


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


ΆΓΙΟ ΌΡΟΣ: ΙΕΡΆ ΜΟΝΉ ΟΣΊΟΥ ΓΡΗΓΟΡΊΟΥ – ΌΠΩΣ ΤΗΝ ΒΛΈΠΟΥΝ ΟΙ ΜΟΝΑΧΟΊ ΚΆΘΕ ΜΈΡΑ
Η Ιερά Μονή Γρηγορίου είναι παράλια και προσιτή µε το καϊκι που µεταφέρει τους επισκέπτες από το λιµάνι της χερσονήσου, τη Δάφνη. Ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα από τον όσιο ασκητή Γρηγόριο
Πολλές πληροφορίες γύρω από το πρόσωπο του κτήτορα της µονής δεν υπάρχουν και απλώς γνωρίζουµε ότι πρόκειται για µαθητή του οσίου Γρηγορίου του Σιναϊτη. Σ’ αυτό βέβαια συνέβαλαν και οι πυρκαγιές του 1500 και 1762 που κατέστρεψαν το αρχείο της µονής.
Πριν τις πυρκαγιές ωστόσο προηγήθηκαν σε καταστροφική µανία οι πειρατές. Η καταστροφή του 1500 ξεπεράστηκε και η µονή ανασυγκροτήθηκε µε τη συνδροµή οµόδοξων ηγεµόνων και πρωταγωνιστή τον Ιωάννη Στέφανο το Μέγα, ηγεµόνα της Μολδαβίας, ο οποίος γι’ αυτό και θεωρείται δεύτερος κτήτορας της µονής.
Τα αποτελέσµατα της πυρκαγιάς του 1762 ξεπεράστηκαν µε τη δράση της ηγετικής φυσιογνωµίας του Γέροντος Ιωακείµ. Αυτός πέτυχε να συγκεντρώσει χρήµατα, που µε τη βοήθειά τους όχι µόνο ανασυγκρότησε τη µονή, αλλά βοήθησε και στην εξαγορά και απελευθέρωση οµήρων.
Μετά την παραίτησή του η µονή επανέρχεται στο ιδιόρρυθµο σύστηµα. Η συνακόλουθη φτώχεια που πέρασε η µονή κατά τα χρόνια της Επανάστασης την έφερε στο σηµείο να ζητήσει από τη Μεγίστη Λαύρα να γίνει εξάρτηµά της, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουµε και την έκβαση αυτής της αίτησης.
Το 1840 ξανασυστήνεται σε κοινόβιο. Το 1859 ηγούµενος της µονής ορίζεται ο Συµεών και στα 46 χρόνια της ηγουµενίας του εξόφλησε τα χρέη της µονής που ανέρχονταν στα 170,000 γρόσια και υποστήριξε την ανέγερση νέων κτιρίων.
Το νέο Καθολικό της Γρηγορίου κτίστηκε το 1770 και τοιχογραφήθηκε το 1779. Τότε τοποθετήθηκε και το ξυλόγλυπτο τέµπλο του. Το 1840 οικοδοµήθηκε ο δεύτερος νάρθηκας και το 1851 το παρεκκλήσι του αγίου Γεωργίου. Το Καθολικό είναι αφιερωµένο στον άγιο Νικόλαο.
Τα χειρόγραφα της µονής είναι περίπου 297, από τα οποία 11 είναι περγαµηνά και τα έντυπα φτάνουν τις 6,000. Στους θησαυρούς της µονής εντάσσονται ένα µικρό τµήµα του Τιµίου Σταυρού, λείψανα αγίων, εκκλησιαστικά σκεύη και άµφια. Από τις γνωστές θαυµατουργές εικόνες η µονή κατέχει την Παναγία την «Παλαιολογίνα».
Έχει 7 παρεκκλήσια και 6 εξωκκλήσια ενώ στα εξαρτήµατά της εντάσσονται 3 Καθίσµατα και 6 Κελιά. Από το 1574 κατέχει τη δέκατη έβδοµη θέση µεταξύ των µοναστικών καθιδρυµάτων. Η αδελφότητα αποτελείται από 90 περίπου καλλιεργηµένους µοναχούς.
*Albert Einstein


Μπορεῖ κανεὶς νὰ μεθύσει ἀπὸ φῶς; Κι ὅμως ἐγὼ καθὼς ἀκουμπῶ πάνω στὸ βουβὸ κανόνι εἶμαι μεθυσμένος ἀπὸ φῶς καὶ διάφανο γαλάζιο, ἀπ’ ὁλοκάθαρες γραμμὲς ποὺ τὶς χαράζει σὰ μὲ μαχαίρι ὁ ἥλιος γιὰ νὰ σημαδέψει τὰ σύνορα τοῦ βουνοῦ καὶ τ’ οὐρανοῦ, τῆς στεριᾶς καὶ τῆς θάλασσας. Εἶν’ ἕνα λεπτό, ἡδονικὸ μεθύσι. Σὰ ν’ ἀρχίζω νὰ διαχέομαι στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ γαλάζιου.
Γιώργης Μανουσάκης
ΠΡΟΣΕΧΕ τὴν ἄρρωστη μαμά της. Ὅλη τὴν βδομάδα, κάθε μέρα. Καὶ ὅταν δὲν ἦταν νοσοκόμα στὸ σπίτι της, θὰ ἔκανε τὴν νοσοκόμα στὴν κοινωνικὴ πρόνοια. Φρόντιζε κάθε πικραμένο, κάθε παρατημένο ἀπὸ τὴν μοίρα, ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του ἄνθρωπο. «Συγγενὴς πρώτου βαθμοῦ!» «Ἀστεῖο», σκεφτόταν, «ἂν δὲν ἦταν κακόγουστο, θὰ μποροῦσε καὶ νὰ ἦταν ἀστεῖο».
Μὰ δὲν ἦταν, δὲν γελοῦσε κανείς. Ἦταν σωστὸ δράμα . «Σιγὰ τὴν σχέση», ἔλεγε ἀπὸ μέσα της, καὶ θύμωνε μὲ τοὺς ἀνθρώπους κι ἄλλο, κι ἀκόμη περισσότερο. «Συγγενὴς ἐσχάτου βαθμοῦ» ἔλεγε, πὼς θύμιζαν οἱ σχέσεις στὸ οἰκοτροφεῖο, μιὰ γέννα στὴν τύχη, σὰ βαριεστημένη ζαριά, καὶ ἔπειτα; Ἔπειτα δὲν γνωριζόμαστε. Πολὺ ἁπλά.
Κάθε Κυριακὴ ὅμως ζοῦσε μόνο γιὰ τὴν ἴδια. Οὔτε γιὰ τὴν μάνα της ποὺ ἦταν στὰ τελευταῖα της, οὔτε γιὰ κανέναν.
Πήγαινε στὴν ἐκκλησία. Ἐκεῖ ἀνάσαινε. Ἐκεῖ τὸν συναντοῦσε. Τὸ πρωινὸ φῶς ἔπεφτε πάνω στὸ παμπάλαιο τέμπλο, καὶ τὸ χρῶμα ἀπὸ ξύλο τριανταφυλλιᾶς ἄνοιγε. Ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς σκαλιστὲς λεπτομέρειες, ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς ἀναπαραστάσεις τῶν φυλλωμάτων, ἔμπαινε τὸ φῶς καὶ τὰ διαπερνοῦσε ὅλα, σὰν ἕνα λυτρωτικὸ συναίσθημα, σὰν νὰ ἔβλεπε τὴν ἀγάπη.
Ἐκεῖ κάπου, ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς ἀνάλαφρες αὐτὲς σκέψεις, ἀνάμεσα ἀπὸ τὸ ζωντάνεμα τῆς μέρας, καὶ ἐκείνη τὴν ἐρώτηση, τὴν ἀδύνατο νὰ ἀποδειχτεῖ πέραν ἀπὸ τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς της, ποὺ ἀποδεικνυόταν ἁπλὰ καὶ μόνο θαυμάζοντας ὅλα αὐτὰ σκεπτόμενη γιὰ ὅλα αὐτά, ἡ ἐρώτηση λοιπόν, πού, ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀποδειχτεῖ, πέρα καὶ ξέχωρα ἀπὸ τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς της, ἐκεῖ ἔπαιρνε τὴν ἀπάντησή της. Καὶ ἦταν πειστική. Ἀρκετὰ πειστική.
Νὰ ἐκεῖ: Λίγο μετὰ τὴν λειτουργία ἔμπαινε μέσα το γεροντάκι… θὰ ‘λεγες πιά, κοντὰ στὰ ἑβδομῆντα, ἴσως καὶ πατημένα κάπως. Ἔμπαινε μέσα το γεροντάκι, ὁ παλιός της ἀνεκπλήρωτος ἔρωτας, καὶ πήγαινε καὶ καθόταν σχεδὸν δίπλα της. Τί ἀνεκπλήρωτος δηλαδή; Ἁπλὰ εἶχε ἀργήσει νὰ ἐκδηλωθεῖ.
Καὶ κάθε Κυριακὴ βλεπόντουσαν, παράνομα βέβαια, ὅμως φανερά, τόσο φανερὰ θὰ ἔλεγες, στὴν ἐκκλησία. Καὶ εἶχαν καὶ οἱ δύο καθαρὴ τὴν συνείδησή τους. Καὶ τὰ γράμματα ποὺ εἶχαν κάποτε ἀλλάξει δὲν θυμόταν κανείς τους σὲ πιὸ συρτάρι ἦταν πλέον ξεχασμένα. Ἴσως νὰ τὰ εἶχαν κιόλας πετάξει. Ἴσως νὰ ἦταν πλέον ἄχρηστα μιᾶς καὶ εἶχε ὁ ἕνας τώρα τὸν ἄλλο, σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς.
Κίμων Καλαμάρας
Πριν από την Αρχή της πρώτης Δημιουργίας που ονομάζουμε Θεόν, το μόνον που υπήρχε ήταν δυο τεράστιοι αόρατοι και Άπειροι κολοσσοί με απόλυτη ησυχία, γαλήνη, ηρεμία και αρμονία..
Ο ένας κολοσσός ήταν ο αγέννητος Άπειρος Χρόνος (όπως τον είχε περιγράψει πρώτος ο Έλλην φιλόσοφος και μαθηματικός Δημόκριτος) εκφραζόμενος ως Μηδέν (0) και ο δεύτερος ο Άπειρος Κενός Χώρος (όπως τον είχε περιγράψει ο Αναξίμανδρος) εξ ίσου εκφραζόμενος ως Μηδέν (0).





Φάνηκαν τα πρώτα σπίτια του χωριού που είναι θαμμένο στα νερά της λίμνης του Μόρνου….η στάθμη της λίμνης πέφτει επικίνδυνα, θα πούμε το νερό νεράκι;