Πατριώτες υπό την σημαία….
λέμε για έναν άνθρωπο που έχουμε να δούμε πολύ καιρό και επιτέλους μας επισκέπτεται. Τα παλιά χρόνια, οι άνθρωποι στα χώρια μετρούσαν τα σπίτια τους ανάλογα με τους φούρνους που υπήρχαν μιας και κάθε σπίτι είχε το δικό του φούρνο. Όταν ένας νοικοκύρης πέθαινε, οι φίλοι έλεγαν ότι ο φούρνος του γκρεμίστηκε θέλοντας να τονίσουν ότι τώρα που πέθανε ο αρχηγός του σπιτιού, το σπίτι θα χανόταν.
Σε αυτό το υπερήφανο και δυνατό πλάσμα, βάζουν υγρές εφημερίδες στα αυτιά του και τα μάτια του είναι γεμάτα βαζελίνη για να θολώνουν την όρασή του.
Τα ρουθούνια του είναι γεμάτα βαμβάκι ώστε να του κόβει την αναπνοή και στα γεννητικά του όργανα έχουν κολλήσει μια βελόνα.
Υποσιτίζεται για μέρες ώστε να είναι αδύναμος και είναι φυλακισμένος για μέρες σε ένα σκοτεινό κουτί ώστε να χάσει τον προσανατολισμό του και να του δημιουργηθεί στρες.
Έτσι όταν βγαίνει στην αρένα απο το κουτί αυτό, τρέχει απεγνωσμένα νομίζοντας πως το μαρτύριο του έχει τελειώσει.
Αντ΄αυτού το εξαντλημένο και κακοποιημένο ζώο έχει να αντιμετωπίσει τις ιαχές του πλήθους και τους δολοφόνους του που το εξαντλούν ακόμη περισσότερο με τα χτυπήματα τους.
Οι ποιητές έχουν μιλήσει….
Οι ποιητές έχουν μιλήσει ,ακούει κανείς;
«Έγινε του Κουτρούλη ο γάμος» αυτή η φράση αναφέρεται σε ένα γεγονός το οποίο προκάλεσε εντύπωση και θόρυβο. Ο Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος ζούσε στη Μεθώνη συγκατοίκησε με μια γυναίκα, η οποία είχε φύγει από το συζυγικό της σπίτι. Για τα δεδομένα εκείνης της εποχής και για ένα χωριό αυτό ήταν ένα τεράστιο σκάνδαλο το οποίο συζητιόταν για δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Τόσο κράτησαν τα βασανιστήρια του Κουτρούλη από τον πρώτο σύζυγο της γυναίκας, την οποία είχε αφορίσει ακόμη και η Εκκλησία.
Το 1394, ο Πατριάρχης Αντώνιος ο Δ’ αναγνώρισε το διαζύγιο που του παρουσίασε η αφορισθείσα γυναίκα, επικύρωσε το γάμο της ως διαλυμένο και έδωσε την συγκατάθεση του για να τελεστεί ο γάμος της με τον Κουτρούλη με την προϋπόθεση να αποδειχτεί ότι εκείνη και ο Κουτρούλης δεν είχαν καμία σχέση όσο εκείνη ήταν ακόμη παντρεμένη. Το αποτέλεσμα της έρευνας δεν έγινε ποτέ γνωστό, όμως ο γάμος έγινε οπότε υποθέτουμε ότι ο Κουτρούλης κρίθηκε αθώος. Έτσι δεκαεφτά χρόνια μετά τελέστηκε επιτέλους ο πολυπόθητος γάμος και έγινε ένα εξαιρετικό γλέντι σε πείσμα του πρώτου συζύγου και σε ανακούφιση του Κουτρούλη, ο οποίος μετά από όσα πέρασε, παντρεύτηκε την αγαπημένη του.
Έβγαλε τη μπέμπελη» είναι η φράση που χρησιμοποιείται για έναν άνθρωπο που ζεσταίνεται και ιδρώνει επειδή φορά πολλά ρούχα. Η μπέμπελη είναι η αρρώστια ιλαρά, η οποία για να γιατρευτεί έπρεπε κάποιος να φορά πολλά ρούχα για να ζεσταθεί και να ιδρώσει ώστε να «βγάλει» από πάνω του την αρρώστια.
« Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου »
Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, οφείλεται σε έναν Κρητικό, που ονομάζονταν Παντελής Αστραπογιαννάκης.
Όταν οι Ενετοί κυρίευσαν τη Μεγαλόνησο, αυτός πήρε τα βουνά μαζί με μερικούς τολμηρούς συμπατριώτες του. Από εκεί κατέβαιναν τις νύχτες και χτυπούσαν τους κατακτητές μέσα στα κάστρα τους.
Για να δίνει, ωστόσο, κουράγιο στους νησιώτες, τους υποσχόταν ότι θα ελευθέρωναν γρήγορα την Κρήτη.
Με το σήμερα, όμως, και με το αύριο, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση του νησιού αντί να καλυτερεύει, χειροτέρευε.
Οι Κρητικοί άρχισαν ν’ απελπίζονται. Μα ο Αστραπογιαννάκης δεν έχανε το θάρρος του, εξακολουθούσε να τους δίνει ελπίδες για σύντομη απελευθέρωση. Οι συμπατριώτες του, όμως, δεν τα πίστευαν πια. Όταν, λοιπόν, το ασύγκριτο εκείνο παλικάρι πήγαινε να τους μιλήσει, όλοι μαζί του έλεγαν: «Ξέρουμε τι θα πεις. Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μoυ!».
Έτσι προέκυψε και η αντίστοιχη παροιμιώδης φράση, η οποία υποδηλώνει μια κατάσταση, συνήθως ανεπιθύμητη, η οποία παραμένει αμετάβλητη.









