Φωτο :μανουσάκια (νάρκισσος ) που φύονται στο οροπέδιο Τσιγκουρατίου
Οι στίχοι του δημοτικού τραγουδιού που αναφέρονται στα μανουσάκια
Εμένα η μάμα μ’ έστειλε να μάσω μανουσάκια.] χ2[Μανουσάκια, μανουσάκια, μόσχος και γαρυφαλάκια.] χ2
[Στην αγορά τα πούλησα και πήρα δυο τσαπράκια.] χ2Μανουσάκια, μανουσάκια, νόστιμα μου κοριτσάκια,μανουσάκια, μανουσάκια, έμορφα μου κοριτσάκια.
[Σαν τι τον έχεις τον παπά και κάθεσαι κοντά του;] χ2[Μανουσάκια, μανουσάκια, μόσχος και γαρυφαλάκια.] χ2
[Τον έχει η μάναμ’ αδελφό κι εγώ τον έχω μπάρμπα.] χ2Μανουσάκια, μανουσάκια, νόστιμα μου κοριτσάκια,μανουσάκια, μανουσάκια, έμορφα μου κοριτσάκια.
Η αρχέγονη ανάγκη για διατροφή είχε μετατραπεί σε κεντρικό γεγονός με κοινωνικές και άλλες προεκτάσεις στην Αρχαίο Ελλάδα. Το ελαιόλαδο, το λαχανικό, τα φρούτα, τα καρυκεύματα, τα όσπρια και τα δημητριακό, τα κρέατα και βέβαια το ψάρι και το κρασί, όπως σήμερα και τότε αποτελούσαν τα κυρίαρχα συστατικά της γαστρονομίας.
Τα γεύματα
Συχνά, τα γεύματα ήσαν μόνο δύο. Το πρώτο απαρτιζόταν από ψάρια, όσπρια, ή πρόχειρα φαγητά όπως ψωμί, τυρί, ελιές, αυγά, ξηρούς καρπούς και φρούτα. Το βραδινό, το οποίο αποτελούσε και το κύριο γεύμα, ήταν αυτό του συμποσίου και της φιλικής συντροφιάς διότι στους αρχαίους Έλληνες δεν άρεσε να τρώνε μόνοι τους, η γενικά αποδεκτή άποψη ήταν ότι το να τρώει κανείς μόνος του δε σημαίνει ότι γευματίζει αλλά ότι απλά γεμίζει το στομάχι του.
Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 26 Ιανουαρίου
Συντάχθηκε απο τον/την synodoiporia.blogspot.grΚυριακή, 26 Ιανουάριος 2014 09:09(Λουκ. ιθ´ 1-10)
Τω καιρώ εκείνω, διήρχετο ο ᾿Ιησούς την ᾿Ιεριχώ· και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ην αρχιτελώνης, και ούτος ην πλούσιος, και εζήτει ιδείν τον ᾿Ιησούν τις εστι, και ουκ ηδύνατο από του όχλου, ότι τη ηλικία μικρός ην.
Καί προδραμών έμπροσθεν ανέβη επί συκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν, ότι εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι. Καί ως ήλθεν επί τον τόπον, αναβλέψας ο ᾿Ιησούς είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν· Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δεί με μείναι. Καί σπεύσας κατέβη, και υπεδέξατο αυτόν χαίρων.
Καί ιδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι. Σταθείς δε Ζακχαίος είπε προς τον Κύριον· ᾿Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς, και ει τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν. Είπε δε προς αυτόν ο ᾿Ιησούς ότι σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός ᾿Αβραάμ εστιν. ῏Ηλθε γαρ ο Υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός.
Απόδοση στη νεοελληνική:
Εκείνο τον καιρό, ο ᾿Ιησούς περνούσε μέσα από την ῾Ιεριχώ. ᾿Εκεί υπήρχε κάποιος, που το όνομά του ήταν Ζακχαίος. ῏Ηταν αρχιτελώνης και πλούσιος. Αυτός προσπαθούσε να δεί ποιός είναι ο ᾿Ιησούς· δεν μπορούσε όμως εξαιτίας του πλήθους και γιατί ήταν μικρόσωμος. ῎Ετρεξε λοιπόν μπροστά πριν από το πλήθος κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δεί, γιατί θα περνούσε από κεί. ῞Οταν έφτασε ο ᾿Ιησούς στο σημείο εκείνο, κοίταξε προς τα πάνω, τον είδε και του είπε· «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου».᾿Εκείνος κατέβηκε γρήγορα και τον υποδέχτηκε με χαρά. ῞Ολοι όσοι τα είδαν αυτά διαμαρτύρονταν κι έλεγαν ότι πήγε να μείνει στο σπίτι ενός αμαρτωλού.
Τότε σηκώθηκε ο Ζακχαίος και είπε στον Κύριο· «Κύριε, υπόσχομαι να δώσω τα μισά από τα υπάρχοντά μου στους φτωχούς και ν’ ανταποδώσω στο τετραπλάσιο όσα έχω πάρει με απάτη».῾Ο ᾿Ιησούς, απευθυνόμενος σ’ αυτόν, είπε· «Σήμερα αυτή η οικογένεια σώθηκε· γιατί κι αυτός ο τελώνης είναι απόγονος του ᾿Αβραάμ. ῾Ο Υιός του ᾿Ανθρώπου ήρθε για ν’ αναζητήσει και να σώσει αυτούς που έχουν χάσει τον δρόμο τους».













