Καλημέρα Ελληνες!!
Αυτός που ξέρει δε μιλεί κι όποιος μιλεί δεν ξέρει, αυτός που ξέρει προσπαθεί και θα τα καταφέρει (Κρητική Μαντινάδα)
ΑΣΠΡΟ ΜΑΥΡΟ
Διαβάζοντας το παρακάτω κείμενο πραγματικά διαπιστώνεις ότι σε αυτή την χώρα δεν αλλάζει τίποτα…….
Διαβάστε τι έγραφε ένας αμερικάνος για την Ελλάδα 66 χρόνια πρίν…Θα εκπλαγείτε.
Το 1947, ο Πωλ Πόρτερ, επικεφαλής της Επιτροπής για την Αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα, επισκέφθηκε τη χώρα προκειμένου να υποβάλει τα συμπεράσματά του. Συνέταξε τη γνωστή έκθεση ή Μνημόνιο Πόρτερ. Σε αυτή την έκθεση, περιγράφεται η Ελλάδα πριν από 66 χρόνια. Οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες, οι εφοπλιστές και βέβαια ο απλός κόσμος. Διαβάστε τα συμπεράσματα του Πόρτερ και βρείτε τις διαφορές με σήμερα. Η Ελλάδα είναι 66 χρόνια πίσω.
Γράφει ο Πόρτερ.
«Απ” ό, τι μπόρεσα να διαπιστώσω, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμιάν άλλη πολιτική πρακτική από το να εκλιπαρεί για ξένη βοήθεια ώστε να διατηρηθεί στην εξουσία απαριθμώντας θορυβωδώς τις θυσίες της Ελλάδος. […] στόχος της είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια ως μέσο για τη διαιώνιση των προνομίων μίας μικρής κλίκας εμπόρων και τραπεζιτών, οι οποίοι αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα.
Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη να
υπερασπίσει με κάθε μέσο τα οικονομικά της συμφέροντα και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το τι μπορεί να στοιχίσει αυτό στην οικονομία της χώρας. Τα μέλη αυτής της κλίκας επιθυμούν να διατηρήσουν άθικτο ένα φορολογικό σύστημα που τους ευνοεί, με αληθινά σκανδαλώδη τρόπο. Αντιτίθενται στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θα τους εμποδίσει να εξάγουν τα κέρδη τους στις τράπεζες του Καΐρου και της Αργεντινής. Δεν διανοήθηκαν ποτέ να επενδύσουν τα κέρδη τους στη δική τους χώρα για να βοηθήσουν στην αναστήλωση της εθνικής οικονομίας.
Τα συμφέροντα των εφοπλιστών προστατεύονται επίσης με σκανδαλώδη τρόπο. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία ανθεί στην εποχή μας και οι εφοπλιστές κερδίζουν τεράστια ποσά, αλλά το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος δεν αποκομίζει κανένα όφελος απ” αυτό. Οι μισθοί των ναυτικών γυρίζουν στην Ελλάδα, αλλά οι εφοπλιστές ασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους στις ξένες χώρες.
Κάθε επιχείρηση θα έπρεπε να πληρώνει μια σημαντική εισφορά στο κράτος, κάτω από την προστασία του οποίου λειτουργεί. Αυτό ισχύει κατά κύριο λόγο για την περίπτωση των εφοπλιστών, που τα μεγαλύτερα κέρδη τους προέρχονται από τα «Λίμπερτι», τα οποία τους παραχώρησε η αμερικανική Ναυτική Αποστολή με την εγγύηση του ελληνικού κράτους.
Η ομάδα πίεσης της καλής κοινωνίας – οι κομψοί κοσμοπολίτες που έχουν την έδρα τους στις Κάννες, στο Σαιν Μόριτς και στην αθηναϊκή πλατεία Κολωνακίου – θα ενεργοποιηθεί.
Οι περισσότεροι απ” αυτούς είναι άνθρωποι πολύ γοητευτικοί, που μιλάνε πολύ καλά τα αγγλικά. Είναι πάντοτε πρόθυμοι, όταν πρόκειται να εξυπηρετήσουν την αμερικανική αποστολή για τα δικά τους συμφέροντα. Θυμάμαι ακόμα ένα από τα πιο επίσημα γεύματα ενός από τους σημαντικότερους τραπεζίτες, που με είχε καλέσει στη βίλα του των Αθηνών. Είχε τρεις σερβιτόρους με λιβρέα, μια ποικιλία απ΄ τα πιο φίνα κρασιά και φαγητά διάφορα, περίφημα γαρνιρισμένα. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ένας από τους αντιπροσώπους της κλίκας που ανέφερα άρχισε να εξυμνεί τις ομορφιές της ζωής κοντά στη θάλασσα, καθώς και τις χαρές των αριστοκρατικών σπορ.
Η αντίθεση ανάμεσα στο γεύμα αυτό και στα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα στους δρόμους της Αθήνας είναι πραγματικά τρομερή.
Εδώ δεν υφίσταται κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ΄ αυτού υπάρχει μια χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα.
Υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία εις το βιοτικόν επίπεδον και τα εισοδήματα ανά την Ελλάδα. Οι κερδίζοντες, δηλαδή οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι κερδοσκόποι και οι μαυραγορίται, διάγουν εν πλούτω και χλιδή, το πρόβλημα δε αυτό ουδεμία κυβέρνησις το αντιμετώπισεν αποτελεσματικώς. Εν τω μεταξύ αι λαϊκαί μάζαι περνούν μιαν αθλίαν ζωή. Οι κερδίζοντες είναι σχετικώς ολίγοι τον αριθμόν και ο συνολικός πλούτος των, περιερχόμενος εις τό σύνολον του πληθυσμού θα επέφερεν ελάχιστην βελτίωσιν των γενικών συνθηκών διαβιώσεως. Αλλ΄ ο πολυτελής τρόπος ζωής των εν μέσω της πτώχειας συντείνει εις το να εξοργίζη τας μάζας και να υπογραμμίζη την δυστυχίαν των πτωχών.
Δύο και ήμισυ έτη μετά την απελευθέρωσιν η Ελλάς ευρίσκεται εις μίαν κατάστασιν νεκρώσεως παρά την ούσιαστικήν έξωτερικήν βοήθειαν και την αρμοδίαν εξωτερικήν καθοδήγησιν.
Εις ολόκληρον την χώρα, απ΄ άκρου εις άκρη, κυριαρχεί μία γκρίζα ανυπεράσπιστη, βαθιά έλλειψη πίστης για το μέλλον – μία έλλειψη πίστης που οδηγεί σε πλήρη απραξία προς το παρόν. Οι άνθρωποι έχουν παραλύσει από την αβεβαιότητα και τον φόβο, οι επιχειρηματίαι δεν επενδύουν, οι καταστηματάρχαι δεν αποθηκεύουν προμήθειες.»
Μπιλ Γκέιτς: Μέχρι το 2035 καμία χώρα δεν θα είναι φτωχή – Οι τρεις μύθοι που εμποδίζουν την πρόοδο

Κέρδος online 21/1/2014 17:10
Αρκετός θόρυβος έγινε στο Διαδίκτυο χτες για τη φράση “Ραντεβού στα γουναράδικα”, που χρησιμοποίησε προχτές σε αγόρευσή του στη Βουλή ο βουλευτής Καστοριάς του ΣΥΡΙΖΑ Βαγγέλης Διαμαντόπουλος. Παίρνω κι εγώ την αφορμή να γράψω δυο λόγια, έστω και με μια μικρή καθυστέρηση, μια και το θέμα αγγίζει τη φρασεολογία, που είναι ένα από τα κατεξοχήν ενδιαφέροντα του ιστολογίου, παρόλο που βρίσκομαι σε εξοχικό περιβάλλον και δεν έχω πρόχειρα τα βιβλία μου.
Καταρχάς, τι ακριβώς ειπώθηκε στην αγόρευση. Υπάρχει ένα βιντεάκι που παρουσιάζει το επίμαχο σημείο (εδώ, κάτω-κάτω) οπότε μπορούμε να το ακούσουμε, και η εξής μεταγραφή της αγόρευσης:
“Είμαστε αυτοί που θα ενώσουμε ξανά αυτόν τον κύκλο που έσπασε το σάπιο πολιτικό σας σύστημα: από το λαό στη Βουλή και ξανά στο λαό. Είμαστε έξω και ακούμε όλους αυτούς που δεν έχουν καταθέσεις, που δεν είναι στη λίστα Λαγκάρντ, που δεν έχουν να πληρώσουν το λογαριασμό του ρεύματος, του νερού, του τηλεφώνου, που δεν έχουν να ταΐσουν τα παιδιά τους. […] Όλοι αυτοί μας λένε το εξής: Δεν εκβιάζονται, είναι αποφασισμένοι για ρήξη και ανατροπή. Έχουν την αποφασιστικότητα που θα πει αυτό που έλεγε και ο Άρης Βελουχιώτης όταν πήγαινε να δώσει τις μάχες για να ελευθερώσει αυτό τον τόπο: Ραντεβού στα γουναράδικα”.
Μου λένε πως ο κ. Πρετεντέρης, στο προχτεσινοβραδυνό δελτίο του Μέγκα, παρουσίασε τη φράση αυτή ως απειλή προς τους αντιπάλους, “θα σας γδάρουμε” και ως εμφυλιοπολεμικό κήρυγμα. Από τα συμφραζόμενα της ομιλίας του βουλευτή προκύπτει σαφώς ότι τη φράση τη λένε μεταξύ τους οι αποφασισμένοι, οπότε μια τέτοια ερμηνεία σαν του Πρετεντέρη είναι κακόβουλη, ακόμα κι αν δεν ξέρει κανείς τίποτε για την ιστορία του τόπου ή της φράσης.
Γι΄αυτό το τελευταίο, μπορούμε να πούμε δυο λόγια.
Καταρχάς, ο βουλευτής Καστοριάς, αν και αρμόδιος με το θέμα λόγω γουναράδων, κάνει ένα λαθάκι. Ο Άρης Βελουχιώτης δεν έλεγε, βέβαια, ραντεβού στα γουναράδικα, αλλά “Καλήν αντάμωση στα γουναράδικα”. Τη φράση αυτή την έλεγε συχνά και έχει καταγραφεί σε πολλές πηγές, ήταν αποχαιρετισμός προς συναγωνιστές αντάρτες, που ανήκαν σε άλλες μονάδες, όταν χωρίζονταν. “Πού θα ξανασυναντηθούμε;” είναι το υπόρρητο ή όχι ερώτημα. “Στα γουναράδικα” -δηλαδή, όλοι εμείς που έχουμε πάρει τα όπλα ενάντια στον κατακτητή, ξέρουμε πως η ζωή μας είναι υπό αίρεση.
Δεν είναι ακριβές αυτό που γράφεται κατά καιρούς, ότι η φράση του Άρη ειπώθηκε μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας -όπως είπα, ο Άρης την έλεγε συχνά και όχι μία φορά μόνο, την καταγράφει π.χ. ο Κοτζιούλας στο “Όταν ήμουν με τον Άρη”, όπου περιγράφονται περιστατικά του 1943-44. Είναι εντυπωσιακό ότι ο ιστότοπος 902.gr, που πρόσκειται στο ΚΚΕ, επιμένει ότι πρόκειται για μεταβαρκιζιανή φράση -δεν ξέρω αν από λάθος ή από δημιουργική επανεπεξεργασία της ιστορίας.
Όμως η φράση δεν είναι επινόηση του Βελουχιώτη, όσο κι αν αυτός την έκανε γνωστή με αποτέλεσμα να ακούγεται και στα χρόνια μας. Πρόκειται για παροιμιόμυθο. Δυστυχώς δεν έχω πρόχειρη τη συλλογή του Δ. Λουκάτου (Νεοελληνικοί παροιμιόμυθοι) και δεν μπορώ να ελέγξω αν τη συμπεριλαμβάνει [τελικά ο Λουκάτος έχει ακριβώς την παραλλαγή του Πολίτη με του γούναρη την κάδη], πάντως παραλλαγές της βρίσκω στις Παροιμίες του Νικολάου Πολίτη. Βρίσκω εκεί μια φράση που λεγόταν στη Σωζόπολη “Θ’ ανταμωθούμε στα κιουρτζίδικα” (τουρκ. τα γουναράδικα). Πιο χαρακτηριστικά, βρίσκω μια πιο αναπτυγμένη παραλλαγή:
Τ’ αλεπόπουλα ρώτησαν την αλεπού, “Πού θ’ ανταμωθούμε;” “Εις του γούναρη την κάδη”.
Γούναρης, φυσικά, ο γουναράς. Και η κάδη είναι ο κάδος, όπου τα δέρματα μουλιάζουν σε διάφορα υγρά για να μαλακώσουν κατά την κατεργασία τους. Ο Πολίτης σημειώνει ότι υπάρχει μύθος πίσω από τη φράση: όταν η αλεπού ανάθρεψε τα παιδιά της και τα μεγάλωσε ώστε να μπορούν πια μόνα τους να φροντίζουν την τροφή τους, εκεί που αποχαιρετιόντουσαν τα αλεπόπουλα τη ρώτησαν πότε θα ξανασυναντηθούν -και εκείνη, πολύπειρη, έδωσε αυτή την απάντηση. (Να διορθωθεί λοιπόν κι αυτό που έγραψε η Αυγή, ότι ο παροιμιακός χαιρετισμός ήταν ανάμεσα σε αλεπούδες, κουνάβια και άλλα γουνοφόρα ζούδια: ανάμεσα στην αλεπού και στα παιδιά της είναι το σωστό).
Ο Πολίτης προσθέτει ότι τη φράση τη λένε χαριτολογώντας φίλοι που αποχωρίζονται και δεν έχουν προοπτική να συναντηθούν στο κοντινό μέλλον. Παραπέρα, παραθέτει πάμπολλες αντίστοιχες παροιμίες σε άλλες γλώσσες, αν και σε καμιά δεν υπάρχει η έννοια της αντάμωσης, απλώς η διαπίστωση ότι όλα τα αλεπουδοτόμαρα τελικά καταλήγουν στον γουναρά.
Φαίνεται μάλιστα ότι την παροιμιακή φράση δεν την είπε πρώτος ή δεν την έλεγε μόνο ο Βελουχιώτης. Από πληροφορίες του φίλου Εαρίωνα στη Λεξιλογία, την ίδια φράση τη χρησιμοποιούσε η παλιά κλεφτουριά επί Τουρκοκρατίας, όπως τουλάχιστον παρουσιάζεται στην πατριωτική πεζογραφία (Δημ. Φωτιάδης, Λάππας, Σταμέλος). Το θέμα αυτό θέλω να το ψάξω λίγο περισσότερο, αλλά καθόλου δεν το αποκλείω, αφού οι σχέσεις μεταξύ κλεφτουριάς και εθνικής αντίστασης είναι πολυποίκιλες και εντονότατες. Από την άλλη, αν λεγόταν από τους κλέφτες, μάλλον θα το επισήμαινε ο Πολίτης.
Πάντως, μετά τον Βελουχιώτη, η φράση πέρασε στο λεξιλόγιο της διωκόμενης αριστεράς, όπως διασώζει το παρακάτω απόσπασμα από τον Ριζοσπάστη (16.5.1947) που το εντόπισε πάλι ο Εαρίων: Γέμισε το πόρτο από εξόριστους… όσο πάνε και μαζεύονται περισσότεροι –εξόριστοι και ντόπιοι. Να χαιρετήσουν τους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ… Ο κόσμος από την προκυμαία χαιρετά… Προκυμαία και μαούνες ανταλλάσσουν ευχές. «Καλή αντάμωση»… Κι από τη μαούνα απαντούν: «Στα γουναράδικα». Είναι μια ευχή βγαλμένη από λαϊκή παροιμία. Την έλεγαν στον ΕΛΑΣ πριν από τις μάχες. Είναι κάτι σαν το «καλό βόλι» του 1821 και το «ψυχή βαθιά» της Αντίστασης. Συμβολίζει το θάρρος και την αυτοθυσία, την ελληνική παλληκαριά, την περιφρόνηση του θανάτου.
Νομίζω πως το απόσπασμα αυτό συνοψίζει πολύ καλά τη σημασία της φράσης όπως χρησιμοποιήθηκε, αλλά παραθέτω ένα ακόμα, από χρονογράφημα του Νίκου Παπαπερικλή (Φιλικού) στον Ριζοσπάστη, ο οποίος, αναθυμώντας το 1982 έναν παλιό του συναγωνιστή, γράφει:
Ορέ συναγωνιστή, λέει, χρόνια και ζαμάνια που έχουμε να ανταμώσουμε. Πώς μας τρώει και μας καταπίνει αυτή η απέραντη η Αθήνα! Κάποτε, θέλαμε δε θέλαμε, μας ένωνε ο φασισμός στη ρημάδα τη φυλακή, όπως οι αλεπούδες στα γουναράδικα.
Έχουμε δηλαδή μια παροιμιακή φράση που βασίζεται σε παροιμιόμυθο, που λεγόταν εδώ και αιώνες, κυρίως σαν αποχαιρετισμός φίλων (και ενδεχομένως από τους κλέφτες πριν το 1821) και την οποία συνήθιζε να τη λέει ο Άρης Βελουχιώτης όταν αποχαιρετιόταν με συναγωνιστές του στο βουνό. Εξαιτίας της χρήσης από τον Άρη Βελουχιώτη, η φράση ξανάγινε γνωστή και παροιμιακή, τώρα κυρίως μεταξύ των αριστερών.
Το θέμα τελειώνει θαρρώ εδώ, αλλά μια και είμαστε ιστολόγιο που λεξιλογεί, να επεκταθούμε λίγο. Η γούνα είναι λέξη μεσαιωνική, δάνειο από τα μεσαιωνικά λατινικά, κελτικής αρχής. Ο γουναράς ή γούναρης λέγεται και βυρσοδέψης, και ταμπάκης (τούρκικο, θαρρώ). Για την κατεργασία του δέρματος χρησιμοποιούσαν αρκετά δύσοσμα υλικά (ας πούμε, τα άφηναν δυο μέρες μέσα σε σκυλόσκατα) κι έτσι η γειτονιά των βυρσοδεψών, τα ταμπάκικα, έπρεπε να βρίσκεται στις παρυφές της πόλης. Όμως ήταν επάγγελμα επικερδές, ο δε Νικ. Πολίτης έχει και την παροιμία “Γουναράδες βρωμεροί – και στην τσέπη όλο φλουρί”, καθώς και διάφορες αντίστοιχες σε ευρωπαϊκές γλώσσες, που τις μεταφράζει, π.χ. βρωμερό τομαράκι, κουδουνιστό παραδάκι. Αυτά τα βρήκα καθώς έψαχνα στη συλλογή του Πολίτη για την παροιμία με τα γουναράδικα: έψαξα στην αλεπού (δεν ήταν εκεί), έψαξα στο λήμμα “γούνα”, χωρίς επιτυχία, τελικά το είχε στο λήμμα “ανταμώνω”!
Όσο για τη φράση του βουλευτή Διαμαντόπουλου, νομίζω ότι κακώς τράβηξε τόσο την προσοχή, ειδικά όταν στην ίδια συνεδρίαση ειπώθηκαν απρέπειες ολκής. Χτες υπήρξε και συνέχεια, αφενός αστεία και αφετέρου θρασεία. Αστεία από την βουλευτίνα Καστοριάς της Νέας Δημοκρατίας (χωρίς σχόλια) και θρασεία από τον εκπρόσωπο του φιλοναζιστικού κόμματος, ο οποίος αποκάλεσε ‘εμφυλιοπολεμικές’ τις εκφράσεις. Σημειώνω ότι πρόκειται για τον πολιτικό απόγονο εκείνων που έγραφαν στα επίσημα ανακοινωθέντα τους “Εκ των ημετέρων απώλειες: είς Γερμανός”! Ε, ναι, έτσι ίσως εξηγείται.













