«Στην αφήγηση η μνήμη των πραγμάτων παλίνδρομη προβάλλει σαν αβέβαιη αίσθηση τόπου και χρόνου. […] Αλήθεια είναι αυτό που ξεχνάς κι επινοείς εξαρχής, αλήθεια θα πει φαντασία».

Στρατής Χαβιάρας*

*Η διεθνής πορεία του Στρατή Χαβιαρά

ήταν ο βοηθός του σημαντικού φιλολόγου Κίμωνα Φράιαρ (Κίμωνα Καλογερόπουλου, 1911 – 1993) στην αγγλική μετάφραση της «Οδύσσειας» και της «Ασκητικής» του Νίκου Καζαντζάκη. Μέσω του μέντορά του, ο οποίος από την Προποντίδα μετοίκησε στις ΗΠΑ, γνωρίστηκε με σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, όπως ο Ουίλιαμ Φώκνερ, ο Αρθουρ Μίλερ, ο Τένεσι Ουίλιαμς. Αποφοίτησε από το κολλέγιο Goddard με μεταπτυχιακό στις Καλές Τέχνες, και από το 1974 διηύθυνε τη βιβλιοθήκη σύγχρονης ποίησης του πανεπιστημίου Harvard, όπου δίδαξε. Ο συγγραφέας και πρώην αντιπρόεδρος γης Εταιρείας Συγγραφέων Στρατής Χαβιαράς έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών αφήνοντας πίσω του έργο στα ελληνικά και τα αγγλικά.

Είχε γεννηθεί το 1935 στη Νέα Κίο της Αργολίδας όπου τελείωσε το Δημοτικό και τα επόμενα 20 χρόνια δούλεψε στις οικοδομές. Εξέδωσε τέσσερις συλλογές ποιημάτων και το 1967, ύστερα από πρόσκληση του Φράιαρ, ο οποίος αναγνώρισε το ταλέντο και το πάθος του για τη λογοτεχνία και τη γραφή και τον προσκάλεσε να εργαστεί μαζί του, μετανάστευσε στην Αμερική.

Διακρίθηκε με τα μυθιστορήματά του «Οταν τραγουδούσαν τα δέντρα» (βραχεία λίστα Βραβείου Εθνικού Βιβλίου ΗΠΑ) και «Τα ηρωικά χρόνια», τα οποία γράφτηκαν στα αγγλικά, διεκτραγωδούσαν τις πληγές της Κατοχής και του Εμφυλίου, μεταφράστηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες και στη Λατινική Αμερική

Διορατικότητα..

Peter Drucker (1909-2005) ο επονομαζόμενος Γκουρού του management το 1927 όταν παραβρέθηκε στο συνέδριο συντακτών του Central European Economic and Social weekly και ρωτήθηκε τι είναι αυτό που φοβάται περισσότερο, ο Πίτερ αποκρίθηκε: φοβάμαι το Χίτλερ. Οι άλλοι τον περιγέλασαν, διότι ο Χίτλερ είχε μόλις υποστεί μια καταστροφική ήττα….

μπαλαμούτι…

Χθες το βράδυ στο μπαρμπούτι, άντε, μου τη σκάσαν μπαλαμούτι.
Όλο μπαρμπουτήδες φίλοι, άιντε, στ’ Αργυρού το μπιτιρίνι. 

Παίζαμε γεμάτο ζάρι, άιντε και δεν έπαιρνα χαμπάρι.
Και μ’ αφήσανε στον άσο, άιντε κι είμαι, αδέλφι μου, να σκάσω.

 -Άιντε, να ζήσουν τα παιδιά του μπιτιρίνι. 

Χάνω, μ’ άσοι, τρεις διακόσιες, άιντε, και με ντόρτια, άλλες τρακόσιες.
Το ζακέτα βάζω χάμω, άιντε, φέρνω δυάρες και το χάνω. 

Φέρνω βόλτα και φουμάρω, άιντε, ξαναπαίζω και ρεφάρω.
Τώρα, αδέλφι, ντερβισάκι, άιντε μπαγλαμά και χασισάκι.

 -Γεια σου, Σαμιωτάκι μου [δηλ. ο Ρούκουνας] 

Ποια είναι η ετυμολογία της λέξης μπαλαμούτι;

Οι Ρομά στην Ελλάδα και την Τουρκία αποκαλούν τους ξένους μπαλαμό, και όσα κείμενα στο διαδίκτυο παρουσιάζουν τον όρο μπαλαμό νοιώθουν την υποχρέωση να επισημάνουν ότι το μπαλαμό δεν έχει καμία σχέση με το μπαλαμούτι. Και χωρίς καν να ψάξω αν έχει η Ρομανί επίθημα -ut, είναι σαφές ότι δεν έχει νόημα να λες το κλέψιμο στον τζόγο «μπαλαμοσύνη». Το στερεότυπο των Ρομά για τους ξένους, όπως και των ελλαδιτών και ισραηλινών για τους δυτικούς, είναι πως είναι αφελείς και κορόιδα. Για να επιβιώσουν οι Ρομά στο κοινωνικό περιθώριο στην Ελλάδα, χρειαζόνταν να θεωρούν την πλειονότητα ως εξαπατήσιμους, κι όχι ως εξαπατώντες.

Αν ψάχνουμε την προέλευση λέξης της νεοελληνικής καθομιλουμένης που δεν πηγάζει μέσα από τα ελληνικά, η πρώτη γλώσσα που κοιτάμε είναι τα τούρκικα. Και πραγματικά, υπάρχει η τουρκική λέξη palamut, που ένας από τους ειδικούς που επικαλείται η SLANG.gr την έχει προτείναι ως προέλευση του μπαλαμούτι. Το δε τουρκικό palamut δεν είναι παρά το γνωστό ψάρι παλαμίδα.

Το palamut ακούγεται σαν την παλαμίδα, για πολύ απλό λόγο: αποτελεί δάνειο του παλαμίδα, με προσαρμογή στη φωνολογία της τουρκικής. Μάλιστα η πρώτη αναφορά που δίνει ο Νισανιάν είναι στον Εβλιγιά Τσελεμπή το 1665, ώς palamida. Το palamut σημαίνει και «βελανίδι», και φαίνεται να προέρχεται και αυτό από τα ελληνικά (αν και ο Νισανιάν κάνει κόλπο για να το ερμηνεύσει, από το αναχρονιστικό balanidion.)

Το palamut ξαναμπήκε στα ελληνικά σε μορφές της γλώσσας με έντονη επιρροή από τα τούρκικα. Η διπλωματική εργασία λ.χ. της Ασπασίας Μπερμπέρη για τις δάνειες λέξεις στα αρχεία του Αλήπασα  αναφέρει «μπαλαμούτι, βλ. παλαμούτι», αν και δυστυχώς ξέχασε να δώσει ορισμό για το παλαμούτι. Ως balamut, η λέξη κατέληξε και στα ρουμάνικα, αν και εκεί ονομάζει τον κολιό είτε το σκουμπρί.

Ούτε το σκουμπρί ούτε το βελανίδι όμως μας υπόσχονται πολλά για εξήγηση του «κλέψιμο στα χαρτιά». Να κρατά μήπως ο κλεμμένος σιγή ιχθύος; Τραβηγμένο φαίνεται.

Υπάρχει όμως πηγή για το μπαλαμούτι που μας λέει περισσότερα, από την αντίθετη μεριά της Ρουμανίας.

Στα ρωσικά ο balamut είναι ο ταραχοποιός, ο φαρσέρ, και η λέξη έχει αδιάψευστα πιστοποιητικά σλαβογένειας, όπως δείχνει το Ετυμολογικό Λεξικό του Βάσμερ. Η ίδια λέξη εμφανίζεται στα ουκρανικά και τα λευκορωσικά ως «απατεώνας», και στα πολωνικά ως bałamącić, bałamucić.Σχετίζεται με το ρώσικο balagur «φλυάρος, πλακατζής» και το mutitj «σύγχυση». Ο Βάσμερ εικάζει ότι το bala- αποτελεί ονοματοποιία, και απορρίπτει συνδέσεις με το αρχαιοελληνικό φῆλος «απατηλός», το λατινικό fallo «απατώ», το μογγολικό balamut «παράτροπος» ή το τουρκικό bulamak «παρεμβαίνω».

Κάποιος λοιπόν που πολυλογεί και μπερδεύει τα πράγματα, κάποιος που φλυαρεί και προκαλεί σύγχυση. Αν το κάνει αυτό για πλάκα, πρόκειται για πλακατζή, ίσως ακόμα και φαρσέρ, όπως χρησιμοποιούν τη λέξη στα Ρωσικά. Αν το κάνει εσκεμμένα, πρόκειται για απατεώνα, έννοια που έχει αποκτήσει η λέξη στα Ουκρανικά και στα Λευκορωσικά.

Αλλά και στα ρουμανικά, όπως δείχνει το dexonline. Τα λεξικά που αναφέρονται εκεί για το balamut περιλαμβάνουν τις έννοιες:

* εξαπάτηση στη χαρτοπαιξία

* απατηλός, τσαρλατάνος, απατεώνας, συκοφάντης, ψεύτης

* μπερδεμένη ομιλία, ψεύδισμα, τραυλισμός, βαβούρα· βουβός εκ γενετής

* χαζός

Τα ρουμάνικα παίρνουν την «μπερδεμένη ομιλία» προς πολλές κατευθύνσεις, αναμέσά τους τον «βουβό» και τον «χαζό» (ίδια μετωνυμία με αυτή που παρουσιάζει το αγγλικό dumb)· και ταξιδεύει την έννοια «απατεώνας» παραπέρα, σε «ψεύτη» και «συκοφάντη». Αλλά έχει επίσης καθιερώσει την συγκεκριμένη έννοια «χαρτοκλέφτης» και αυτήν την έννοια ξεκάθαρα εμφανίζουν τα ελληνικά το 1932.

Τα σλαβικά δάνεια στα ελληνικά σπανίζουν, και τα παραδείγματα στην αργκό που αναφέρει η διδακτορική διατριβή της Κατερίνας Χριστοπούλου είναι όλα από τα βουλγαρικά και τα σλαβομακεδονικά, όπως θα περίμενε κανείς: βρυκόλακας, γκλάβα, στουμπός, πούτσος (βουλγαρικό butsa «σβώλος»), βλάχος (λιγότερο πειστικό αυτό), βολοδέρνω (φέρεται από το «γδέρνω βόδια», και ούτε αυτό δεν με πείθει.)

Το μπαλαμούτι όμως είναι ανατολικοσλαβικό, και σε αντίθεση με την προβοκάτσια ή την τρόικα ή τη νομενκλατούρα, δεν παρουσιάζεται προφανής δρόμος μέσω κομμουνισμού ώστε να καταλήξει η λέξη στα ελληνικά, πόσο μάλλον στα μάγκικα της δεκαετίας του 1930. Και η εξέλιξη που καταλήγει «κλέψιμο στα χαρτιά» φαίνεται να είναι ρουμανική. Η λέξη όντως αποδίδεται, σε όσες ετυμολογίες διατίθενται, είτε στα ρουμανικά είτε στα «σλαβικά».

Τα ρουμάνικα είναι απορίας άξιον για την ετυμολογία. Ξεκάθαρα πρόκειται για ρουμανικά της Ρουμανίας (ή της Μολδαβίας: ορισμένα ρουμανικά λεξικά λένε πως η έννοια «χαρτοκλέφτης» είναι μολδαβική, και πρέπει να πρωτομπήκε στη γλώσσα εκεί από τα ουκρανικά, αλλά η λέξη φαίνεται να έχει διαδοθεί παντού στα ρουμανικά.) Βλάχικη σίγουρα δεν είναι: η όποια ουκρανική επιρροή στα ρουμανικά δεν είχε να κάνει με τα βλάχικα που μιλιόνταν στην Ελλάδα, και η όποια επιρροή της Δακορουμανικής στα Βλάχικα θα χρονολογούσε από τη δεκαετία των 30, όταν λειτουργούσαν ρουμανόφωνα σχολεία στην Ελλάδα — πολύ αργά για να είχει ήδη επικρατήσει η λέξη στην ελληνική αργκό.

Γλωσσική επαφή έχει υπάρξει ανάμεσα στα ρουμανικά και στα ελληνικά, ιδίως όταν διοικούσαν τη Ρουμανία οι Φαναριώτες, και ήταν διαβόητη η πονηριά των Φαναριωτών. Αυτό όμως θα εξηγούσε ελληνική λέξη στη ρουμανική αργκό, και όχι το αντίθετο. Η περίπτωση της τραγιάσκας αποτελεί παράδειγμα δανείου από τα ρουμανικά, και έχει σχολιαστεί εδώ στο ιστολόγιο. Δεν φαντάζομαι πάντως ρουμάνοι φοιτητές να έμαθαν στους έλληνες πως να κλέβουν στα ζάρια, ιδίως όταν οι γάλλοι έλεγαν τους χαρτοκλέφτες grec· οπότε δεν ξέρω πώς κατέληξε ουκρανική λέξη μέσω των ρουμάνικων να σημαίνει κλέψιμο στα ζάρια στην αργκό του 1932, χούφτωμα στην αργκό του σήμερα, ή δόλο στην αργκό του ΠΑΣΟΚ. Αλλά η μόνη εύλογη αρχή του μπαλαμούτι είναι τα ρουμανικά.

Ν.Νικολσου /sarangakos WordPress.com

Η πτώση της χούντας και η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα

 

Στις 23 Ιουλίου 1974 η επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου, υπό το βάρος της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, κατέρρευσε. Οι στρατιωτικοί παρέδωσαν την εξουσία στους πολιτικούς και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός της χώρας, επικεφαλής της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου. Από την ημέρα αυτή αρχίζει η εποχή της «Μεταπολίτευσης», η λαμπρότερη, ίσως, περίοδος της πολιτικής ιστορίας του ελληνικού κράτους.

Η γενική επιστράτευση που κηρύχτηκε στις 21 Ιουλίου, μία ημέρα μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ήταν χαώδης και ανοργάνωτη και κατέδειξε την τραγική κατάσταση που βρισκόταν ο Ελληνικός Στρατός, μετά από επτά χρόνια δικτατορίας. Η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, που ήταν υποχείριο του «αόρατου δικτάτορα» Δημητρίου Ιωαννίδη, ήταν ανίκανη να πάρει σοβαρές αποφάσεις. Έτσι, η προσφυγή στους πολιτικούς ήταν μονόδρομος για τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας.

Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος και οι αρχηγοί του Στρατού, αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, Ναυτικού, αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης και Αεροπορίας, αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, σε σύσκεψη με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη διατύπωσαν την άποψη ότι είναι επιτακτική ανάγκη η ανάθεση της διακυβέρνησης της χώρας στους πολιτικούς. Στη συνέχεια, ο Γκιζίκης κάλεσε τον Ιωαννίδη και του ανακοίνωσε την απόφαση της ηγεσίας του στρατεύματος, χωρίς αυτός να αντιδράσει.

Στις 2 μετά το μεσημέρι κλήθηκαν σε σύσκεψη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σημαίνουσες πολιτικές προσωπικότητες της προδικτατορικής περιόδου. Στη σύσκεψη συμμετείχαν οι αρχηγοί των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων Παναγιώτης Κανελλόπουλος της ΕΡΕ και Γεώργιος Μαύρος της «Ενώσεως Κέντρου», καθώς και οι Ευάγγελος Αβέρωφ, Σπύρος ΜαρκεζίνηςΓεώργιος Αθανασιάδης-ΝόβαςΣτέφανος Στεφανόπουλος, Πέτρος Γαρουφαλλιάς και Ξενοφών Ζολώτας. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου είχε ήδη καταρρεύσει.Η άφιξη Καραμανλή στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.Στη σύσκεψη αποφασίστηκε ο σχηματισμός πολιτικής κυβέρνησης υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος έλαβε προθεσμία έως τις 8 το βράδυ να ανακοινώσει τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου. Εν τω μεταξύ, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, που προέκρινε τη λύση Καραμανλή, ήλθε σε επαφή με τον πρώην πρωθυπουργό, που ζούσε αυτοεξόριστος στο Παρίσι από το 1963, και του ζήτησε να επιστρέψει το ταχύτερο δυνατό στην Ελλάδα. Στις 6:30 το απόγευμα, ο Αβέρωφ, με υπόδειξη του Γκιζίκη, τηλεφώνησε στον Κανελλόπουλο και του ανακοίνωσε την άρση της εντολής που του είχε ανατεθεί.

Στις 8 το βράδυ επαναλήφθηκε η σύσκεψη με τους πολιτικούς αρχηγούς και επικυρώθηκε η απόφαση για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί Ντ’ Εστέν διέθεσε πάραυτα το προσωπικό του αεροπλάνο για την άμεση επιστροφή του Καραμανλή, ο οποίος αφίχθη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού στις 2 το πρωί της 24ης Ιουλίου κι έγινε δεκτός από ένα τεράστιο πλήθος πολιτών, που τον χαιρετούσε κυριολεκτικά ως ελευθερωτή. Στις 4 το πρωί, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ορκίστηκε το πρώτο κλιμάκιο της κυβέρνησής του, αποτελούμενο από πολιτικά πρόσωπα της δεξιάς και του κέντρου. Ο Καραμανλής δίσταζε να συμπεριλάβει στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» πολιτικούς της Αριστεράς, για να μην προκαλέσει τους σκληροπυρηνικούς χουντικούς, που κατείχαν ακόμα καίρια πόστα στον κρατικό μηχανισμό. Στις 26 Ιουλίου συμπληρώθηκε η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, με την ορκωμοσία του δευτέρου κλιμακίου της κυβέρνησης.

Αμέσως μετά ανακοινώθηκαν τα πρώτα μέτρα για την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος: κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου, απόλυση όλων των κρατουμένων, αμνήστευση όλων των πολιτικών αδικημάτων και απόδοση της ιθαγένειας στους πολίτες από τους οποίους την είχε στερήσει η δικτατορία του 1967. Στις άμεσες επιδιώξεις της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας συμπεριλαμβάνονταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας και η διαμόρφωση κλίματος εθνικής ενότητας, η αποδιοργάνωση του πλέγματος εξουσίας της δικτατορίας και η αποκατάσταση του πολιτικού ελέγχου στο στράτευμα, η προετοιμασία για τη διενέργεια εκλογών και η αντιμετώπιση της κρίσης στην Κύπρο.

 


Πηγή:sansimera.gr/