
Πιστός προσκυνητής!


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.








Συχνά αντιλαμβανόμαστε το μίσος ως ένα «όπλο» που στρέφουμε εναντίον εκείνου που μας πλήγωσε, μας αδίκησε ή μας θύμωσε. Στην πραγματικότητα όμως, η ψευδαίσθηση της δύναμης που προσφέρει το μίσος είναι μία από τις μεγαλύτερες παγίδες της ανθρώπινης ψυχολογίας.
Το μίσος δεν είναι μια κατάρα που πέφτει πάνω σε αυτόν που μισείται. Δηλητηριάζει αποκλειστικά αυτόν που το τρέφει.
Όταν μισούμε κάποιον, του παραδίδουμε εντελώς δωρεάν τα κλειδιά της ψυχικής μας ηρεμίας. Του επιτρέπουμε να κατοικεί στο μυαλό μας χωρίς να πληρώνει «ενοίκιο». Ο άνθρωπος που γίνεται αντικείμενο του μίσους μας μπορεί να συνεχίζει τη ζωή του ανεπηρέαστος, να χαμογελά, να δημιουργεί και να κοιμάται ήσυχος. Την ίδια στιγμή, αυτός που μισεί εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο πικρίας, αγωνίας και εσωτερικής φθοράς.
«Το να κρατάς μίσος είναι σαν να πίνεις εσύ δηλητήριο και να περιμένεις να πεθάνει ο άλλος.»
Το μίσος απαιτεί τεράστια ποσότητα συναισθηματικής ενέργειας. Καταναλώνει τον χώρο που θα μπορούσαμε να διαθέσουμε για την αγάπη, τη δημιουργία, την εξέλιξη και την προσωπική μας γαλήνη. Είναι μια συναισθηματική τοξίνη που διαβρώνει σταδιακά την ικανότητά μας να χαρούμε τη ζωή.
Η συγχώρεση ή, έστω, η συναισθηματική αποστασιοποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα αθώωση εκείνου που μας έβλαψε. Σημαίνει αυτοσεβασμό. Είναι η συνειδητή απόφαση να μην αφήσουμε τις πράξεις κάποιου άλλου να καθορίζουν την δική μας ψυχική υγεία.
Στο τέλος της ημέρας, το αντίδοτο στο μίσος δεν είναι απαραίτητα η αγάπη για τον εχθρό μας, αλλά η αδιαφορία και η σοφία να προχωράμε μπροστά. Ας επιλέγουμε να καθαρίζουμε την ψυχή μας από το δηλητήριο. Όχι για χάρη των άλλων, αλλά για να παραμένουμε εμείς ελεύθεροι.

έργο του ζωγράφου Γιώργου Ζυμαράκη




Απόσπασμα από το βιβλίο του Γεωργίου Δημ. Ανέστου* με τίτλο:
ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΑΡΑΟΥΛΙ ΤΩΝ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ

Μετά από διακόσια χρόνια ελεύθερης ζωής, μας δίνεται η ευκαιρία να θυμηθούμε πώς ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821, πώς την αντιμετώπισαν οι ελεύθεροι λαοί της Ευρώπης και πώς, ύστερα από εννέα χρόνια πολέμου, κατορθώσαμε να αποτινάξουμε τον τουρκικό ζυγό.
Παράλληλα, όμως, οφείλουμε να αναλογιστούμε και τα λάθη που διαπράξαμε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, με κορυφαίο τους εμφυλίους πολέμους. Διαφορές απόψεων θα υπάρχουν πάντοτε. Δεν είναι όμως δυνατόν οι Ρουμελιώτες του Κωλέττη να εκστρατεύουν εναντίον του Μοριά και να συμπεριφέρονται χειρότερα ακόμη και από τους Τούρκους.
Αξίζει επίσης να αναρωτηθούμε τι κληροδότησε στον χαρακτήρα μας η μακρόχρονη σκλαβιά. Τα πάθη των εμφυλίων πολέμων, δυστυχώς, μεταφέρθηκαν και στα χρόνια του ελεύθερου βίου μας. Δεν αρκεί να τα θυμόμαστε· πρέπει να γίνουν διαρκής υπενθύμιση προς την πολιτική ηγεσία ότι νοοτροπίες και συνήθειες αιώνων δεν αλλάζουν εύκολα. Ο ασφαλέστερος δρόμος είναι η αυτοσυγκράτηση απέναντι σε κάθε πρόβλημα που διχάζει την ελληνική κοινωνία, αλλά και η συστηματική καλλιέργεια της ιστορικής γνώσης μέσα από την εκπαίδευση των νέων γενεών.
Εξάλλου, ως κοινωνία, οφείλουμε να αποβάλουμε την εύκολη τάση να θεωρούμε ότι για κάθε δυσκολία της ζωής μας ευθύνονται πάντοτε οι ξένες δυνάμεις. Ασφαλώς, ένας μικρός λαός με μακραίωνη ιστορία δεν μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες των παγκοσμίων πολέμων. Γιατί, όμως, εξαιτίας των συμφερόντων των λίγων οδηγηθήκαμε στην καταστροφή του πολέμου του 1897, χωρίς να διδαχθούμε από την πτώχευση που είχε προηγηθεί επί Χαριλάου Τρικούπη; Γιατί, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οδηγηθήκαμε στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, παραβιάζοντας τη Συνθήκη των Σεβρών; Δεν μας αρκούσε η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου; Θελήσαμε περισσότερα. Και, αντί να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, επιρρίψαμε τα πάντα στους ξένους.
Αλλά και για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αξίζει να αναλογιστούμε ορισμένα πράγματα. Τον πόλεμο τον προκάλεσαν οι Έλληνες; Ασφαλώς όχι. Είχαμε τη δύναμη να αντιμετωπίσουμε μόνοι μας τον Χίτλερ; Και πάλι όχι. Ορθώς πολεμήσαμε στο πλευρό των συμμάχων μας. Όσα συνέβησαν, όμως, κατά την Κατοχή (1941–1944) είναι γνωστά σε όλους. Με την απελευθέρωση, χιλιάδες Έλληνες είχαν χάσει τη ζωή τους και τεράστιες περιουσίες είχαν καταστραφεί. Ήταν άραγε αναπόφευκτο να μετατραπεί η χώρα μας σε πεδίο αντιπαράθεσης των ξένων δυνάμεων κατά τον Ψυχρό Πόλεμο; Ήταν αναγκαίο να συνεχιστεί η αιματοχυσία έως το 1949 με τον εμφύλιο σπαραγμό;
Η απάντηση είναι προφανής: δεν έπρεπε να συμβεί. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: τι κάναμε για να αποφύγουμε την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος; Δυστυχώς, τα λησμονήσαμε.
Ας ελπίσουμε ότι, με αφορμή τη συμπλήρωση διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση του 1821, θα διδαχθούμε από την ιστορία μας και θα φανούμε αντάξιοι της μακραίωνης πορείας του ελληνικού έθνους
*Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.
Στην περίφημη επιστολή προς τον Μενοικέα που είναι ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα κείμενα του Επίκουρου διαβάζουμε:
«Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, ενώ είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα.
Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα.
Και η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, και ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.»