Θεριό (διήγημα)

Θεριό ήταν το παρατσούκλι του. Θεριό. Το όνομά του, είχε σχεδόν ξεχαστεί. Έτσι τον λέγανε, έτσι τον έβρισκες.

Και δεν είχαν άδικο. Σαν θεριό έμοιαζε. Περίσσια ψηλός, με πλάτες μεγάλες, με άκρα χοντρά, περπατούσε κι έτριζε το χώμα.

Αν πεις για δουλευταράς; Δεν του παράβγαινε κανείς.

Θεριό! Μα η ψυχή του, μικρού παιδιού. Άκακος και πρώτος στο να βοηθάει. Δεν χρειαζότανε να του το πεις, να του το ζητήσεις. Σε έβλεπε να κάνεις κάτι κι αμέσως να τρέξει να σε βοηθήσει. Σαν τον έβλεπες για πρώτη φορά φοβόσουνα.

Όταν όμως τον γνώριζες έβλεπες μια ψυχή που όμοιά του δεν υπάρχει. Το παρουσιαστικό του ήταν η αιτία που δεν έβρισκε γυναίκα να κάνει κι αυτός την δική του οικογένεια. Μα δεν απογοητευότανε. Κάπου θα υπάρχει έλεγε και για μένα κάποια κι αν θέλει ο θεός θα την φέρει στο δρόμο μου.

Και πόσο δίκιο είχε. Γιατί μόνο σαν θέλει ο θεός γίνονται θαύματα!

Μόνο σαν θέλει εκείνος και η πίστη σου.

Κι αυτός πίστευε πως θα βρει τον άνθρωπό του. Πίστη να’ χεις σκεφτόταν και υπομονή και θα’ ρθουν και τα καλά.

Αυτές οι σκέψεις τον συντροφεύανε πηγαίνοντας να βρει κάποιον που τον ήθελε για μια δουλειά δυο χωριά πιο κάτω από το δικό του. Κοντινές οι αποστάσεις και το πήρε με τα πόδια…

Στο έμπα του χωριού στα πρώτα σπίτια σταμάτησε σαν είδε μια γυναίκα, ένα μέτρο μπόι όλο κι όλο να είναι στην αυλή του σπιτιού της, να κρατάει ένα τσεκούρι και να σπάει τα κούτσουρα σε κομμάτια για το τζάκι της. ΄Ενα μέτρο μπόι μα το τσεκούρι το’ πιανε πόνος…

Η πρώτη σκέψη ήταν να τρέξει να αρπάξει το τσεκούρι από τα χέρια της και να κάνει κείνος τούτη την δουλειά. Αλλά ξένο το χωριό, ξένη γυναίκα κι αυτή, μη παρεξηγηθεί κιόλας.

Ετούτα τα έκανε στο χωριό του. Εκεί που τον ξέρανε. Όχι πως δεν ήθελε να βοηθάει κι αλλού, μα ήταν επιφυλακτικός γιατί μια φορά από την καλοσύνη του, βρήκε τον μπελά του.

Μπαίνει στην αυλή, ώρα καλή της είπε με την φωνή του την βαριά και μεστωμένη. Σηκώνει το κεφάλι της κι ήταν η πρώτη φορά που δεν είδε έκπληξη στα μάτια κάποιου που δεν τον είχε ξαναδεί. Ίσως γιατί και κείνη τα είχε χορτάσει τα παράξενα τα βλέμματα. Ίσως γιατί και κείνη χορτασμένη ήταν από του κόσμου την κοροϊδία.

Αν είσαι ψηλός, σε χλευάζουνε αν είσαι κοντός το ίδιο. Αν είσαι όμοιος τους, πάλι θα βρουν κάτι να σου κρίνουν.

Μα τον είχε μάθει για τα καλά τον κόσμο ετούτο ο Γιωργής. Γιώργο τον είχαν βαφτίσει. Γιωργή τον έλεγε η μάνα του κι ο πατέρας του. Γιωργή μου! Και σαν να της έμοιαζε λιγουλάκι τούτη η γυναίκα με το τσεκούρι.

Μόνο που ήταν πιο ψηλή η μάνα του. Αλλά το τσεκούρι και κείνη το δούλευε μια χαρά! Το ίδιο και την τσάπα και το αλώνισμα με τα γελάδια τους. Δεν ήξερε η μάνα του τι πάει να πει αντρικές δουλειές. Κοντά στον πατέρα του, κοντά στον άντρα της τα έμαθε όλα. Και κείνος την μάλωνε, της φώναζε ,μα αυτή του έλεγε σ’ όλα μαζί! Σε όλα! Κι ο Γιωργής το θεριό, να μια τέτοια θα ήθελα.

Μια σαν την μάνα μου! Όχι να με απαλλάξει από δουλειές. Όχι.

Μα να με νοιάζεται και να μου λέει, μαζί σε όλα!

Ώρα σου καλή της λέει! Ψάχνω το σπίτι του Γκαβογιάννη. Και κείνη αφήνει το τσεκούρι κάτω και του λέει, είσαι το θεριό ε; Έλα και σε περιμένει ο πατέρας μου.

Τον έμπασε μέσα, του έψησε καφέ, του πήγε και νεράκι και τους άφησε να τα πούνε. Βγήκε έξω κι άρχισε να αναστενάζει το τσεκούρι. Γκαβογιάννης ήταν το παρατσούκλι του κι αυτουνού. Το ένα του μάτι το είχε χτυπήσει και το’ χε μισόκλειστο και δεν έβλεπε ο δόλιος και κείνος.

Κι ο κόσμος δεν έχασε την ευκαιρία και τον είπε Γκαβογιάννη. Κάποιον να τον βοηθάει ήθελε, γιατί δεν μπορούσε ο ίδιος να κάνει και πολλά κι η κόρη του δεν τα προλάβαινε. Κι έτσι το θεριό δυο φορές την εβδομάδα πήγαινε κι έκανε όλα εκείνα που δεν προλάβαινε η κόρη του. Κι άρχισε η καρδιά του θεριού να χτυπάει σιγά σιγά στην αρχή κι όσο περνούσε ο καιρός οι χτύποι δυναμώνανε και ψήλωνε η Αρίστω στα μάτια του και κόντευε να τον φτάσει. Μα πως να της το πει;

Το προσπάθησε, μα κείνη δεν το καταλάβαινε. Της είπε δεν θέλω τα όσα χρήματα που συμφωνήσαμε με τον πατέρα σου. Τα μισά θα μου δώσεις, μα σαν δεν μπορείς δεν τα θέλω ούτε αυτά.

Καθότανε παραπάνω από το συμφωνημένο, έκανε κι άλλα που δεν ήταν στα παζάρια τους, μα αυτής δεν ίδρωνε το αυτί της.

Αυτή έπιανε το τσεκούρι και το’ κανε να αναστενάζει.

Μα στέναζε κι αυτή ετούτη την φορά. Λες; Σκεφτόταν. Λες να με βλέπει αλλιώς και μου τα λέει τούτα; Μπα;

Εμένα; Σαν τι μου ζήλεψε; Το μπόι μου τάχα; Και το τσεκούρι δεύτερη φορά δεν το χτύπαγε στο κούτσουρο. Με την πρώτη το άνοιγε στα δύο. Αν με θέλει, ας μου το πει. Άντρας είναι κι οι άντρες κάνουν το πρώτο βήμα σκεφτόταν.

Αλλά όλα τούτα τα φαντάζομαι. Είναι γιατί σαν τον είδα, είπα, ό,τι δεν το’ χω, το’ χει. Έχει μπόι και για τους δύο και το τσεκούρι πετούσε σπίθες.. Θα το πω στον πατέρα της σκεφτόταν το θεριό. Σε κείνον θα το πω κι έτσι πρέπει κι αν δεν με θέλει, δεν είναι τυχερό μου. Και σαν το λεγε τούτο η καρδιά δεν συμφωνούσε και την μάλωνε. Σώπα και συ που χτυπάς και χτυπάς. Τι θέλεις;

Μια χαρά ήμασταν σαν δεν χτύπαγες.

Μια χαρά τα πηγαίναμε οι δυο μας. Τώρα από την μια μου τα χαλάς και χτυπάς και θαρρώ θα με πληγώσεις από τους χτύπους σου κι από την άλλη σαν χτυπάς νιώθω την ζωή αλλιώς…

Κι αν με ρωτήσεις πότε είναι καλά; Τώρα η τότε; Θα σου πω χτύπα! Χτύπα κι ας με γεμίσουν πληγές οι χτύποι σου.

Θα σου πω χτύπα γιατί γλυκάνανε και μένα οι μέρες μου κι οι νύχτες μου γεμίσανε όνειρα! Όνειρα που κάνεις με τα μάτια ανοιχτά και θωρείς μια γυναίκα ένα μέτρο μπόι να σου ομορφαίνει τον κόσμο της ψυχής σου τόσο πολύ που δεν θέλεις να κλείσεις τα μάτια σου, μη ξυπνήσεις και χαθεί τούτη η ομορφάδα. Μα τα έρμα σαν κλείνουν και ξανανοίγουν το πρωί, η ομορφάδα είναι εκεί δεν έχει φύγει. Κι είναι ένα μέτρο μπόι πανάθεμά τη.. Ένα μέτρο μπόι!

Σήμερα θα το πω σκεφτόταν καθώς ήταν η μέρα που θα πήγαινε κι άμα έφτασε, κόσμο πολύ είδε μαζεμένο. Ο Γκαβογιάννης μας άφησε χρόνους του είπαν. Δίπλα στην Αρίστω στάθηκε σε όλα. Δίπλα της να την στηρίζει στο πένθος της. Κι άμα πέρασαν έξι μήνες, δεν άντεξε και της το είπε. Κι η Αρίστω να σπάσει λίγο την φόρτιση…του λέει γελώντας και πως θα σε φτάνω να σε φιλάω;

Και την πιάνει εκείνος με τις χερούκλες του, την σηκώνει, την φέρνει στο ύψος των χειλιών του και της λέει, να, έτσι θα με φιλάς κι ήταν το φιλί της βάλσαμο και δεν την άφηνε από την αγκαλιά του! Σαν πούπουλο ήταν ελαφριά.

Και κείνη ψήλωσε! Ψήλωσε τόσο που τα χείλια του τα έβρισκε με μεγάλη ευκολία. Και σαν της έλεγε κείνος, αυτές οι δουλειές είναι αντρικές δεν είναι για σένα και γω είμαι εδώ για τις κάνω, αυτή γελούσε! Σ’ όλα μαζί του έλεγε! Σε όλα μαζί!

Κι ο Γκαβογιάννης από πάνω, κοιτούσε την Αρίστω του κι έλεγε, μωρέ σαν να ψήλωσε μου φαίνεται. Σαν να ψήλωσε.. Η μήπως κόντυνε το θεριό;

Όπως και να’ χει έλεγε, είτε ψήλωσε η Αρίστω, είτε κόντυνε το θεριό, η ουσία είναι μία. Αν πιστεύεις, γίνονται θάματα..

Και ξάνοιγε καλά καλά με το’ να του μάτι το θάμα της αγάπης!

Ελευθερία Λάππα

Η ευφυΐα αυτού του κόσμου
κατοικεί στην ευαισθησία.

Γι’ αυτό και οι ευφυείς
δεν υπήρξαν ποτέ κριτές.

Ήταν άνθρωποι
που κατανοούσαν ανθρώπους.

Άρθουρ Μίλερ

Ο Άρθουρ Μίλερ (1915–2005) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Αμερικανούς θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Με καταγωγή από μια μεσοαστική εβραϊκή οικογένεια, ο Μίλερ διακρίθηκε για τα κοινωνικά και ηθικά θέματα που εξέταζε στα έργα του, συνδυάζοντας τα προσωπικά δράματα με κριτική για την κοινωνία. Συχνά εξερευνούσε την αμερικανική κουλτούρα, την απληστία, την αποτυχία του αμερικανικού ονείρου και τις επιπτώσεις της κοινωνικής πίεσης στο άτομο.

Γιατί χτίζουν ξύλινα σπίτια στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Ανάμεσα στην οικονομία, τον πολιτισμό και την αναγκαιότητα, ένα σύστημα που φαίνεται απρόσβλητο στις αλλαγές.

Κάθε φορά που μια πυρκαγιά ή ένας τυφώνας καταστρέφει ολόκληρες γειτονιές στις Ηνωμένες Πολιτείες, γίνεται πάντα την ίδια ερώτηση: γιατί συνεχίζουν να χτίζουν ξύλινα σπίτια; Αν και τα καταστροφικά γεγονότα καταδεικνύουν τα όρια αυτού του υλικού, η απάντηση είναι λιγότερο προφανής από όσο φαίνεται. Η ξύλινη κατασκευή στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι απλώς μια οικονομική επιλογή, αλλά ένα φαινόμενο βαθιά ριζωμένο στην ιστορία, τον πολιτισμό και την κοινωνικοοικονομική δομή της χώρας.

Μια ξύλινη κληρονομιά

Η αμερικανική αρχιτεκτονική έχει τις ρίζες της στο ξύλο, κυριολεκτικά. Όταν οι πρώτοι Ευρωπαίοι αποικιστές αποβιβάστηκαν στον Νέο Κόσμο τον 17ο αιώνα, βρήκαν ατελείωτα δάση και άφθονους φυσικούς πόρους. Η ανάγκη να χτιστεί γρήγορα για να αμυνθεί από τις κακές καιρικές συνθήκες και τις απειλές από ιθαγενείς φυλές οδήγησε στην επιλογή του ξύλου ως κύριου υλικού. Ήταν εύκολα διαθέσιμο, εφαρμόσιμο και τέλειο για μια εταιρεία που επεκτεινόταν γρήγορα.

Το Fairbanks House στο Dedham της Μασαχουσέτης, ένα από τα παλαιότερα ξύλινα σπίτια στη χώρα, ενσαρκώνει αυτή την παράδοση. Όμως, σε αντίθεση με την κατασκευή από πέτρα ή πλίθα των ιθαγενών της Αμερικής, το ξύλο δεν κατασκευάστηκε για να διαρκέσει. Ωστόσο, παρέμεινε ένας πυλώνας της αμερικανικής αρχιτεκτονικής, προσαρμόζοντας επίσης τις ανάγκες των επόμενων εποχών.

Τυποποίηση: από το «πλαίσιο με μπαλόνι» στους ουρανοξύστες

Κατά τη διάρκεια της επέκτασης προς τα δυτικά, η ταχύτητα ήταν το παν. Έτσι γεννήθηκε το σύστημα «πλαισίου μπαλονιού», μια μέθοδος κατασκευής που απλοποίησε την εργασία κάνοντας κάθε στοιχείο της κατασκευής τυποποιημένο. Αυτή η τεχνική επέτρεπε σε οποιονδήποτε, ακόμη και χωρίς μεγάλες δεξιότητες, να χτίσει ένα σπίτι σε λίγες μέρες.

Αυτή η προσέγγιση επηρέασε ακόμη και τη γέννηση των ουρανοξυστών . Η τυποποιημένη και αρθρωτή δομή του χαλύβδινου σκελετού επέτρεψε σε εμβληματικά κτίρια όπως το Empire State Building να ανεγερθούν σε χρόνο ρεκόρ : ένα χρόνο και 45 ημέρες. Αυτά τα κτιριακά συστήματα έχουν κάνει την αμερικανική αρχιτεκτονική σύμβολο αποτελεσματικότητας, ταχύτητας και καινοτομίας.

Σπίτια μιας χρήσης

Στη συνέχεια, η αλλαγή αυτής της προσέγγισης θα σήμαινε μεταμόρφωση ενός ολόκληρου οικονομικού οικοσυστήματος βασισμένου σε αιώνες παράδοσης και δεξιοτήτων. Η μετατροπή των ξυλουργών σε τοιχοποιούς, η εισαγωγή ακριβότερων υλικών όπως το σκυρόδεμα ή ο χάλυβας και η ενημέρωση των κανονισμών θα ήταν ένα ηράκλειο έργο.

Το βάρος των καταστροφών

Ακραία γεγονότα, όπως ο τυφώνας Andrew το 1992, οδήγησαν ωστόσο σε ρυθμιστικές αλλαγές σε ορισμένες κομητείες της Φλόριντα, οι οποίες απαιτούν πλέον πιο ανθεκτικές δομές . Ωστόσο, αυτές είναι εξαιρέσεις, όχι εθνικός κανόνας.
Ακόμη και στην Καλιφόρνια , οι καταστροφικές πυρκαγιές των τελευταίων ετών θα μπορούσαν να πιέσουν για μια παρόμοια αλλαγή, με την εισαγωγή πυρίμαχων υλικών ή ειδικών επεξεργασιών για το ξύλο. Όμως, προς το παρόν, το μεγαλύτερο μέρος της χώρας παραμένει αγκυροβολημένο σε μια παράδοση που δίνει προτεραιότητα στην ταχύτητα και την οικονομία έναντι της μακροπρόθεσμης ασφάλειας.

Η επιλογή του ξύλου ως πρωταρχικού υλικού στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι απλώς ζήτημα πρακτικότητας ή κόστους. Είναι μια αντανάκλαση του αμερικανικού πολιτισμού, της ιστορίας του αποικισμού και της οικονομίας της αγοράς. Και καθώς οι φυσικές καταστροφές συνεχίζουν να δοκιμάζουν αυτήν την παράδοση, η αλλαγή κατεύθυνσης θα σήμαινε την επανεγγραφή του ίδιου του DNA του αμερικανικού οικοδομικού συστήματος.

Πηγή:newsbomb.gr