Dilbert* !!

Κάπου ανάμεσα σε μια σύσκεψη χωρίς τέλος και σε ένα email που δεν έπρεπε ποτέ να σταλεί, ζει και βασιλεύει ο Dilbert. Όχι ως σκίτσο πια, αλλά ως καθημερινή εμπειρία.

Δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ. Θα τον βρεις σε ένα γραφείο με χαμηλό φωτισμό, μπροστά σε μια οθόνη γεμάτη παρουσιάσεις που εξηγούν τα αυτονόητα. Δίπλα του, ένας προϊστάμενος που μιλάει πολύ, χωρίς να λέει τίποτα — μια πιο κομψή εκδοχή του «Pointy-Haired Boss».

Στο ελληνικό γραφείο, το φαινόμενο έχει τη δική του ιδιαιτερότητα.

Δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία. Είναι και η συνήθεια. Η ανοχή. Εκείνη η αόρατη συμφωνία ότι «έτσι γίνονται τα πράγματα».

Και κάπως έτσι, το παράλογο αποκτά διάρκεια.

Συσκέψεις για να αποφασίσουμε αν θα κάνουμε άλλη σύσκεψη.

Στρατηγικές που αλλάζουν πριν προλάβουν να εφαρμοστούν.

Λέξεις μεγάλες — «όραμα», «μετασχηματισμός», «καινοτομία» — που μικραίνουν μόλις πάρουν το δρόμο της υλοποίησης .

Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει και κάτι πιο ενδιαφέρον.

Ο Dilbert δεν είναι ο ήρωας. Είναι ο μάρτυρας.

Βλέπει το παράλογο, το καταγράφει, το αντέχει. Δεν το αλλάζει — αλλά δεν το νομιμοποιεί κιόλας. Και ίσως εκεί βρίσκεται η πρώτη ρωγμή: στη συνείδηση ότι «κάτι δεν πάει καλά».

Γιατί κάθε οργανισμός, αν δεν προσέξει, γλιστράει προς τη γελοιοποίηση χωρίς να το καταλάβει. Όχι από κακή πρόθεση, αλλά από αδράνεια. Από την ευκολία του «έτσι το βρήκαμε».

Και τότε, ο Dilbert παύει να είναι αστείο.

Γίνεται καθρέφτης.

Ίσως, τελικά, η διαφορά δεν είναι ανάμεσα σε καλές και κακές εταιρείες.

Αλλά ανάμεσα σε εκείνες που γελούν με τον Dilbert —

και σε εκείνες που δεν καταλαβαίνουν ότι μιλούν για τον εαυτό τους

Dilbert είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας κόμικ — ένας μηχανικός που εργάζεται σε ένα τυπικό, συχνά παράλογο εταιρικό περιβάλλον.

Ο πιο γνωστός χαρακτήρας μετά τον Dilbert είναι ο Pointy-Haired Boss (ο «διευθυντής με το μυτερό μαλλί»), σύμβολο του κακού manager.

«Ο άνθρωπος είναι το ον που δεν ξέρει τι να επιθυμήσει και γι’ αυτό στρέφεται στους άλλους για να αποφασίσει.» — Ρενέ Ζιράρ

Ο νόμος του Gordon Moore*ως μάθημα ζωής και στρατηγικής.

Ξεφυλλίζοντας παλιές σημειώσεις, έπεσα ξανά πάνω στον νόμο του Gordon Moore. Μια απλή παρατήρηση: η ισχύς της τεχνολογίας διπλασιάζεται κάθε τόσο. Μια φράση σχεδόν τεχνική — κι όμως, πίσω της κρύβεται μια βαθύτερη αλήθεια για τον κόσμο μας.

Δεν αλλάζουν μόνο τα μηχανήματα. Αλλάζει ο ίδιος ο ρυθμός της ζωής.

Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος να σκέφτεται γραμμικά: λίγο περισσότερο σήμερα, λίγο καλύτερα αύριο. Όμως η πραγματικότητα, όλο και πιο συχνά, κινείται εκθετικά. Και εκεί αρχίζουν τα λάθη. Υποτιμούμε την αρχή — όταν τίποτα δεν φαίνεται να συμβαίνει. Και αιφνιδιαζόμαστε στο τέλος — όταν όλα έχουν ήδη αλλάξει.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, ο ανταγωνισμός μοιάζει με μάχη σε κινούμενη άμμο. Προσπαθείς να βελτιωθείς λίγο, ενώ το έδαφος μετακινείται κάτω από τα πόδια σου πολύ πιο γρήγορα. Οι «κόκκινοι ωκεανοί» γεμίζουν αίμα, αλλά και αυταπάτες: ότι με περισσότερη προσπάθεια θα έρθει η νίκη.

Κι όμως, η απάντηση βρίσκεται αλλού.

Όχι στο να τρέξεις πιο γρήγορα από τους άλλους, αλλά στο να καταλάβεις προς τα πού κινείται ο ίδιος ο χρόνος. Να δεις νωρίς εκεί που οι άλλοι βλέπουν αργά. Να επενδύσεις εκεί που σήμερα φαίνεται μικρό, αλλά αύριο θα είναι κυρίαρχο.

Σαν το αμπέλι.

Στην αρχή, τίποτα δεν προδίδει τη δύναμή του. Λίγα κλήματα, λίγη φροντίδα, πολλή υπομονή. Αν το δεις γραμμικά, θα το εγκαταλείψεις. Αν το δεις εκθετικά, θα επιμείνεις.

Και τότε, κάποια στιγμή, ο πλούσιος τρύγος έρχεται σχεδόν ξαφνικά.

Ο νόμος του Moore δεν είναι απλώς ένας τεχνολογικός κανόνας. Είναι μια υπενθύμιση:

ότι ο κόσμος δεν προχωρά με βήματα — αλλά κάποιες φορές με άλματα.

Και όποιος το καταλάβει εγκαίρως, δεν χρειάζεται να τρέχει.

Απλώς φροντίζει να βρίσκεται στο σωστό χωράφι.

*Ο Γκόρντον Μουρ (1929–2023) ήταν Αμερικανός μηχανικός, επιχειρηματίας και συνιδρυτής της Intel Corporation, γνωστός παγκοσμίως για τη «Νομοθεσία του Μουρ» (Moore’s Law). Η πρόβλεψή του για την εκθετική αύξηση της υπολογιστικής ισχύος επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη τεχνολογική επανάσταση και τη διαμόρφωση της Σίλικον Βάλεϊ. 

Η Στρατηγική των Γαλάζιων Ωκεανών

Ξεφυλλίζοντας τη «Στρατηγική των Γαλάζιων Ωκεανών», θυμήθηκα πόσο εύκολα παγιδευόμαστε σε μάχες που δεν αξίζει να δοθούν. Αγορές κορεσμένες, ακραίοι ανταγωνισμοί, μικρές νίκες που κοστίζουν πανάκριβα.

Οι συγγραφείς λένε κάτι απλό αλλά δύσκολο:

μην προσπαθείς να κερδίσεις τον ανταγωνισμό — ξεπέρασέ τον, όπως έκαναν οι Γερμανοί με τη γραμμή Μαζινό.

Τι σημαίνει αυτό;

Ψάξε τον χώρο που δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί.

Το πεδίο που δεν έχει κορεστεί.

Το «αμπελοτόπι» που δεν το έχουν πατήσει πολλοί.

Στη ζωή και στη δουλειά, οι περισσότεροι μαθαίνουμε να ανταγωνιζόμαστε. Λίγοι μαθαίνουν να δημιουργούν χώρο, να ανοίγουν νέες αγορές.

Κι όμως, εκεί βρίσκεται η διαφορά:

όχι στο πόσο καλά παίζεις το παιχνίδι,

αλλά στο αν έχεις το θάρρος να αλλάξεις το ίδιο το παιχνίδι.

Γιατί, στο τέλος,

οι μεγάλες διαδρομές χαράσσονται εκεί που πριν δεν υπήρχε δρόμος.

Περί μαύρων κύκνων ο λόγος (και της χρησιμότητας αυτών)…

Από τον ΓΛ η πιο κάτω ανάρτηση.

Τα καράβια δεν φτιάχνονται για να μένουν αγκυροβολημένα σε ασφαλείς λιμένες.

Ο προορισμός τους (ήδη από το στάδιο της κατασκευής) είναι το ταξίδι.

Συνεπώς είναι ευθύνη του καπετάνιου και του πληρώματος να μάθουν να τα ταξιδεύουν με όλους τους καιρούς…

Η “ασφάλεια” δεν βρίσκεται στην εμμονική προσπάθεια αποφυγής της καταιγίδας, αλλά στην καλή προετοιμασία (σκάφους και πληρώματος), ώστε να μπορούν να τη διαχειριστούν όταν προκύψει, χωρίς να βουλιάξουν…

Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον ανθρώπινο βίο.

Ο άνθρωπος από τη φύση του (καθ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση) προορίζεται για δημιουργός !!

Δεν έρχεται στον κόσμο για να τη βγάλει σαν χρυσόψαρο στη γυάλα…

Και σίγουρα δεν μπορεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής του να αποφεύγει μονίμως και σταθερά όλες τις δυσκολίες (οφειλόμενες είτε σε δικά του σφάλματα ή/και σε εξωγενείς παράγοντες, επί των οποίων δεν έχει δυνατότητα επιρροής). 

Όλα αυτά – εκ των πραγμάτων – συνθέτουν την “αρένα” του καθενός, όπου δίνει τη δική του “παράσταση” ζωής, σμιλεύοντας και αναδεικνύοντας την ιδιαίτερη προσωπικότητά του.

Μέμνησο : Η “αρένα” είναι εύπλαστη και στη διάρκεια της “παράστασης” μπορείς πάντα να διαμορφώσεις και να φέρεις το “ρόλο” που παίζεις στα μέτρα σου.  Δεν υπάρχουν “αδιέξοδα” και “μονόδρομοι”, εκτός από αυτά που το επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων, συνεργατών κλπ. που κατέχεις ή έχεις πρόσβαση τη δεδομένη χρονική στιγμή, σε κάνουν να πιστεύεις ότι υπάρχουν…. 

Εν κατακλείδι λοιπόν, το “lateral thinking” του Edward de Bono είναι πάντα επίκαιρο…(δείτε αναρτήσεις Ορεινού στις 13 & 15/03). 

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς στο πνεύμα της Εθνικής Επετείου !

Γ.Λ.

Η Ψηφιακή Αρένα: Τα Social Media υπό το Πρίσμα του Ρενέ Ζιράρ

Το βιβλίο τα κεκρυμμένα από καταβολής που ανέφερα σε προηγούμενη ανάρτηση ήταν η αφορμή να ψάξω λίγο και διαπίστωσα ο Ρενέ Ζιράρ ήταν ένας προφήτης στοχαστής που οι θεωρίες του εξηγούν την σημερινή ζούγκλα των λεγόμενων μέσων κοινωνική δικτύωσης .

Αν ο Ρενέ Ζιράρ ζούσε για να δει την έκρηξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, πιθανότατα θα αναγνώριζε σε αυτά την απόλυτη δικαίωση των θεωριών του. Για τον Γάλλο στοχαστή, ο άνθρωπος δεν είναι ένα αυτόνομο ον με σταθερές επιθυμίες, αλλά ένας «μιμητικός καθρέφτης». Τα social media, στην ουσία τους, δεν είναι εργαλεία επικοινωνίας, αλλά εργαλεία ενίσχυσης της μιμητικής επιθυμίας.

Ο Influencer ως το «Μοντέλο» του Φθόνου

Στην καρδιά της ζιραρδικής ανάλυσης βρίσκεται η ιδέα ότι επιθυμούμε αυτό που έχουν οι άλλοι, όχι για την αξία του αντικειμένου, αλλά για να αποκτήσουμε το «Είναι» του άλλου.

Τα social media καταργούν τις αποστάσεις. Στο παρελθόν, ο θαυμασμός για ένα πρότυπο ήταν από μακριά (Εξωτερική Μεσολαβηση). Σήμερα, ο Influencer ή ο επιτυχημένος γνωστός μας στο Instagram είναι «δίπλα» μας. Αυτή η εγγύτητα μετατρέπει τον θαυμασμό σε μιμητική αντιπαλότητα. Ο άλλος γίνεται ταυτόχρονα το μοντέλο μας και το εμπόδιό μας. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να του μοιάσουμε, τόσο περισσότερο τον φθονούμε, οδηγούμενοι σε μια διαρκή υπαρξιακή ανησυχία.

Ο Αλγόριθμος της Οργής

Οι αλγόριθμοι των πλατφορμών λειτουργούν ως «μιμητικές μηχανές». Προωθούν ό,τι προκαλεί τη μεγαλύτερη αντίδραση, και τίποτα δεν είναι πιο μεταδοτικό από την οργή. Όταν βλέπουμε μια ομάδα ανθρώπων να επιτίθεται σε κάποιον, η μιμητική μας φύση μάς ωθεί να ενταχθούμε στο «πλήθος».

Αυτό που ο Ζιράρ ονόμαζε «Μιμητική Κρίση» —μια κατάσταση όπου οι διαφορές χάνονται και όλοι γίνονται βίαια αντίγραφα των άλλων— συμβαίνει καθημερινά στο Twitter ή στο Facebook. Οι χρήστες, χωρισμένοι σε στρατόπεδα, νομίζουν ότι μάχονται για διαφορετικές αξίες, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιούν τις ίδιες μεθόδους επιθετικότητας, γινόμενοι «μιμητικά δίδυμα».

Το Ψηφιακό Λιντσάρισμα και η Κάθαρση

Όταν η ένταση στο δίκτυο κορυφωθεί, το σύστημα αναζητά εκτόνωση. Εδώ ενεργοποιείται ο Μηχανισμός του Αποδιοπομπαίου Τράγου. Η «κουλτούρα της ακύρωσης» είναι η σύγχρονη εκδοχή του αρχαίου τελετουργικού λιντσαρίσματος. Η στοχοποίηση ενός ατόμου επιτρέπει στην κοινότητα να ενωθεί ξανά μέσω ενός κοινού μίσους. Για λίγο, η οργή δίνει τη θέση της σε μια ψευδαίσθηση δικαιοσύνης και ενότητας. Όμως, όπως τόνιζε ο Ζιράρ, αυτή η ειρήνη είναι προσωρινή και απατηλή, διότι βασίζεται στη θυσία ενός θύματος και όχι στην επίλυση της πραγματικής αιτίας της βίας.

Η σκέψη του Ζιράρ μάς προσφέρει μια προειδοποίηση: τα social media έχουν μετατρέψει τον κόσμο σε μια παγκόσμια αρένα όπου ο «μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου» λειτουργεί με την ταχύτητα του φωτός. Η μόνη διέξοδος είναι η συνειδητή απόσταση από τη μιμητική ορμή του πλήθους και η αναγνώριση ότι η «αλήθεια» σπάνια βρίσκεται στη φωνή των πολλών που ζητούν τη θυσία του ενός.