
Χρόνια πολλά!


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Εδώ στην Ελλάδα οι δημοσιογράφοι (όχι όλοι) κάνουν τους τροχονόμους. Δίνουν τον λόγο και δεν ελέγχουν τίποτε. Αυτό ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενικότητα.

Κάμπος Λουτσόβου , θέση Μαρμαράκι, τώρα στο βυθό της λίμνης του Μόρνου

ΙΑ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΗ μαρτιάτικη μέρα —λυσσομανοῦσε ὁ βαρδάρης— ἀντίκρισα, μπροστὰ στὰ σκαλοπάτια τῆς πολυκατοικίας, ἕναν ψόφιο ἀρουραῖο ξαπλωμένο φαρδὺ πλατὺ στὸ δρόμο. Τὸ πόδι μου ἔμεινε μετέωρο γιὰ μιὰ στιγμή, φοβήθηκα μὴν τὸν πατήσω καὶ νιώσω τὸν παλμὸ τοῦ καουτσούκ. Ὁ ράφτης, ποὺ εἶχε τὸ παραθύρι τοῦ μαγαζιοῦ του πλάϊ στὴ πόρτα καὶ κατόπτευε ὁλημερὶς κι ὁλονυχτὶς τὸ σύμπαν, μοῦ χτύπησε μὲ τὸ δαχτυλίδι στὸ τζάμι. «Ἦταν δικός μας», μοῦ εἶπε. «Ἐδῶ στὸν διάδρομο καθόταν.» «Κάθε μέρα περνοῦσε μπροστά μου, χρόνια», συνέχισε, «κι ἔπινε νερὸ ἀπ’ τὴ βρυσούλα. Τὸν βαρέθηκα νὰ τὸν βλέπω, τὸν πούστη, καὶ τὸν φαρμάκωσα. Μοῦ ‘φαγε, ὅμως, δυὸ κουτιὰ ποντικοφάρμακο μέχρι νὰ τὸν ξεκάνω!»
Κι ὕστερα τὴν ἔστησε καραούλι στὸ παράθυρο ἀκούγοντας μὲ ἀπόλαυση τὰ ἐπιφωνήματα ἀηδίας καὶ τὶς τσιρίδες ποὺ ἔμπηγαν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ κατέβαιναν πρωΐ-πρωΐ – ἰδίως οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Ἔτσι ξεφορτώνονται οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἀλλότριους καὶ τοὺς ὅμοιούς τους. Ὁ ράφτης, πάντως, εἶχε σκοτώσει τὸν ὅμοιό του. Τί ἄλλο ἦταν κι ὁ ἴδιος ἀπὸ ἕνας ἄθλιος πόντικας; Τὸ ἴδιο σουλούπι, τὸ ἴδιο χρῶμα, τὸ μουστάκι ποντικοουρά, ἡ ἴδια μυρωδιὰ στὸ κορμί, κάτι μεταξὺ ἀπλυσιᾶς καὶ τσιγαρίλας. Ζοῦσε σὲ μιὰ τρῦπα, μέσα στὸν ρύπο καὶ στὸ σκότος, ἀκούγοντας τὰ φρένα τῶν αὐτοκινήτων καὶ τὶς οἰμωγὲς τοῦ ραδιοφώνου. Κι ἀπὸ πάνω εἶχε τὰ χρέη, τὸ κυνήγι τοῦ παρᾶ, τὸν καβγᾶ γιὰ τὰ κληρονομικά, τὴ λωλὴ γριὰ μάνα, τὸν φθόνο ἀπέναντι στοὺς ἄλλους καὶ τὴν ἀπύθμενη κακία.
Ὄχι τὸν ὅμοιό του, ἀλλὰ τὸν καλύτερό του εἶχε φάει ὕπουλα ὁ ράφτης. Ἕναν ἀμέριμνο, ξεθαρρεμένο, χαβαλετζῆ, βρομιάρη ἀρουραῖο, ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν τρῦπα του ὅποτε τοῦ κάπνιζε μόνο γιὰ νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ νερό…
Ζήσης Σαρίκας (Θεσσαλονίκη, 1953).
Σπούδασε Nεοελληνικὴ Φιλολογία καὶ Φιλοσοφία στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εἶναι συγγραφέας, μεταφραστὴς καὶ ἐπιμελητὴς ἐκδόσεων
Πηγή: neoplanodion.gr

Η ισορροπία που απαιτείται στην προσέγγιση της Αθήνας δεν είναι εύκολη αλλά το μόνο κριτήριο σε μια τέτοια συγκυρία είναι το στενό εθνικό συμφέρον. Ο εκάστοτε έλληνας Πρωθυπουργός τοποθετεί τη χώρα σε αυτό το δίλημμα εστιάζοντας στο μικρότερο δυνατό κόστος. Δεν έχει την πολυτέλεια να θυμώνει και να καταγγέλλει σαν απλός πολίτης ή ακτιβιστής
Κώστας Υφαντής, καθηγητής διεθνών σχέσεων
«Μεγαλουργεί η κοινωνία όπου οι γέροι φυτεύουν δέντρα στων οποίων τη σκιά ποτέ δε θα καθίσουν» μας θυμίζει ένας από τους πιο λαμπρούς νέους φιλοσόφους, ο Σκοτσέζος Ουίλλιαμ ΜακΆσκιλ, στο βιβλίο του:Τι χρωστάμε στο μέλλον
(Επανάληψη παλαιότερης ανάρτησης)
Ο μάνατζερ μπορεί να διαθέτει γνώσεις, εμπειρία, στρατηγική σκέψη και εντυπωσιακό βιογραφικό. Όμως, αν ο χαρακτήρας του είναι ελαττωματικός, όλα τα υπόλοιπα προσόντα ακυρώνονται στην πράξη. Ο κακός χαρακτήρας δεν είναι απλώς μια προσωπική αδυναμία· είναι οργανωτική απειλή.
Η αλαζονεία, η ανασφάλεια, η μικροψυχία ή η έλλειψη ενσυναίσθησης διαβρώνουν καθημερινά το εργασιακό περιβάλλον. Ένας μάνατζερ που φοβάται την κριτική τιμωρεί την ειλικρίνεια. Ένας που ζηλεύει την ικανότητα των άλλων πνίγει το ταλέντο. Ένας που ψεύδεται ή λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά καταστρέφει την εμπιστοσύνη. Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία ομάδα δεν λειτουργεί.
Σταδιακά, οι ικανοί εργαζόμενοι σιωπούν ή αποχωρούν. Οι μέτριοι επιβιώνουν, οι καιροσκόποι ευδοκιμούν και η επιχείρηση γεμίζει φόβο αντί για ιδέες. Η απόδοση πέφτει όχι γιατί λείπουν οι δεξιότητες, αλλά γιατί λείπει το ήθος. Ο κακός χαρακτήρας μετατρέπει τη διοίκηση από μοχλό ανάπτυξης σε μηχανισμό φθοράς.
Τελικά, μια επιχείρηση δεν καταστρέφεται πάντα από λάθος στρατηγική· συχνά καταρρέει από λάθος άνθρωπο στη θέση εξουσίας. Γιατί ο χαρακτήρας του μάνατζερ δεν καθορίζει μόνο το κλίμα — καθορίζει τη μοίρα.
«Άσε τα θαύματα, τη μάσκα πέταξε
Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε».
Η φράση δεν είναι ούτε εθνικιστική ούτε αυτοϋποτιμητική. Είναι ρεαλιστική. Τα Βαλκάνια εδώ συμβολίζουν τον χώρο της ευθύνης, της σκληρής ιστορίας, της ενηλικίωσης χωρίς αυταπάτες. Δεν υπάρχει χώρος για μεταμφιέσεις, για εύκολες λύσεις, για θαύματα εκ του ασφαλούς.
Γι’ αυτό και η πράξη που ακολουθεί είναι απλή: μοίρασμα ψωμιού, προσφορά παγουριού, καθαρό βλέμμα στα μάτια. Όχι μεγάλα λόγια, αλλά συμμετοχή. Και το τραγούδι —η τέχνη— δεν υπόσχεται σωτηρία· αναλαμβάνει ευθύνη.
«Είμαι αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι» δεν σημαίνει εξουσία. Σημαίνει ότι δεν κρύβομαι. Μπαίνω μπροστά, γνωρίζοντας το βάρος και το κόστος.
Έτσι, το τραγούδι μετατρέπεται σε ηθική στάση: στα Βαλκάνια —δηλαδή στον πραγματικό κόσμο— όποιος μιλά, οφείλει να στέκεται όρθιος, χωρίς μάσκα, χωρίς άλλοθι. Και να ξέρει ότι το πανηγύρι δεν είναι γιορτή· είναι δοκιμασία.





