Η AI και «Ο Θάνατος του Συγγραφέα»

Η τεχνολογία σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι έχεις γνώση, ενώ στην πραγματικότητα έχεις μόνο διαθέσιμες πληροφορίες. Για να εξάγεις γνώση, για να κατακτήσεις γνώση, πρέπει να κοπιάσεις. Προς το παρόν δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Ερευνούν τη δυνατότητα αναβάθμισης των εγκεφάλων μέσω της συνθετικής βιολογίας, ώστε να ξεκινάς από διαφορετική αφετηρία, αλλά και πάλι θα πρέπει να καταβάλλεις κάποια προσπάθεια για να ανακτήσεις πληροφορίες και σκέψεις. Θα πρέπει να καταναλώνεις ενέργεια. Το ίδιο κάνουν και οι μηχανές. Αν κάποιος νομίζει ότι θα κάθεται στον καναπέ του κι απλά θα αναπαράγει τις πληροφορίες που θα του παρέχει ο ψηφιακός του βοηθός, είναι γελασμένος. Αυτό δεν θα αρκεί. Οι απαιτήσεις από όλους μας αυξάνονται με την έλευση των γλωσσικών μοντέλων. Γι’ αυτό λέω ότι χρειάζεται επειγόντως εγγραμματισμός στην τεχνητή νοημοσύνη. Το ίδιο εργαλείο που μπορεί να σε κάνει πιο έξυπνο, μπορεί να σε κάνει και πιο ανόητο.

Απόσπασμα από συνέντευξη του Μανώλη Ανδριωτάκη στην HuffPost με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του:
Η AI και «Ο Θάνατος του Συγγραφέα» – Ενα βιβλίο που αρχίζει με log in
 «Η τεχνολογία είναι ένας ακόμα δρόμος για να κατανοήσουμε τον κόσμο και τον άνθρωπο».

μία από τις πιο πρακτικές εφευρέσεις του 20ου αιώνα!

Η επαναστατική εφεύρεση του Artur Fischer το 1958 είναι η πρίζα τοίχου (ή «Fischer socket», όπως είναι γνωστή και σε πολλές χώρες). Αυτό το μικροσκοπικό πλαστικό αντικείμενο του επέτρεψε να συνδέει βίδες σταθερά σε τοίχους από τούβλα, σκυρόδεμα και άλλα υλικά, κάτι που ήταν προηγουμένως δύσκολο και συχνά αναποτελεσματικό.

Σε διάφορες χώρες, αυτό το αντικείμενο ονομάζεται με πολλά ονόματα:

  • Βραζιλία: Τρύπα τοίχου
  • Πορτογαλία: Butcha ή ακίδα
  • Αγγλικά: Πρίζα τοίχου, πρίζα άγκυρας ή Rawlplug
  • Ισπανικά: Τάκο τοίχου
  • Γερμανικά: Dübel
    Ελληνικά : ούπα
    Σήμερα, το Fischer’s Ditch είναι μια συνεχής παρουσία σε σπίτια και κατασκευαστικά έργα παγκοσμίως, καθιστώντας το έργο των λάτρεις του DIY και των επαγγελματιών. Έφερε επανάσταση στον τομέα για την απλότητα και την αποτελεσματικότητά του, αποτελώντας μία από τις πιο πρακτικές εφευρέσεις του 20ου αιώνα.

Ο Artur Fischer ανακάλυψε και δήλωσε 2.252 πατέντες, κάτι πού τον κάνει έναν από τούς ποιό δημιουργηκους εφευρέτες του κόσμου. Για 570 πατέντες πήρε στη Γερμανία άδεια παραγωγής κάτι πού τον κάνει ισάξιο με τον Thomas Edison!
Το επάγγελμα πού έμαθε ήταν τορναδόρος μηχανουργός και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπηρετούσε ως μηχανικός αεροσκαφών. Ήξερε και να πετάει αλλά δεν τού δόθηκε άδεια γιατί φορούσε γυαλιά. Ξεκίνησε το 1948 μόνος του ανοίγοντας το πρώτο του συνεργείο.
Σαν εργοστασιάρχης θεωρείται στη Γερμανία από τούς ποιό αγαπητούς με μεγάλη πατρική ευθύνη και κατανόηση για εργάτες και συνεργάτες. Πήγεναι καθημερινά στο εργοστάσιο και μιλούσε καθημερινά με τούς εργάτες ακόμη και μετά τα 90 του χρόνια.

Οι αρνητές του λιμού

•Είχαμε τους αρνητές του Ολοκαυτώματος τώρα έχουμε και τους αρνητές του λιμού.Επεισοδια από το ΚΚΕ εναντίον Ουκρανών που απέτιαν φόρο τιμής στα θύματα του λιμού της Ουκρανίας τη δεκαετία του 30.Τρια εκατομμύρια νεκροί από πείνα κατα τη διαδικασία μετατροπής της εύφορης αγροτικής γης σε κολχοζ.Με φαρδειά πλατιά την υπογραφή του Στάλιν, στο νούμερο 2 μεγαλύτερο γενοκτονικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας τον 20ο αιώνα.Φρικτό,απαίσιο,στυγερό.

  • Ο Ριζοσπάστης μας διαπαιδαγωγεί.Προκειται για αντικομμουνιστικό ,αντισοβιετικό fake κατασκεύασμα από εχθρούς του λαού.Ενας μύθος.Ναι πέθαναν από πείνα εκατομμύρια αλλά δεν έφταιγε ο Στάλιν.Εφταιγαν οι κουλάκοι που εμπόδιζαν την κολεκτιβοποίηση,η ξηρασία και ο τύφος.Οι πληγές του Φαραώ που ενέσκηψαν όλες μαζί.Μας συνιστά και βιβλία. «Μια άλλη ματιά στον Στάλιν» ενός Βέλγου.Ο Στάλιν «άξιο τέκνο ενός καταξιωμένου λαού» μιας Ελληνίδας.
    Καμιά σχέση με την κατάσχεση των σιτηρων και των ζώων που οδήγησε στη πείνα.Καμια σχέση με τον εγκλωβισμό των ανθρώπων,ώστε να μην ξεφύγουν από τη ζώνη του λιμού.Μυθοι όλα αυτά.Για να συκοφαντηθεί η Σοβιετική Ένωση που δεν υπάρχει και όσοι ακόμα την φαντασιώνονται.
    •Σε κάθε περίπτωση ακόμα και αν το πιστεύουν μέσα στον ύστερο φανατισμό τους ποιος τους δίνει το δικαίωμα να καταργούν την ελευθερία του λόγου και της ειρηνικής συνάθροισης;Μας δίνουν και μια ιδέα πώς φαντάζονται την κοινωνία των ονείρων τους.
    •. «Αν η πραγματικότητα διαφέρει από τις απόψεις μας τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα» έχει ειπωθεί.
  • Πάνος Μπιτσαξής

ΟΙ ΦΡΑΚΑΣΑΝΕΣ (διήγημα)

ΗΛΙΑΣ Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ* (1930-2024)

*

ΟΙ ΦΡΑΚΑΣΑΝΕΣ

Καθὼς γύριζα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.

Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα, πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τὄφε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.

Ἕνα με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά.

Ἄ­κου­σα βή­μα­τα στὰ χα­λί­κια κι ὅ­ταν σή­κω­σα τὸ κε­φά­λι μου, εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἡ Ἑ­λέ­νη, ντυ­μέ­νη μὲ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο φό­ρε­μα γε­μά­το πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια. Θέ­λω πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­τρά­διο τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, μοῦ εἶ­πε καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να ἀ­πλα­νὲς χα­μό­γε­λο, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να πλα­νιό­ταν πέ­ρα δῶ­θε κι ἅ­πλω­νε τὰ χέ­ρια της νὰ φθά­σει ἕ­να κλα­δὶ τοῦ δέν­τρου. Δὲν τὸ ἔ­χω, τῆς εἶ­πα, θὰ μοῦ τὸ φέ­ρει ὁ Τά­κης τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­λα νὰ δι­α­βά­σου­με μα­ζί. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἔ­πια­σε τὸ κλα­δί, τὸ ἅρ­πα­ξε μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια καὶ ἔ­κα­νε μιὰ μᾶλ­λον ἀ­δέ­ξια ἕλ­ξη, τεν­τώ­νον­τας νω­χε­λι­κὰ τὸ κορ­μί της. Ὕ­στε­ρα πή­δη­σε, τί­να­ξε τὸ κε­φά­λι νὰ δι­ορ­θώ­σει τὰ μαλ­λιά της κι ἔ­φυ­γε. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, μοῦ φώ­να­ξε.

Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρα τὰ βι­βλί­α μου καὶ πῆ­γα στὸ ἀμ­πέ­λι. Ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ παίρ­νει τὴ γνώ­ρι­μη μυ­ρου­διά του τὸ κλῆ­μα. Τῆς Ἁ­για Μα­ρί­νας ρό­γα καὶ τ’ Ἁ­η­λιὸς στα­φύ­λι, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά μου. Ἔ­φε­ρα στὸ μυα­λό μου τὶς ρό­γες τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἐ­κεί­νη ἦρ­θε σὲ λί­γο φο­ρών­τας μιὰ στε­νὴ χα­κὶ φού­στα καὶ ἄ­σπρο που­κά­μι­σο χω­ρὶς σου­τι­έν. Θέ­λεις νὰ φᾶ­με κα­νέ­να σύ­κο, τῆς εἶ­πα καὶ τὴν πῆ­γα στὴν ἄ­κρη τοῦ ἀμ­πε­λιοῦ. Τὰ πρῶ­τα σύ­κα εἴ­χα­νε ἤ­δη γίνει, οἱ φρα­κα­σά­νες ὅ­πως τὰ ἔ­λε­γαν. Με­γά­λα ἴ­σα­με ἕ­να πορ­το­κά­λι, ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τους κρε­μό­ταν μιὰ στα­γό­να πη­χτὸ μέ­λι μὲ κα­φὲ χρῶμα. Ἔ­βα­λα τὴν Ἑ­λέ­νη νὰ κα­θή­σει, τῆς ἔ­φε­ρα σύ­κα καὶ τῆς ἄ­νοι­ξα τὸ κουμ­πὶ ἀ­πὸ τὸ ἄ­σπρο της που­κά­μι­σο. Τὸ δε­ξί της βυ­ζὶ γλί­στρη­σε ἔ­ξω, ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο στρογ­γυ­λὸ ἀ­π’ ὅ­σο τὸ φαν­τά­στη­κα, ἡ ρό­γα του κά­πως κω­νι­κή. Ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου καὶ κεί­νη ἔ­σκυ­ψε ὁ­λό­τε­λα πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Φράπ, ἀ­κού­στη­κε τό­τε στὸ φρά­χτη καὶ φά­νη­κε ὁ τσό­γλα­νος, ὁ ἀ­δελ­φός της, ψη­λὸς καὶ κα­κο­βι­δω­μέ­νος. Ἡ Ἑ­λέ­νη κουμ­πώ­θη­κε βι­α­στι­κά, ἄ­νοι­ξε ἕ­να βι­βλί­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει, ἐ­μέ­να τὰ πό­δια μου ἔ­τρε­μαν. Ὁ ἀ­δελ­φός της μᾶς χαι­ρέ­τη­σε με­θ’ ὑ­πο­κλί­σε­ως, σάλ­τα­ρε στὴ συ­κιὰ κι ἄρ­χι­σε νὰ τρώ­ει φρα­κα­σά­νες. Ἡ Ἑ­λέ­νη ἀ­πό­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει, γύ­ρι­ζε τὶς σε­λί­δες τοῦ βι­βλί­ου καὶ κά­θε τό­σο ἴ­σι­ω­νε τὴ φού­στα της. Ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πα­τή­σα­με μα­ζὶ πιὸ πέ­ρα. Μπή­κα­με σὲ ἕ­να με­γά­λο λάκ­κο ἀ­νά­με­σα σὲ κλή­μα­τα, τὸν εἴ­χα­με σκά­ψει στὴν Κα­το­χὴ καὶ κρύ­ψα­με μέ­σα χαλ­κώ­μα­τα καὶ ὅ­πλα. Δο­κί­μα­σα νὰ πιά­σω πά­λι τὸ βυ­ζὶ τῆς Ἑ­λέ­νης, ἐ­κεί­νη τρα­βή­χτη­κε, για­τὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι, μοῦ εἶ­πε. Μά­ζε­ψε τά βι­βλί­α της, φώ­να­ξε τὸν ἀ­δελ­φό της καὶ ἔ­φυ­γε. Ἐ­κεῖ­νος πή­δη­σε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο, μὲ πα­ρα­τή­ρη­σε μὲ βλέμ­μα κά­πως μυ­στή­ριο κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε χω­ρὶς νὰ μὲ χαι­ρε­τή­σει, τρώ­γον­τας φρα­κα­σά­νες.

(1962, πρόκειται για το πρώτο διήγημα που έγραψε ο Η.Χ.Π.)
Πη­γή: Ἱστορίες Μπονζάι
(ἀπὸ τὸ βιβλίο Ὀ­δον­τό­κρε­μα μὲ χλω­ρο­φύλ­λη, 1973)

*Στρατιωτικός γιατρός, συγγραφέας, αρθρογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και κινηματογράφου και φωτογράφος ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος συγκέντρωσε έναν πλούτο τεκμηρίων με ιδιαίτερη πολιτιστική και ιστορική αξία, τον οποίο αποφάσισε πριν περίπου έναν μήνα να δωρίσει στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας.

Γεννηθείς στον Πύργο Ηλείας, σπούδασε στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με ειδίκευση στην παθολογία και μετεκπαίδευση στην υγιεινολογία. Παραιτήθηκε το 1958, υποχρεώθηκε ωστόσο να επιστρέψει και από το 1959 ως το 1968 έζησε στην Καβάλα. 

Έναυσμα για τα πρώτα του πεζά, που διακρίνονται για το χιούμορ, την λιτότητα, την αγάπη για τη φύση, την οξύτατη σάτιρα για τη στρεβλή σχέση των ανθρώπων με το περιβάλλον, την έντονη και πηγαία ερωτική διάθεση, την προσήλωση στον κόσμο των αφανών, παραγκωνισμένων και συχνά καταδιωγμένων πλασμάτων, αποτέλεσαν τα παιδικά και νεανικά του βιώματα στην Ηλεία που αργότερα πλουτίστηκαν από τις διαμονές και διαρκείς περιπλανήσεις του στην ελλαδική ενδοχώρα, αλλά και στον νησιωτικό χώρο.