Αρτιγενής

Αρτιγενής: Αυτός που μόλις γεννήθηκε ή έγινε.

[ΕΤΥΜΟΛ. < άρτι- + -γενής < γένος (πρβλ. αειγενής, αιθρηγενής)].

Εκεί όπου η δημοκρατία δεν είναι ούτε “παλιά”, ούτε “κουρασμένη”, ούτε “αναιμική”, αλλά αρτιγενής

Σε κάθε επάγγελμα, αν θες να είσαι στην κορυφή, πρέπει να αντέχεις την πίεση. Την πίεση από στόχους, από προβλήματα, από κριτικές, από δυσαρέσκειες, από υπονομεύσεις, από απαιτήσεις…

Μανώλης Δουκίδης συγγραφέας