Η μπέμπελη και η μαρμάγκα!


Υπάρχουν κάποιες λέξεις που τις χρησιμοποιούμε κι ας γνωρίζουμε στο περίπου -ή στο… καθόλου- τι ακριβώς σημαίνουν. Υπάρχει όμως μια απολύτως λογική μεταφορά πίσω τους.

Μια ζεστή μέρα του Αυγούστου, για παράδειγμα, ο καθένας μας μπορεί να «βγάλει την μπέμπελη». Ποια είναι η μπέμπελη; Κάτι καθόλου τροπικό. Η -πεζή- έννοια της λέξης είναι η ιλαρά, όσο για τη φράση στηρίζεται σε γιατροσόφια που έλεγαν ότι για να θεραπευτείς από την μπέμπελη – ιλαρά, πρέπει να ιδρώσεις.


Μια άλλη περίπτωση είναι η μαρμάγκα, η οποία εμφανίζεται στη φράση «τον έφαγε η μαρμάγκα», που σημαίνει εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη. Μαρμάγκα είναι ένα είδος δηλητηριώδους αράχνης, η οποία αιχμαλωτίζει και εξαφανίζει τα θύματά της χωρίς να αφήνουν πίσω τους κανένα σημάδι…

Ο ζωγράφος που μέτρησε μέχρι τον αριθμό 5.607.249!

Ο Πολωνός καλλιτέχνης Roman Opalka αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του σε ένα έργο που ήταν ταυτόχρονα απλό και συγκλονιστικό: να μετρήσει τον χρόνο.

Το 1965 πήρε μια ριζική απόφαση. Θα ζωγράφιζε αριθμούς, έναν μετά τον άλλο, αρχίζοντας από το 1 και συνεχίζοντας προς το άπειρο. Κάθε καμβάς ήταν η φυσική συνέχεια του προηγούμενου. Οι πίνακες ονομάστηκαν «1965 / 1 – ∞». Δεν ήταν απλώς έργα ζωγραφικής· ήταν ένα ημερολόγιο ύπαρξης.

Ο Οπάλκα ζωγράφιζε τους αριθμούς με λευκό χρώμα πάνω σε σκούρο φόντο. Με τα χρόνια, το φόντο γινόταν όλο και πιο ανοιχτό, μέχρι που σχεδόν εξαφανίστηκε μέσα στο λευκό. Όπως ο χρόνος που περνά και σβήνει σιγά-σιγά τα ίχνη του.

Κάθε αριθμός ήταν ένα βήμα της ζωής του. Καθώς ζωγράφιζε, προφερόταν τον αριθμό και τον ηχογραφούσε. Στο τέλος κάθε ημέρας φωτογραφιζόταν μπροστά στο έργο του. Έτσι, ο αριθμός, η φωνή και το πρόσωπο κατέγραφαν την ίδια πραγματικότητα: το πέρασμα του χρόνου πάνω στον άνθρωπο.

Όταν πέθανε το 2011, είχε φτάσει περίπου στον αριθμό 5.607.249. Το έργο έμεινε ανολοκλήρωτο — όπως μένει πάντα ανολοκλήρωτη η ανθρώπινη προσπάθεια να φτάσει το άπειρο.

Ο Οπάλκα δεν ζωγράφιζε αριθμούς. Ζωγράφιζε τη ζωή.

Κάθε ψηφίο ήταν μια στιγμή που πέρασε και δεν επιστρέφει.

Ίσως τελικά το βαθύτερο νόημα του έργου του να είναι απλό:

η ζωή είναι μια αργή καταμέτρηση προς το άγνωστο τέλος —

και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσθέτουμε αριθμούς στις ημέρες μας, μέχρι να τελειώσει η αρίθμηση.

Τα όρια του σώματος δεν είναι συμβατά πάντα με τα όρια του νου…

Συχνά πιστεύουμε ότι αυτό που μας περιορίζει έχει σχέση με : την ηλικία, τη δύναμη, τη καταγωγή, τις δυνατότητες του σώματος μας. Όμως, πολλές φορές το πραγματικό όριο δεν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για αυτά τα όρια.

Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο μέσα στο σώμα του· ζει κυρίως μέσα στις ιδέες που έχει για τον εαυτό του. Αν πιστέψει ότι μπορεί να φτάσει μέχρι ένα σημείο, συνήθως εκεί σταματά. Όχι επειδή δεν υπάρχει παραπέρα δρόμος, αλλά επειδή ο νους έχει ήδη χαράξει τα σύνορα.

Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ανθρώπων που ξεπέρασαν αυτό που θεωρούνταν «φυσικό όριο». Όχι επειδή είχαν διαφορετικό σώμα από τους άλλους, αλλά επειδή είχαν διαφορετική νοοτροπία. Είδαν το όριο όχι ως τοίχο, αλλά ως γραμμή που μπορεί να μετακινηθεί.

Ο φόβος της αποτυχίας, η συνήθεια, η κοινωνική πίεση και η αμφιβολία για τις δυνατότητές μας συχνά λειτουργούν σαν αόρατα δεσμά. Είναι πιο ισχυρά από τα πραγματικά εμπόδια, γιατί βρίσκονται μέσα μας. Και ό,τι βρίσκεται μέσα μας δύσκολα το αμφισβητούμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα φυσικά όρια δεν υπάρχουν. Υπάρχουν. Όμως ο άνθρωπος συχνά ζει πολύ πιο μέσα από αυτά. Το σώμα μπορεί να κουραστεί, αλλά ο νους συχνά σταματά πολύ νωρίτερα.

Τελικά, η μεγαλύτερη ανθρώπινη πρόκληση δεν είναι να νικήσουμε τη φύση μας, αλλά να αμφισβητήσουμε την ιδέα που έχουμε για αυτήν. Γιατί πολλές φορές τα όρια που νομίζουμε ότι μας περιορίζουν δεν είναι πραγματικά όρια· είναι απλώς συνήθειες του μυαλού.

Και όταν αλλάξει η νοοτροπία, συχνά αλλάζει και το μέγεθος του κόσμου που μπορούμε να διανύσουμε.

Γιατί φυτεύουμε δένδρα που δεν θα ξεκουραστούμε στη σκιά τους;

Υπάρχει μια παλιά, σιωπηλή σοφία στη Μεσόγειο: ο άνθρωπος, ακόμη και στα γηρατειά του, φυτεύει δέντρα που ξέρει ότι δεν θα προλάβει να δει να μεγαλώνουν, δεν θα κάτσει στη σκιά τους, δεν θα γευτεί τους καρπούς τους.

Δεν το κάνει από υπολογισμό. Το κάνει από αίσθηση συνέχειας. Ο παππούς που φυτεύει μια ελιά γνωρίζει ότι ο κορμός της θα δυναμώσει όταν εκείνος θα έχει πια φύγει. Κι όμως σκάβει τη γη, ποτίζει, περιμένει. Δεν επενδύει για τον εαυτό του· επενδύει στον χρόνο.

Στον σύγχρονο κόσμο μάθαμε να μετράμε τα πάντα: κόστος, απόδοση, κέρδος. Η παλιά αγροτική σοφία όμως γνώριζε κάτι βαθύτερο. Ότι ο άνθρωπος δεν ζει μόνο μέσα στη διάρκεια της ζωής του, αλλά μέσα στη διάρκεια της κοινότητας. Η πράξη του αποκτά νόημα όταν εντάσσεται σε μια αλυσίδα γενεών.

Γι’ αυτό οι κοινωνίες που έχουν μέλλον είναι εκείνες όπου κάποιοι εξακολουθούν να φυτεύουν δέντρα. Να σπέρνουν ιδέες, να χτίζουν θεσμούς, να καλλιεργούν γη που δεν θα θερίσουν οι ίδιοι.

Η ελιά, η καρυδιά, το αμπέλι, το κυπαρίσσι – όλα αυτά δεν είναι απλώς φυτά. Είναι μαθήματα χρόνου. Μας θυμίζουν ότι η ζωή δεν είναι μόνο ό,τι προλαβαίνουμε να ζήσουμε, αλλά και ό,τι αφήνουμε να συνεχίσει μετά από εμάς.

Και ίσως εκεί κρύβεται η αληθινή σοφία: να ζούμε σαν να είμαστε προσωρινοί, αλλά να δημιουργούμε σαν να είμαστε αιώνιοι.