Στην Πύλη Βοιωτίας, στα Δερβενοχώρια, βρίσκεται μια από τις καλύτερες ταβέρνες της περιοχής, Η Βασιλική -Ξηρόμερο- σας περιμένει να σας προσφέρει τα εκλεκτά φαγητά της τοπικής παραδοσιακής κουζίνας. Τα ψητά της σούβλας, ασυναγώνιστα!,




Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.
Στην Πύλη Βοιωτίας, στα Δερβενοχώρια, βρίσκεται μια από τις καλύτερες ταβέρνες της περιοχής, Η Βασιλική -Ξηρόμερο- σας περιμένει να σας προσφέρει τα εκλεκτά φαγητά της τοπικής παραδοσιακής κουζίνας. Τα ψητά της σούβλας, ασυναγώνιστα!,



Πηγή: Αθηναϊκά /Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Η διάσημη Danielle Hunebelle (1922-2013) ήταν από τις πρώτες γυναίκες δημοσιογράφους – πολεμικές ανταποκρίτριες που κάλυψαν μεγάλες συγκρούσεις στον κόσμο τις δεκαετίες 1950 και 1960. Σε ηλικία μόλις 26 ετών θα βρεθεί στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1948 και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η τελική φάση του εμφύλιου πολέμου. Ταξίδεψε από την Κρήτη στην Ήπειρο και από τον Αλεξανδρούπολη στην Πελοπόννησο και τα Επτάνησα, συνάντησε το σύνολο του πολιτικού κόσμου, έγραψε και φωτογράφισε, συζήτησε και κινδύνευσε παρακολουθώντας από κοντά στρατιωτικές αποστολές στο Γράμμο για να γράψει πικραμένη αλλά όχι απογοητευμένη «ήθελα να δω τα (:αρχαία) ερείπια της Ελλάδος και είδα την Ελλάδα σε ερείπια»[1]!

Η δημοσιογράφος και πολεμική ανταποκρίτρια Danielle Hunebelle.
Αναφερόταν βεβαίως στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί από την εμμονή των κομμουνιστών να κρατούν τη χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση, όταν όλος ο πολιτισμένος κόσμος βρισκόταν σε ανασυγκρότηση και ατένιζε με αισιοδοξία το μέλλον. Οι κρίσεις, οι ψυχολογικές αναλύσεις του Έλληνα της εποχής, οι ερμηνείες της για την εξωτερική πολιτική της χώρας, οι οικονομικές εκτιμήσεις της, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον και έχουν αποδοθεί με δημοσιογραφική μαεστρία. Προφανώς η νεαρή και όμορφη δημοσιογράφος, η οποία δε δίστασε να φορέσει στολή παραλλαγής, ενθουσιάστηκε από τον αυθορμητισμό των Ελλήνων. Μέσα σε οκτώ ημέρες είχε οκτώ προτάσεις γάμου, οκτώ προσκλήσεις σε δείπνο και έκανε δεκαέξι μπάνια «στην πιο ζεστή και πιο γαλάζια θάλασσα του κόσμου»[2]!
Η Γαλλίδα δημοσιογράφος γνώρισε πρόσωπα και ανέβηκε σε αεροπλάνα την ώρα που επιχειρούσαν στα δύσβατα βουνά της Ηπείρου, εντυπωσιάστηκε με τον τρόπο που ανεφοδιάζονταν οι ομάδες των κομμουνιστών από την Αλβανία και επισκέφτηκε τις παιδοπόλεις καταγράφοντας τη θλιβερή πραγματικότητα. «Μια παιδόπολις περιέχει 300 παιδιά, αλλά αυτά είναι 18.000» έγραφε με απόγνωση[3]. Υπήρξε αντικειμενική και δεν δίστασε να παρουσιάσει πραγματικές ανθρώπινες ιστορίες και να επισημάνει πολλά αρνητικά. Έζησε την αγωνία στην περιοχή της Κόνιτσας, είδε ακρωτηριασμένους στρατιώτες και έφτασε έως το Πληκάτι για να γράψει πως «ο πόλεμος στην Ελλάδα θυμίζει τον πίθο των Δαναΐδων»[4].

Οικογένεια στην Κόνιτσα, Ήπειρος 1948.
Παντού εντυπωσιάστηκε από τη φιλοξενία. Ένας χωριάτης, είχε μόνον ένα κρεβάτι, έναν κόκορα και μία κότα. Της παραχώρησε το κρεβάτι, την πρώτη μέρα έσφαξε τον κόκορα και την επόμενη την κότα για να την ευχαριστήσει. Αλλά η D. Hunebelle ενθουσιάστηκε περισσότερο με την Αθήνα, για την οποία έγραψε πως «ακουμπά το κεφάλι της επάνω στα βουνά από άσπρο μάρμαρο, τα πόδια της στο βυθό μιας θάλασσας από γαλάζια διαμάντια και τα μπράτσα της επάνω σε μια πεδιάδα γεμάτη από πετεινούς που λαλούν το πρωί»[5]! Αφού μας παρέδωσε άπειρες εικόνες των αθηναϊκών δρόμων, εικόνες που έδειχναν την επιθυμία ενός λαού να ζήσει και να ευημερήσει ελεύθερος, διαπίστωσε πως στην «Αθήνα το καλοκαίρι ο ήλιος ρυθμίζει τη ζωή και όχι ο πόλεμος»[6].

Λούστρος σε δρόμο των Αθηνών (1948).
Περίεργος γάμος Ελλάδος και Αμερικής, σημείωνε η Hunebelle κρίνοντας την πρόσδεση της μικρής χώρας στο άρμα των ΗΠΑ και συμπληρώνοντας πως «η αμαθής γιαγιά (:Ελλάς) είναι συχνά πιο σοφή από την σοφή εγγονή της (Αμερική)»[7]! Βάζοντας τον επίλογο από την επίσκεψή της στην Ελλάδα έγραφε: «Αγαπητή μου Ελλάς, μόνη χώρα του κόσμου, όπου ο εργάτης είναι ακόμη βιοτέχνης! Αγαπητή Ελλάς, όπου τα αρχαία πράγματα είναι τόσο σύγχρονα, όπου οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι τόσο αρχαίοι! Αγαπητή Ελλάς αφήνω το αεροδρόμιο. Το όνομά σου γραμμένο στο υπόστεγο είναι ένας στεναγμός θλίψεως γαλλιστί: ΕΛΛΑΣ»[8]!
Καλό μήνα!
Ορεινός
Αρσένι Ταρκόφσκι* – «Πάει πια το καλοκαίρι»
Πάει πια το καλοκαίρι
θαρρείς και δεν υπήρξε.
Στη λιακάδα είναι ζεστά,
μα αυτό δε φτάνει.
*Ο Αρσένι Ταρκόφσκι (1907 – 1989) είναι ένας από τους πιο διάσημους ποιητές της Ρωσίας.
Θυμίσου τον Σεπτέμβρη (Πουλόπουλος Γιάννης)
Το χέρι δώσ’ μου, δώσ’ μου την καρδιά σου
και πάμε, αν θέλεις, ως τον ουρανό.
Τραγούδι του Σεπτέμβρη είν’ η ματιά σου,
αυτά τα μάτια πόσο τ’ αγαπώ.







Τα πανηγύρια φέτος είχαν μεγάλο σουξέ, το hype τους ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν θα το έβλεπαν πανηγυρτζήδες άλλων εποχών. Ξεφύτρωναν παντού, σε κάθε χωριό, σε κάθε νησί, σε κάθε θρησκευτική γιορτή και σε κάθε σύλλογο, με τον κόσμο, και ειδικά τους πολύ νέους που άλλοτε τα σνόμπαραν, να συρρέει μαζικά.
Είναι χίλιες φορές καλύτερο να διαθέτεις κοινή λογική χωρίς μόρφωση παρά μόρφωση χωρίς κοινή λογική διότι,αυτό είναι το μοναδικό μυστικό της επιτυχίας . Όχι η μόρφωση. Όχι να γεννηθείς με κρυφά ταλέντα.Η θέληση είναι το μέταλλο από το οποίο κατασκευάζεται ο χαρακτήρας του ανθρώπου και ο πόθος της Παιδείας.
Η ιστορία των ανθρώπινων πράξεων διδάσκει ότι οι μεγάλοι άνθρωποι είχαν θέληση· οι μικροί πόθους.
«Η ταπεινοφροσύνη, αν είσαι μικρός, είναι δουλοπρέπεια, αν είσαι μεγάλος υποκρισία. Να ‘σαι περήφανος. Η περηφάνια ταιριάζει σ’ όλα τα αναστήματα».
Ντίνας Χριστιανόπουλος
«Στα κακοτράχαλα τα βουνά / με το σουραύλι και το ζουρνά / πάνω στην πέτρα την αγιασμένη / χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι».
Νίκος Γκάτσος
Ένα κείμενο του Χρήστου Γιανναρά
από το έργο του «Πείνα και Δίψα.»
……..Τὸ ἀληθινὸ πάθος εἶναι ἡ μεγάλη καὶ ἀπεριόριστη δίψα τῆς ψυχῆς, ἡ τραγικὴ πάλη τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ ξεπεράσει τὸ μέτριο καὶ τὸ συμβατικό.
Μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς συντροφιᾶς, ἀλλὰ ἡ βαθειὰ συναίσθηση μιᾶς τέλειας μοναχικότητας, ἕνα αἴσθημα ἐγκατάλειψης ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπ᾿ ὅλα μέσα στὴ ζωή.
Ὁ χαμένος παράδεισος ζεῖ μέσα μας στὶς στιγμὲς τῆς μεγάλης χαρᾶς, στὸ πλησίασμα ἑνὸς ἀνθρώπου, μιᾶς ἀλήθειας, μιᾶς ἀγάπης ἢ μιᾶς ὀμορφιᾶς.
Οἱ στιγμὲς τῆς δυνατῆς ζωῆς μᾶς πείθουν πὼς ὁ χαμένος παράδεισος δὲν ἔχει ἀνεπανόρθωτα χαθεῖ.
Ἦταν τὸ ξεκίνημα τῆς ἀνθρώπινης πορείας, θὰ εἶναι καὶ τὸ τέρμα της.
Ἡ νοσταλγία τοῦ ἀπολύτου ποὺ καίει μέσα μας εἶναι ἡ νοσταλγία τοῦ τέρματος.
Νομίζω πὼς ἡ πιὸ συχνὴ ἀφορμὴ κόπου εἶναι ἡ ἀντινομία ἀνάμεσα στὸν κόσμο ποὺ κρύβουμε μέσα μας καὶ στὸν κόσμο τῆς καθημερινότητας στὸν ὁποῖο εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποταχτοῦμε.
Νὰ ὑπάρχεις σημαίνει νὰ ζεῖς συνειδητὰ τὴν τραγικὴ ἀντινομία τοῦ μέσα σου καὶ τοῦ γύρω σου κόσμου.
Ὁ μεγάλος σκοπὸς εἶναι πάντα μιὰ μεγάλη μοναξιά. Καὶ μιὰ μεγάλη μοναξιὰ εἶναι ἡ ὀδύνη μιᾶς ζωῆς στερημένης ἀπὸ στοργή… Ὁ μεγάλος σκοπὸς εἶναι ἕνα χρέος ποὺ θὰ τὸ σηκώσεις μονάχος.
Γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἀποκαλύπτεται παρὰ μόνο ὅταν ἀπομένεις μονάχος.
Ἡ αἴσθηση τῆς προσωρινότητας καὶ ἡ ἀβεβαιότητα τοῦ σήμερα ἴσως εἶναι τὸ μαρτυρικὸ τίμημα ποὺ προσφέρουμε γιὰ νὰ μείνουμε ἀδούλωτοι ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἐφήμερης ἐπανάπαυσης, τῆς σιγουριᾶς ποὺ ἐξασφαλίζει ἡ προσκόλληση στὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου.
Ἐλεύθερος εἶσαι, ὅταν ἡ ἔκταση τοῦ μέσα σου κόσμου, ἡ ἔκταση στὴν ὁποία ζεῖ καὶ κινεῖται ἡ ψυχή σου, δὲν ἔχει σύνορα καὶ φραγμούς. Εἶσαι ἀδέσμευτος μέσα σου, ἔχεις μόνος ἐσὺ ὅλη τὴν εὐθύνη κι ὅλο τὸν ἔλεγχο τῆς ἐσωτερικῆς σου πορείας, κι ἡ πορεία σου αὐτὴ μπορεῖ σὲ κάθε στιγμὴ νὰ ζητήσει καινούργια κατεύθυνση.
Εἶναι τόσο σπάνιο ἡ ἀγάπη νὰ σέβεται τὴν ἐλευθερία. Εἶναι τόσο σπάνιο πρᾶγμα νὰ συντροφεύεται ἡ ἀγάπη ἀπ᾿ τὴν τρυφερότητα.
Εἶναι ἡ ἴδια ἡ τρυφερότητα μιὰ ἀτμόσφαιρα ἐλευθερίας. Καὶ αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι ἡ τρυφερότητα δὲν ξεκινάει ἀπὸ καμιὰ σκοπιμότητα. Εἶναι ἡ ἴδια ἕνας αὐτοσκοπός, μιὰ γνησιότητα. Αὐτὸ μόνο.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀποφασίσουμε νὰ ζήσουμε μιὰ προσωπικότερη ζωή, τὴ ζωὴ μιᾶς προσωπικῆς ἀναζήτησης, ἔχουμε νὰ σηκώσουμε τὸ βαρὺ φορτίο μιᾶς εὐθύνης ἀπόλυτα προσωπικῆς, χωρὶς κανένα ξαλάφρωμα μοιρασιᾶς.
Τὸν Θεὸ θὰ τὸν βρεῖς μονάχος· ὅσα κι ἂν σοῦ ποῦν γι᾿ Αὐτόν, ὅσα κι ἂν σὲ διδάξουν δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ στὸν ἀποκαλύψουν.
Ὁ ἔρωτας εἶναι ἀκριβῶς μιὰ ἔλλειψη, μιὰ ἀνάγκη πλήρωσης, μιὰ ὀδυνηρὴ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ.
