Ξεκινώντας από εκεί που έπρεπε.

Πόση αλήθεια κρύβει ο παρακάτω μύθος !!!!

Στον τάφο ενός αγγλικανού  Αρχιεπισκόπου ,σε ένα καθεδρικό ναό της Αγγλίας,είναι γραμμένα τα εξής:
Όταν ήμουν νέος η φαντασία μου ήταν απεριόριστη,ονειρευόμουν να αλλάξω τον κόσμο.
Όταν γέρασα και ωρίμασα ,ανακάλυψα ότι ο κόσμος δεν επρόκειτο να αλλάξει: τότε περιόρισα κάπως τις φιλοδοξίες μου και  αποφάσισα απλούστατα να αλλάξω την χώρα μου.
Και η χώρα μου όμως  μου φάνηκε αμετάβλητη.
Στη δύση της ζωής μου,σε μια απελπισμένη προσπάθεια ήθελα να αλλάξω την οικογένεια μου,που όμως δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου λέγοντας ότι εγώ διεπραττα  τα ίδια λάθη.
Τελικά  ανακάλυψα πια στο κατώφλι του θανάτου ότι αν είχα ξεκινήσει διορθώνοντας τα λάθη μου και αλλάζοντας τον εαυτό μου, το παράδειγμα μου θα μπορούσε να αλλάξει την οικογένεια μου.Το παράδειγμα της οικογένειας μου μπορούσε ίσως να επηρεάσει την γειτονιά  και με αυτό τον τρόπο θα είχα καταφέρει  να βελτιώσω την συνοικία  μου,την πόλη μου,την χώρα μου,και ποιός ξέρει;να άλλαζα τον κόσμο..

Το χωριό του Κολωνακίου και ο Παλαμάς

«Γεννήθηκα το 1924 στην οδό Σκουφά. Χωριό ήτανε τότε το Κολωνάκι. Στη Λυκαβηττού υπήρχε μια μάντρα και ο βοσκός ανέβαζε τα πρόβατα στον Λυκαβηττό. Ολα τα σπίτια ήταν ωραία, διώροφα. 
Στη Δεξαμενή υπήρχε ένα κιόσκι και μας αγόραζε ο μπαμπάς λουκούμι και βανίλια. Κάθε απόγευμα την άνοιξη πέρναγε ο πασατεμπάς, ο ?τσάκα τσούκας? και δυο φορές την εβδομάδα ο παγωτατζής.
 Η Τσακάλωφ ήταν ο ωραιότερος μαχαλάς. Στη Δεξαμενή βλέπαμε τον Κωστή Παλάμα, πολύ γέρο τότε. Μετά ήρθε ο πόλεμος. Για δυο χρόνια κάναμε μάθημα στα παγκάκια, αλλά δεν μπόρεσε άλλο ο δάσκαλος. Το 2ο Γυμνάσιο το είχαν οι Γερμανοί και το πρωί όταν τραγουδούσαν ?Deutschland ueber alles?, έτριζε ο τόπος. Δυστυχία μεγάλη στην Κατοχή. Πέθαινε ο κόσμος στον δρόμο. Κι αυτά τα καθάρματα οι Γερμανοί έβγαιναν από τα παράθυρα του Πειραματικού Σχολείου, όπου είχαν γραφεία, έδεναν σε ένα σκοινί λίγο ψωμί και μόλις πηγαίναν να το πάρουν τα παιδάκια, το τραβούσαν επάνω. 
Και τα παιδιά κλαίγανε. Ευτυχώς ένας καλός παπάς στον Aγιο Διονύση τα έβαζε στην εκκλησία και τους έδινε λίγο ψωμάκι».