Ὁ ἀρου­ραῖ­ος (διήγημα)

ΙΑ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΗ μαρ­τιά­τι­κη μέ­ρα —λυσ­σο­μα­νοῦ­σε ὁ βαρ­δά­ρης— ἀν­τί­κρι­σα, μπρο­στὰ στὰ σκα­λο­πά­τια τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, ἕναν ψό­φιο ἀρου­ραῖο ξα­πλω­μέ­νο φαρ­δὺ πλα­τὺ στὸ δρό­μο. Τὸ πό­δι μου ἔμει­νε με­τέ­ω­ρο γιὰ μιὰ στιγ­μή, φο­βή­θη­κα μὴν τὸν πα­τή­σω καὶ νιώ­σω τὸν παλ­μὸ τοῦ κα­ου­τσούκ. Ὁ ρά­φτης, ποὺ εἶ­χε τὸ πα­ρα­θύ­ρι τοῦ μα­γα­ζιοῦ του πλάϊ στὴ πόρ­τα καὶ κα­τό­πτευε ὁλη­με­ρὶς κι ὁλο­νυ­χτὶς τὸ σύμ­παν, μοῦ χτύ­πη­σε μὲ τὸ δα­χτυ­λί­δι στὸ τζά­μι. «Ἦταν δι­κός μας», μοῦ εἶ­πε. «Ἐδῶ στὸν διά­δρο­μο κα­θό­ταν.» «Κά­θε μέ­ρα περ­νοῦ­σε μπρο­στά μου, χρό­νια», συ­νέ­χι­σε, «κι ἔπι­νε νε­ρὸ ἀπ’ τὴ βρυ­σού­λα. Τὸν βα­ρέ­θη­κα νὰ τὸν βλέ­πω, τὸν πού­στη, καὶ τὸν φαρ­μά­κω­σα. Μοῦ ‘φα­γε, ὅμως, δυὸ κου­τιὰ πον­τι­κο­φάρ­μα­κο μέ­χρι νὰ τὸν ξε­κά­νω!»

       Κι ὕστε­ρα τὴν ἔστη­σε κα­ρα­ού­λι στὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀκού­γον­τας μὲ ἀπό­λαυ­ση τὰ ἐπι­φω­νή­μα­τα ἀη­δί­ας καὶ τὶς τσι­ρί­δες ποὺ ἔμ­πη­γαν ὅλοι ἐκεῖ­νοι ποὺ κα­τέ­βαι­ναν πρωΐ-πρωΐ – ἰδί­ως οἱ γυ­ναῖ­κες καὶ τὰ παι­διά. Ἔτσι ξε­φορ­τώ­νον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι τοὺς ἀλ­λό­τριους καὶ τοὺς ὅμοιούς τους. Ὁ ρά­φτης, πάν­τως, εἶ­χε σκο­τώ­σει τὸν ὅμοιό του. Τί ἄλ­λο ἦταν κι ὁ ἴδιος ἀπὸ ἕνας ἄθλιος πόν­τι­κας; Τὸ ἴδιο σου­λού­πι, τὸ ἴδιο χρῶ­μα, τὸ μου­στά­κι πον­τι­κο­ου­ρά, ἡ ἴδια μυ­ρω­διὰ στὸ κορ­μί, κά­τι με­τα­ξὺ ἀπλυ­σιᾶς καὶ τσι­γα­ρί­λας. Ζοῦ­σε σὲ μιὰ τρῦ­πα, μέ­σα στὸν ρύ­πο καὶ στὸ σκό­τος, ἀκού­γον­τας τὰ φρέ­να τῶν αὐ­το­κι­νή­των καὶ τὶς οἰ­μω­γὲς τοῦ ρα­διο­φώ­νου. Κι ἀπὸ πά­νω εἶ­χε τὰ χρέη, τὸ κυ­νή­γι τοῦ πα­ρᾶ, τὸν κα­βγᾶ γιὰ τὰ κλη­ρο­νο­μι­κά, τὴ λω­λὴ γριὰ μά­να, τὸν φθό­νο ἀπέ­ναν­τι στοὺς ἄλ­λους καὶ τὴν ἀπύθ­με­νη κα­κία.

       Ὄχι τὸν ὅμοιό του, ἀλ­λὰ τὸν κα­λύ­τε­ρό του εἶ­χε φά­ει ὕπου­λα ὁ ρά­φτης. Ἕναν ἀμέ­ρι­μνο, ξε­θαρ­ρε­μέ­νο, χα­βα­λε­τζῆ, βρο­μιά­ρη ἀρου­ραῖο, ποὺ ἔβγαι­νε ἀπὸ τὴν τρῦ­πα του ὅπο­τε τοῦ κά­πνι­ζε μό­νο γιὰ νὰ φά­ει καὶ νὰ πιεῖ νε­ρό…

Ζή­σης Σα­ρί­κας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1953).

Σπού­δα­σε Nε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γία καὶ Φι­λο­σο­φία στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἀρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς καὶ ἐπι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων

Πηγή: neoplanodion.gr

Βενεζουέλα


  
Η ισορροπία που απαιτείται στην προσέγγιση της Αθήνας δεν είναι εύκολη αλλά το μόνο κριτήριο σε μια τέτοια συγκυρία είναι το στενό εθνικό συμφέρον. Ο εκάστοτε έλληνας Πρωθυπουργός τοποθετεί τη χώρα σε αυτό το δίλημμα εστιάζοντας στο μικρότερο δυνατό κόστος. Δεν έχει την πολυτέλεια να θυμώνει και να καταγγέλλει σαν απλός πολίτης ή ακτιβιστής

Κώστας Υφαντής, καθηγητής διεθνών σχέσεων


«Μεγαλουργεί η κοινωνία όπου οι γέροι φυτεύουν δέντρα στων οποίων τη σκιά ποτέ δε θα καθίσουν» μας θυμίζει ένας από τους πιο λαμπρούς νέους φιλοσόφους, ο Σκοτσέζος Ουίλλιαμ ΜακΆσκιλ, στο βιβλίο του:Τι χρωστάμε στο μέλλον

Ο χαρακτήρας ενός μάνατζερ μπορεί να οδηγήσει στην σταδιακή καταστροφή μιας επιχείρησης

(Επανάληψη παλαιότερης ανάρτησης)

Ο μάνατζερ μπορεί να διαθέτει γνώσεις, εμπειρία, στρατηγική σκέψη και εντυπωσιακό βιογραφικό. Όμως, αν ο χαρακτήρας του είναι ελαττωματικός, όλα τα υπόλοιπα προσόντα ακυρώνονται στην πράξη. Ο κακός χαρακτήρας δεν είναι απλώς μια προσωπική αδυναμία· είναι οργανωτική απειλή.

Η αλαζονεία, η ανασφάλεια, η μικροψυχία ή η έλλειψη ενσυναίσθησης διαβρώνουν καθημερινά το εργασιακό περιβάλλον. Ένας μάνατζερ που φοβάται την κριτική τιμωρεί την ειλικρίνεια. Ένας που ζηλεύει την ικανότητα των άλλων πνίγει το ταλέντο. Ένας που ψεύδεται ή λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά καταστρέφει την εμπιστοσύνη. Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία ομάδα δεν λειτουργεί.

Σταδιακά, οι ικανοί εργαζόμενοι σιωπούν ή αποχωρούν. Οι μέτριοι επιβιώνουν, οι καιροσκόποι ευδοκιμούν και η επιχείρηση γεμίζει φόβο αντί για ιδέες. Η απόδοση πέφτει όχι γιατί λείπουν οι δεξιότητες, αλλά γιατί λείπει το ήθος. Ο κακός χαρακτήρας μετατρέπει τη διοίκηση από μοχλό ανάπτυξης σε μηχανισμό φθοράς.

Τελικά, μια επιχείρηση δεν καταστρέφεται πάντα από λάθος στρατηγική· συχνά καταρρέει από λάθος άνθρωπο στη θέση εξουσίας. Γιατί ο χαρακτήρας του μάνατζερ δεν καθορίζει μόνο το κλίμα — καθορίζει τη μοίρα.

«Εδώ είναι Βαλκάνια»/ Σαββόπουλος

«Άσε τα θαύματα, τη μάσκα πέταξε

Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε».

Η φράση δεν είναι ούτε εθνικιστική ούτε αυτοϋποτιμητική. Είναι ρεαλιστική. Τα Βαλκάνια εδώ συμβολίζουν τον χώρο της ευθύνης, της σκληρής ιστορίας, της ενηλικίωσης χωρίς αυταπάτες. Δεν υπάρχει χώρος για μεταμφιέσεις, για εύκολες λύσεις, για θαύματα εκ του ασφαλούς.

Γι’ αυτό και η πράξη που ακολουθεί είναι απλή: μοίρασμα ψωμιού, προσφορά παγουριού, καθαρό βλέμμα στα μάτια. Όχι μεγάλα λόγια, αλλά συμμετοχή. Και το τραγούδι —η τέχνη— δεν υπόσχεται σωτηρία· αναλαμβάνει ευθύνη.

«Είμαι αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι» δεν σημαίνει εξουσία. Σημαίνει ότι δεν κρύβομαι. Μπαίνω μπροστά, γνωρίζοντας το βάρος και το κόστος.

Έτσι, το τραγούδι μετατρέπεται σε ηθική στάση: στα Βαλκάνια —δηλαδή στον πραγματικό κόσμο— όποιος μιλά, οφείλει να στέκεται όρθιος, χωρίς μάσκα, χωρίς άλλοθι. Και να ξέρει ότι το πανηγύρι δεν είναι γιορτή· είναι δοκιμασία.