μακριά
έρχονται όλα τα πουλιά του δάσους…
Μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια,
τσαλαπετεινοί και παγόνια
από μακριά τον χαιρετάνε
κι από κοντά του λένε:
“Γεια σου Σταύρο και κυρ Σταύρο
και αφέντη Τσουτσουλομύτη!”
“Δε με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο
και αφέντη Τσουτσουλομύτη.
Μόνο Σταύρο με λένε, μόνο Σταύρο”…


Ο Φθόνος ως Σκιά της Ευεργεσίας
Η φράση «Ο αχάριστος φθονεί τον ευεργέτη του» συμπυκνώνει μια από τις πιο παράδοξες και σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ψυχολογίας. Αν και η ευγνωμοσύνη θα έπρεπε να είναι η φυσική ανταπόκριση σε μια πράξη καλοσύνης, συχνά η αχάριστη ψυχή στρέφεται εναντίον αυτού που την βοήθησε, με όπλο τον φθόνο.
Η Ψυχολογία του Παραδόξου
Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο φθόνος δεν είναι απλώς η επιθυμία να έχεις αυτό που έχει ο άλλος. Είναι η οδύνη που προκαλείται από την ανώτερη θέση, την αρετή ή την ικανότητα του άλλου. Όταν κάποιος δέχεται μια ευεργεσία, βρίσκεται αυτομάτως σε θέση «χρέους» ή εξάρτησης. Για τον αχάριστο, αυτή η θέση δεν είναι ευκαιρία για βελτίωση, αλλά ταπείνωση.
Ο ευεργέτης, δίνοντας, επιβεβαιώνει την δική του επάρκεια και, ταυτόχρονα, υπενθυμίζει στον ευεργετούμενο την αδυναμία ή την ανάγκη του. Ο αχάριστος δεν μπορεί να αντέξει αυτήν την ανισορροπία. Για να αποκαταστήσει την πληγωμένη του υπερηφάνεια—την οποία λανθασμένα εκλαμβάνει ως αξιοπρέπεια—πρέπει να «μειώσει» τον ευεργέτη. Ο ευκολότερος τρόπος να γίνει αυτό είναι να τον φθονήσει, να αμφισβητήσει τα κίνητρά του, ή ακόμα και να τον μισήσει για την γενναιοδωρία του που τον εξέθεσε.
Η Τραγωδία του Φθόνου
Ο φθόνος είναι, στην ουσία, μια μορφή αυτοκαταστροφής. Ο αχάριστος, αντί να χρησιμοποιήσει το δώρο ως εφαλτήριο, παγιδεύεται στην πικρία. Εστιάζει στην υπεροχή του άλλου, παρά στην ευκαιρία που του δόθηκε. Είναι σαν να αρνείται κανείς το νερό που του προσφέρθηκε στη μέση της ερήμου, επειδή ο σωτήρας έχει περισσότερο.
Συμπερασματικά, η φράση αποτελεί μια τραγική αλήθεια για την ανθρώπινη φύση. Ο ευεργέτης, με την πράξη του, γίνεται άθελά του ο καθρέφτης που αντανακλά την μικρότητα και την έλλειψη εσωτερικής δύναμης του αχάριστου, μετατρέποντας έτσι την αγαθοεργία σε πηγή φθόνου.

