Λέμε «αν» γιατί οι οφειλές τους δεν πρόκειται να πληρωθούν, μιας και η κυβέρνηση Σαμαρά ψήφισε χθες στα μουλωχτά μια τροπολογία γι αυτόν και μόνο το λόγο. Μια τροπολογία που οι συγκυβερνώντες αγχωμένα επιχειρούν εδώ και καιρό, με διάφορα τερτίπια και τεχνάσματα, να ψηφίσουν χωρίς να τους πάρουν χαμπάρι…
Είναι οι ίδιοι που με τη χαρακτηριστική επίπλαστη θλίψη επικαλούνται την αναγκαιότητα επιβολής και των πιο σκληρών οικονομικών μέτρων σε μισθωτούς και συνταξιούχους για τη «σωτηρία της πατρίδας».
Συγκεκριμένα, οι εταιρείες «MOTOR OIL» και «Ελληνικά Πετρέλαια» (ΕΛΠΕ), των κ.κ. Βαρδή Βαρδινογιάννη και Σπύρου Λάτση αντίστοιχα, ΔΕΝ πρόκειται να πληρώσουν προς το δημόσιο ποσά που συνολικά υπερβαίνουν τουλάχιστον το 1 δις ευρώ, για πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν. Και λέμε «τουλάχιστον» γιατί αυτό το -γενναία προς τα κάτω στρογγυλοποιημένο- ποσό προκύπτει μόνο από ελέγχους που έγιναν για τα έτη 2010-2011. Μάλιστα, αν γίνουν διευρυμένοι έλεγχοι σε όλες του αυτού είδους εταιρείες, τα έσοδα που ενδεχομένως θα προέκυπταν για το δημόσιο υπολογίζεται ότι θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 15 δις ευρώ.
Διαβάστε όλες τις λεπτομέρειες για τη σκανδαλώδη τροπολογία που ψηφίστηκε χθες στο αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου στο UNFOLLOW: Ο κυβερνήτης Β. Βαρδινογιάννης και η κυβέρνηση των υποτακτικών (επεισόδιο 2)
Ας «λαϊκίσουμε» όμως τώρα, όπως θα ‘λεγε και ο μέσος θιασώτης του νεοφιλελευθερισμού.
Ας υιοθετήσουμε προς στιγμήν, χάριν της μνημονιακής ατζέντας και των αντίστοιχων συσχετισμών, τη λογική ότι τα χρέη που μας προσάπτουν είναι δίκαια και πρέπει να πληρωθούν από τις τσέπες μας με τον ένα ή άλλο τρόπο, και ας δούμε ποιά μνημονιακά μέτρα θα γλιτώναμε αν οι κ.κ. Βαρδινογιάννης και Λάτσης πλήρωναν τις οφειλές τους προς το δημόσιο.
Αφήνουμε στην άκρη το προαναφερθέν ποσό των 15 δις, του οποίου η εξοικονόμηση θα κάλυπτε οικονομική τρύπα που αντιστοιχεί σε μέτρα ενός ολόκληρου μνημονίου, μιας και αυτό προκύπτει μόνο από υπολογισμούς.
Θα πάρουμε μόνο αυτό το γενναία, επαναλαμβάνουμε, στρογγυλοποιημένο προς τα κάτω 1 δισεκατομμύριο ευρώ που -συν τοις άλλοις- η χθεσινή ψηφισθείσα τροπολογία στέρησε από τα ταμεία του Δημοσίου. Δεν θα πάμε πολύ πίσω, θα σταθούμε μόνο στα μέτρα του μνημονίου (βαπτισθέν ως «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016») που ψήφισε η κυβέρνηση Σαμαρά, άμα τη εκλογή της, το Νοέμβριο του 2012.
Περικοπές στους μισθούς (μνημόνιο Σαμαρά)
Αν, λοιπόν, πλήρωναν οι κ.κ. Βαρδινογιάννης και Λάτσης το οφειλόμενο 1 δις €, θα μπορούσαν να αποφευχθούν:
- οι περικοπές στα ειδικά μισθολόγια, ύψους 130,4 εκ. €
- η κατάργηση των δώρων στον δημόσιο τομέα, ύψους 430,6 εκ. €
- οι μειώσεις των μισθών στους ΟΤΑ, ύψους 54,9 εκ. €
Δηλαδή, θα μπορούσε να μην στερηθεί το συνολικό ποσό των 615,9 εκ. € από εκατοντάδες οικογένειες εργαζόμενων που τα έχουν ανάγκη και θα έμενε και ένα μπουρμπουάρ στους κ.κ. Βαρδινογιάννη και Λάτση της τάξεως των 384,1 εκ. €.
Περικοπές στις συντάξεις (μνημόνιο Σαμαρά)
Αν πάλι το οφειλόμενο 1 δις € διατίθονταν για να μην επιβαρυνθούν οι συνταξιούχοι, θα μπορούσαν για παράδειγμα:
- να μην αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 έτη (μέτρο που απέφερε 631 εκ. €)
- να μην πειραχτούν οι παροχές εφάπαξ (μέτρο που απέφερε 247,3 εκ. €)
Δηλαδή χιλιάδες συνταξιούχοι θα είχαν συνολικά 878,3 εκ. € επιπλέον για τις ανάγκες τους και το μπουρμπουάρ στους κ.κ. Βαρδινογιάννη και Λάτση θα ανέρχονταν στα 121,7 εκ. €.
Περικοπές σε κοινωνικές παροχές και στην Υγεία (μνημόνιο Σαμαρά)
Σε περίπτωση που το οφειλόμενο 1 δις αφιερωνόταν για την αποφυγή των περικοπών στις κοινωνικές παροχές και στην Υγεία, τότε
- δεν θα στερούνταν τα κοινωνικά επιδόματα το συνολικό ποσό των 210,5 εκ. € (δηλαδή από συντάξεις ανασφάλιστων ηλικιωμένων, οικογενειακά επιδόματα, ειδικά επιδόματα ανεργίας κλπ)
- 82 εκ. € θα παρέμεναν στο ταμείο για τις αποζημιώσεις μετακίνησης ασθενών
- δεν θα περικόπτονταν 455 εκ. € από την υγειονομική περίθαλψη (φάρμακα, λειτουργικές δαπάνες νοσοκομείων κλπ.)
Και αν συμπεριλαμβάναμε και την αποφυγή των περικοπών στην Εκπαίδευση (122,6 εκ. €) και στις ΔΕΚΟ (248,7 εκ. €), τότε δεκάδες χιλιάδες πολίτες, άποροι, οικογένειες, ασθενείς, μαθητές κλπ., δεν θα υφίσταντο τις ανέχειες που βιώνουν σε αυτό το βαθμό σήμερα. Βέβαια για τους κ.κ. Βαρδινογιάννη και Λάτση, στην περίπτωση αυτή, δεν θα έβγαινε μπουρμπουάρ γιατί το συνολικό ποσό θα ανέρχονταν περίπου στα 1,1 δις €. Αλλά, όσο να ‘ναι, με λίγη καλή θέληση, μια χρυσή τομή θα μπορούσε να βρεθεί.
Όλοι οι παραπάνω αριθμοί είναι από τον Προϋπολογισμό του 2013 που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Σαμαρά. Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με τον ίδιο τρόπο και με άλλα παραδείγματα για μνημονιακά μέτρα που θα μπορούσαν να αποφευχθούν, αν πλήρωναν αυτοί οι κύριοι τις οφειλές τους -όπως για παράδειγμα την αποφυγή της μείωσης των φορολογικών επιστροφών στους αγρότες- αλλά το σταματάμε εδώ γιατί πιστεύουμε ότι αυτά αρκούν για να γίνει κατανοητό για πόσο κορόιδα έχουν οι κυβερνώντες και οι ολιγάρχες τους κοινούς θνητούς.
Επίσης, έχοντας πάντα υπόψιν το χαρισμένο -συμβολικό- 1 δις., αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με τον Σίμο Κεδίκογλου, με το κλείσιμο της ΕΡΤ εξοικονομήθηκαν 100 εκ. €. Ενώ οι 595 καθαρίστριες του υπουργείου Οικονομικών, που ξημεροβραδιάζονται εδώ και μήνες στους δρόμους, απολύθηκαν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη για να εξοικονομηθούν 2,5 εκ. €.
Αυτά τα ολίγα και καλή ψήφο.
Kafeneio
“Το φαίνεσθαι και το είναι”
Του Μανόλη Ευκλ. Χρονάκη*
Η ιστορία, που σας παρουσιάζω είναι πραγματική και αναφέρεται στο τέλος της δεκαετίας του 1980
O xώρος, όπου έγινε ο διάλογος, είναι αυτός της δικής μου εργασίας.
Δεν είναι ασυνήθιστο, στην αρχή ή στο τέλος της επίσκεψης των ασθενών στο ιατρείο, να γίνεται μια, σύντομη βέβαια, κουβέντα περί την υγεία, την εργασία, τα οικονομικά αλλά και τη γενικότερη κατάσταση της οικογένειας. Πολλές φορές αυτό βοηθάει στην ανάπτυξη στενότερης σχέσης με τους γονείς.
Δεν έχει το χαρακτήρα της αδιακρισίας και του κακόβουλου σχολιασμού ούτε εκλαμβάνεται ως τέτοια.
Ο Αριστόδημος είχε τελειώσει τις βασικές ή εγκύκλιες, όπως αλλιώς λέγονται, σπουδές του και σε σύντομο χρόνο μπήκε ολοσούμπιτος στον αγώνα για ανεύρεση εργασίας. Παντρεύτηκε την Πολυξένη και μαζί της ένα ακίνητο σε αναπτυσσόμενη τουριστική περιοχή κι αυτό τον βοήθησε πολύ.
Βρέθηκε, λοιπόν, χωρίς καθόλου κόπο-ευνοούσαν και οι συνθήκες της εποχής-να ασκεί το επάγγελμα της εμπορίας φθηνών τουριστικών ειδών (souvenir) σε πολυσύχναστο και εμπορικό θέρετρο του νησιού.
Παντρεμένος με μιά σύζυγο και δυό χαριτωμένα παιδιά, που πριν ακόμα τα γεννήσει, την απασχολούσε, περισσότερο κι από το παρόν, το μέλλον τους, όπως η ίδια το φανταζόταν. Το είχε συνδέσει πάντως με πολύ χρήμα. Ο Αριστόδημος έκανε τη δουλειά του και κανένα σύννεφο δε φαινόταν να σκιάζει την επαγγελματική του ζωή και την οικογενειακή του γαλήνη. Άλλο, όμως, το φ α ί ν ε σ θ α ι και εντελώς άλλο το ε ί ν α ι.
Μετά το τέλος μιας επίσκεψης του στο ιατρείο, ρώτησα τον Αριστόδημο, για την πορεία και την εξέλιξη της δουλειάς του την περίοδο εκείνη.
Σαν έτοιμος και προετοιμασμένος αλλά και με διάθεση να μιλήσει για το θέμα, μου είπε:
-Οι δουλειές φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να πηγαίνουν καλά. Εγώ, όμως, δεν είμαι ευχαριστημένος. Έχω κουραστεί, έχω βαρεθεί και στο τέλος φοβάμαι πως ντρέπομαι!
Όπως ήταν φυσικό μια επόμενη ερώτησή μου ήταν αναμενόμενη. Εξ άλλου μου την υπέβαλε η απάντησή του.
-Με ξαφνιάζεις με την απάντησή σου. Ιδιαίτερα με το αίσθημα της ντροπής, που σε συνδέει με τη δουλειά σου. Να κουραστείς, να μη σε ικανοποιεί μια δουλειά το καταλαβαίνω, να ντρέπεσαι όμως;… Θα αστειεύεσαι υποθέτω.
Με σοβαρότητα, που προσέγγιζε τη φιλοσοφική αντιμετώπιση του θέματος, μου είπε.
-Στην εποχή μας (δεκαετία του ’80), το να κάνεις μια δουλειά, για να κερδίσεις χρήματα δεν είναι καθόλου δύσκολο. Να βρεις όμως μια εργασία μέσα από την οποία να μπορείς να διασκεδάσεις τις ανησυχίες σου, να δημιουργείς ή τουλάχιστον να έχεις αυτή την αίσθηση κι ας μην είναι έτσι, χρειάζεται πολύ χρόνο, κόπο και θυσίες, για να το καταφέρεις. Και τότε, όχι άδικα, μπορεί να θεωρηθείς εξαιρετικά ευνοημένος από την τύχη κι ας μην πιστεύεις σ’ αυτή. Στην περίπτωσή μου και όλων όσων κάνουμε αυτή τη “δουλειά”, τα πράγματα είναι τραγικά απογοητευτικά ως προς το δεύτερο, δηλαδή τη δημιουργία μέσα από τη δουλειά.
Διαπίστωσα ότι έθιγε ένα πρόβλημα πολύ σοβαρό, δύσκολο και άλλο τόσο ενδιαφέρον. Δεν ήθελα να παίξω το ρόλο του πνευματικού, του εξομολογητή, που άλλωστε δεν μου ταιριάζει, αλλά αμυδρά φαινόταν ότι δεν θα τον απέφευγα.
-Δεν καταλαβαίνω ακριβώς τί εννοείς, τον διέκοψα.
-Θα σου περιγράψω, σύντομα, μια συνηθισμένη μέρα μου, για να καταλάβεις.
Το πρωΐ, πριν ανοίξω το μαγαζί, καθαρίζω το χώρο και ανανεώνω το εμπόρευμα στα ράφια-όσο δεν μπόρεσα το προηγούμενο βράδυ. Ανοίγω τις πόρτες και περιμένω, με κάποια αγωνία είν’ αλήθεια, τους πελάτες. Περαστικοί, περίεργοι μπαίνουν, για να χαζέψουν και όχι υποχρεωτικά να ψωνίσουν. Και ενώ γνωρίζω αυτόν τον κανόνα της αγοράς, όταν μπουν μέσα τους βλέπω σαν πεντοχίλιαρο! Ναι, όπως το ακούς! Επειδή όμως οι περισσότεροι δεν ψωνίζουν δυσθυμία, εκνευρισμός ή και θυμός με καταλαμβάνει, με στενοχωρεί και με εξουθενώνει. Μου προκαλεί ενοχές η συμπεριφορά μου αυτή, γιατί δεν περίμενα ποτέ πως θα έφτανα στο σημείο, χωρίς λόγο και αιτία, να θυμώνω με ανθρώπους άγνωστους, που τίποτα δε μου έχουν κάνει. Με σκυθρωπάζει και με καταθλίβει αυτή η αυθόρμητη αντίδρασή μου. Το κακό είναι πως δε μπορώ να την ελέγξω, να την πολεμήσω και μ’ ακολουθεί τις ώρες της ξεκούρασης ή το βράδυ στον ύπνο μου.
Όλη τη μέρα μπαίνουν, βγαίνουν αλλόγλωσσοι κι αλλόφυλοι και ‘γω είμαι υποχρεωμένος να τους προτείνω και να τους πουλάω, χωρίς την όρεξή μου, μικρά μπιμπλό, παχνίδια, κάρτ ποστάλ, μικρά αρχαία αγγεία, ειδώλια και αναθηματικά κάθε μορφής κακοαντιγραμμένα μέχρι παραποίησης. Όλα κατασκευασμένα πολλές χιλιάδες μίλια μακριά από ανθρώπους, που ποτέ ο ίδιος δεν εγνώρισα και κείνοι ποτέ δεν άκουσαν για την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου μου.
Η συνεννόηση με τους επισκέπτες μου περιορίζεται στα εντελώς απαραίτητα, σε μια γλώσσα, που αποτελεί ανάμειξη λέξεων άγνωστων σε μένα γλωσσών. Φτάνει να καταλήξουμε στη συνναλλαγή. Οι άνθρωποι αυτοί φεύγουν για πάντα κι ούτε θα τους ξαναδώ. Ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία επαφή μαζί τους. Μόνο το χαρτονόμισμα, που μούδωσαν και για όσο μείνει στα χέρια μου είναι ό,τι μας συνδέει. Απογοήτευση! Κι όμως η ίδια διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί, υποχρεωτικά, πολλές φορές ακόμη και κάθε μέρα. Κουβέντα καμιά και με κανένα. Μόνος στο κατάστημα περιφέρω το βλέμμα μου στα ράφια με την πραμάτεια, αλλά ουσιαστικά δεν είμαι εκεί. Το μυαλό μου με βγάζει έξω απ’ όλ’ αυτά. Φαγητό στα όρθια και ο καφές κρύος και άνοστος δεν πίνεται.
Αδειάζουν σιγά σιγά τα ράφια και ΄γω ανοίγω κούτες και με νέο εμπόρευμα τα γεμίζω ξανά. Αδειάζω και γεμίζω, στολίζω συνεχώς. Εισπράττω, θυμώνω, χαμογελώ, εκνευρίζομαι. Περιφέρομαι σαν άσχετος στο χώρο του μαγαζιού, χωρίς να ξέρω ή να καταλαβαίνω τί κάνω. Ποιά είναι η εργασία μου, ποιά η δημιουργία μου; Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Πού βρίσκομαι;
Τον τελευταίο καιρό επιτείνεται η μοναξιά και η απογοήτευση μέσα σ’ αυτό το χώρο, που έχω αιχμαλωτίσει τη ζωή μου.
Τελειώνει η μέρα και δεν ανταλλάσσω μια κουβέντα με τα παιδιά ή τη γυναίκα μου. Πέφτω στο κρεβάτι σαν να είμαι μόνος μου. Η γυναίκα μου με ρωτά “πώς πήγε η μέρα” και εννοεί πόσα χρήματα έβγαλα. Της απαντώ βαριεστημένα και ανόρεκτα πως κάτι έγινε από χρήματα και βλέπω μιά χαρά στο πρόσωπό της. Και ΄γω, με τη σειρά μου, τη ρωτώ, “πώς είναι τα παιδιά”. Μου λέει, “καλά” και με καθησυχάζει. Γυρίζω στο πλάϊ και με τα δυό μου χέρια σφίγγω την καρδιά μου! Απολογισμός: Άλλη μια μέρα πέρασε χωρίς να νιώσω τη χαρά της δημιουργίας. Άλλη μια χαμένη μέρα στη ζωή μου!…
Συλλογισμένος, μελαγχολικός μπροστά μου ο Αριστόδημος σταματά για λίγο. Εγώ ξαφνιάστηκα από την τόση ευαισθησία, τον τόσο προβληματισμό. Πίστεψα πως έπρεπε να συνεχίσει, να φτάσει ως το τέλος το συλλογισμό του, έσπασα τη σιωπή και του είπα:
-Προς τί η τόση απογοήτευση; Η δουλειά σου απέφερε κέρδος, δεν σου αρκεί; Κι ύστερα μιλάς για δημιουργία. Μα τα τόσα ακίνητα σε οικοδομές, που φτιάχνει ο κόσμος από παρόμοιες δουλειές, τα ταξίδια και η καλοπέραση, που απολαμβάνει δεν αποτελούν δημιουργία;
-Όχι. Κατ’ αρχάς δεν είναι αυτή δουλειά, μου απαντά. Ύστερα, ποιό κέρδος εννοείς, τα χρήματα; Αυτά που καταθέτεις, για ν’ αγοράσεις τα ακίνητα;
-Mα, ναι. Δεν σου αρκούν ή είσαι άπληστος; του είπα.
-Βεβαίως και τα χρήματα, το κέρδος αποτελούσαν ένα στήριγμα, ένα σκοπό. Τελευταία όμως άλλαξα, κουράστηκα. Σιγά σιγά κατάλαβα πως δεν είναι δικά μου, δεν μου ανήκουν, αποτελώ ένα ενδιάμεσο στην κυκλοφορία τους. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο καθαρά το νιώθω αυτό, τελευταία, σ’ αυτή τη δουλειά. Κι ακόμα όμως αν, για λίγο, μείνουν στα χέρια μου, καθόλου δεν μπορούν να απαλύνουν το βαθύ και καταθλιπτικό αίσθημα της απουσίας της δημιουργίας, της ματαίωσης, που νιώθω. Άρχισα να σκέφτομαι: γιατί πρέπει να χαίρομαι, που η τσέπη μου γεμίζει χρήματα;…Και τα ακίνητα!…Τα ακίνητα είναι ψυχρά, απάνθρωπα, δεν αποτελούν δημιουργήματά μου, φτιάχνονται από άλλα χέρια, δεν μου ανήκουν!
Ίσως σε πολλούς να συμβαίνει αυτό, που τόση ώρα προσπαθώ να σου περιγράψω και να μην ενοχλούνται, να μην το σκέφτονται καν, αλλά εγώ ζηλεύω κι ονειρεύομαι, ολοένα και περισσότερο, εκείνους, που με τα χέρια ή το μυαλό τους δημιουργούν ή ανασταίνουν κάτι. Τον γεωργό, τον καλλιτέχνη, τον δάσκαλο, αυτόν, που παίρνει στα χέρια πρώτη ύλη και πλάθει. Αυτόν, που παίρνει γνώση και ιδέες και πλάθει δικές του, αυτόν, που οδηγεί. Αυτόν, που επηρεάζει και επηρεάζεται. Αυτόν, που ανταλλάσσει όχι χρήματα και ανόητα αντικείμενα αλλά την ψυχή του!
-Είσαι, βαθιά, βαθύτατα ρομαντικός κι ανήσυχος, αγαπητέ μου Αριστόδημε και αποτελείς μια, μάλλον σπάνια, περίπτωση ανθρώπου του επαγγέλματός σου…του είπα, με εμφανή την έκπληξή μου από τα ό σ α είπε, αλλά κυρίως από το π ώ ς τα είπε.
-Ονόμασέ με όπως θες, με διακόπτει, πειράζει, όμως, που είμαι απαιτητικός από τον εαυτό μου, που πιστεύω πως έχω κάτι μέσα μου και πρέπει να το βγάλω; Οι μέρες περνούν, χάνονται και ΄γω δεν ξέρω τί να κάνω.
-Και να σκεφτεί κανείς, συνεχίζω εγώ, ότι πολλοί είναι αυτοί, που σας μακαρίζουν, για την ξεκούραστη και αποδοτική δουλειά σας, που ψάχνουν τρόπους και δικαιολογίες να παρατήσουν επαγγέλματα σαν κι αυτά, που μου αράδιασες πιο πάνω και να ασχοληθούν με την τουριστική αγορά. Ακόμη κι οι παπάδες “ξύπνησαν” και ζήτησαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, να μη χάσουν! Κάνουν λάθος θα μου πεις…
Και κείνος τελειώνει μ’ ένα απίστευτο κρεσέντο οικτιρμού για τον εαυτό του.
-Δεν ξέρω για τους άλλους. Κάποιοι μπορεί να βρουν αυτό, που θέλουν μέσα απ’ αυτή τη μονότονη, τη βυθισμένη στην απραξία δουλειά, αν και δεν ξέρω τί μπορεί να είναι αυτό, εκτός από τα χρήματα. Αν δοκιμάσουν, φοβάμαι θα χαθούν και στο τέλος θα παραδεχθούν πως βρίσκονται στον κόσμο αυτόν, χωρίς αιτία και σκοπό, απλώς για να μην είναι άδειος κι ας κάνουν ταξίδια κι ας καλοπερνούν, κατά βάθος δεν θα είναι ικανοποιημένοι. Για ευτυχία, ούτε λόγος. Εκείνο, που γνωρίζω εγώ είναι πως δεν έχω επαφή ούτε με τους προμηθευτές, τους κατασκευαστές ούτε με τους πελάτες. Ολοένα και πιο πολύ διαπιστώνω ότι χάνω την επικοινωνία με τους δικούς μου ανθρώπους και μου απομένει μόνο μια γάτα, που τρίβεται και γουργουρίζει στα ποδάρια μου και τα, χωρίς αξία, χαρτονομίσματα στην τσέπη, που φουσκώνει. Μου λείπει η συντροφιά της φύσης, η φροντίδα και το μεγάλωμα των παιδιών μου, ενός φυτού η ανάσταση, το άπλωμα μιας ρίζας, ο καρπός, που λάμπει χρωματιστός και προκαλεί όλα τα πετεινά του ουρανού. Μου λείπει η δυνατότητα μετάδοσης της λίγης γνώσης, που κατέχω και της ζωής, που σφύζει μέσα μου. Δε μπορώ να πιστέψω πως τα δέκα δάχτυλα των χεριών μου δόθηκαν, για να αδειάζω και να γεμίζω χαρτόκουτες και να μετρώ χαρτονομίσματα σ’ όλη μου τη ζωή. Τα θεωρώ τόσο άχρηστα, έτσι άπραγα, που τα κατάντησα, ώστε ντρέπομαι να χαϊδέψω τα παιδιά μου! Δυο χέρια, μόνο για το μέτρημα των χαρτονομισμάτων…. Μια ζωή..! Για σκέψου..! Ούτε καν μια ζεστή χειραψία να μη μπορούν να ανταλλάξουν!
Μ’ αυτά τα λόγια έκλεισε την κουβέντα του, μαζί μου, ο Αριστόδημος. Και ΄γω, ακούγοντάς τον, ανακουφίστηκα και μελαγχόλησα συγχρόνως. Πόσοι άνθρωποι υπάρχουν σαν κι αυτόν ανήσυχοι, ευαίσθητοι, ελπιδοφόροι και χάνονται! Πόσοι, φτάνοντας στο τέλος του δρόμου της ζωής, αναρωτιούνται: τί έκανα στη ζωή μου; Υπήρχε λόγος να περάσω απ’ αυτό τον κόσμο; Απάντηση δε βρίσκουν, όσο κι αν ψάξουν! Κι όμως για όλους μας αναμφισβήτητα υπάρχει…
• Ο Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης είναι παιδίατρος
Μας έστειλε ο φίλος ο Γίαννης ο Πενταμοδιανός το παρακάτω κείμενο ,που αναρτούμε με πολύ χαρά.
Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*
Δεν είναι πρωτόγνωρη ετούτη η κατάσταση, ούτε ασυνήθιστη. Σε κάθε κατρακύλισμα της χώρας, ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό, κ.ο.κ., αυτόματα αναφύεται αριθμός κρίσιμων ερωτημάτων τα οποία ως σκοπό έχουν την ανεύρεση των αιτίων και των υπευθύνων που οδήγησαν τη χώρα στις αφιλόξενες ξέρες. Ερωτήματα τα οποία εγείρονται από συνανθρώπους στον εαυτό τους, σε άλλους, ποιούς άραγε, και σκοπό έχουν να αναδείξουν τον τρόπο σκέψεως, τις βαθύτερες επιλογές τους, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό υπόβαθρο και κατʼ επέκταση τις μελλοντικές διαθέσεις και τις προοπτικές εξέλιξης ή έστω απόδρασης από τη στυγνή περιρρέουσα πραγματικότητα. Το κέντρο όλων των αναφυόμενων συζητήσεων παντού, σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο και τηλεοπτικούς δέκτες, αλλά και κατʼ ιδίαν συναντήσεις, είναι ποίος ο υπεύθυνος για τη σημερινή οικτρή κατάσταση, με τους πολιτικούς βεβαίως πάντοτε σε πρώτο πλάνο και στόχο.
Τοιουτοτρόπως δημιουργείται τεχνηέντως μια μεγάλη κατηγορία, τα θύματα, και άλλη μια μικρότερη, οι θύτες, οι πολιτικοί, με την πρώτη να καταγγέλλει ασύστολα τη δεύτερη, και φυσικά να υπαινίσσεται ότι το δικό της μερίδιο ευθύνης είναι μάλλον αμελητέο. Οι απαντήσεις σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αναμφίβολα εύκολες, αλλά είναι όμως αρκετές να συγκαλύψουν την ωμή πραγματικότητα, τουτέστιν τις ευθύνες ενός εκάστου εξ ημών; Οι μεγαλύτεροι εν ζωή συνάνθρωποι στις μέρες μας, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στις δεκαετίες του ʼ30 και του ʼ40. Ήταν εποχές δύσκολες, ο λαός προσπαθούσε να ορθοποδήσει, να πάει λίγο παραπέρα. Δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια απόδοσης ευθυνών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν. Το αντίθετο, υποστηρίχτηκε, και καλώς. Ο εμφύλιος που ακολούθησε αποτέλειωσε ότι έμεινε, την ώρα που οι άλλοι, νικητές και ηττημένοι, ανασυγκροτούνταν. Οι επόμενες δεκαετίες, βρήκαν τους πολίτες έρμαια των προηγούμενων ετών, να ξεκινούν την εκ βάθρων ανασυγκρότηση του κράτους, αλλά και της προσωπικής τους ευδαιμονίας. Σταδιακά, γενιά με γενιά, αναπτύχτηκε η φιλοσοφία της καλύτερης ζωής, της απόκτησης περισσότερων αγαθών με λιγότερο μόχθο, με ότι αυτό συνεπαγόταν μακροπρόθεσμα, νοοτροπία η οποία επιβλήθηκε σταδιακά, αργά, αλλά αποτελεσματικά. Η εσωτερική μετανάστευση συμπλήρωνε εκείνη που βρισκόταν σε εξέλιξη για το εξωτερικό, η απογύμνωση της ελληνικής υπαίθρου από τον κρίσιμο ιστό, η εγκατάλειψη των γεωργικών και κτηνοτροφικών απασχολήσεων, η αστικοποίηση, με κυρίαρχο στόχο έστω την ανεύρεση μιας θέσης θυρωρού στις αθηναϊκές πολυκατοικίες, ναι, κι όλα αυτά σε μια απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής κόπου. Ακολούθησαν οι δεκαετίες με τα κοινοτικά κονδύλια για εκ νέου δρομολόγηση και ενδυνάμωση του παραγωγικού ιστού της χώρας, με χειρισμούς και αποτελέσματα εν πολλοίς γνωστά. Ανάλογη ιστορία επεφύλαξε η μοίρα και για τις τέχνες που είχαν ολόκληρη πίσω τους ολάκαιρη ιστορία. Η είσοδος στο πανεπιστήμιο και κυρίως ο ανεξέλεγκτος αριθμός εισαγομένων φοιτητών στις σχολές, με κριτήρια κάθε άλλο παρά αξιοκρατικά, για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς, τις δεκαετίες που ακολούθησαν, αποτελείωσαν την κοινωνία μας. Η εκπαίδευση και η κατοχή ενός πτυχίου μιας επιστήμης, με όποιο τρόπο γινόταν κατορθωτό, έγινε επιτακτική ανάγκη για νέους και γονείς. Οι προσπάθειες κατάληψης κάποιας θέσης στο Δημόσιο, ακολούθησε κατά πόδας. Ο γενετικά στερημένος πολίτης, αποκτά με κάθε τρόπο, διαφθορά και δάνεια κατά κύριο λόγο, πρόσβαση στη νέα τεχνολογία, αυτοκίνητα, κινητά τελευταίας κυκλοφορίας, συσκευές δυτικότροπης έμπνευσης, όλα προγραμματισμένα και δρομολογημένα από την αλάνθαστη διαφήμιση. Θα κουραζόμαστε όλοι εάν συνεχίζαμε την απαρίθμηση και αναφορά, έτι περαιτέρω.
Ποιοι λοιπόν ευθύνονται και κρύβονται πίσω από τη σημερινή κατάσταση; Είναι μόνο οι πολιτικοί μας που βρισκόντουσαν πίσω απʼ όλα αυτά; Μα φυσικά κι εμείς οι ίδιοι! Εμείς που εγκαταλείψαμε τις παραδοσιακές μας αξίες, τη γη μας, τους τόπους μας, όλοι όσοι ζήλεψαν την ευδαιμονία, τις ευκολίες, όλοι όσοι ποθήσαμε ανελέητα αλλότρια αγαθά και ξένους τρόπους ζωής κι επιδοθήκαμε στο κυνήγι τους. Δύσκολη φαντάζει η έξοδος και αρκούντως επώδυνη, χωρίς όμως να απαιτείται κυριαρχία και επικράτηση της μεμψιμοιρίας. ʽʽΥπάρχει στον κόσμο τούτον ένας μυστικός νόμος – αν δεν υπήρχε, ο κόσμος θα ʽταν από χιλιάδες χρόνια χαμένος – σκληρός κι απαραβίαστος: το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάταιʼʼ, έλεγε κάποια στιγμή ο μεγάλος μας Νίκος Καζαντζάκης.
Ας κατηφορίσει όμως κι ο καθένας στα ενδόμυχα του εαυτού του. Λίγος αυτοέλεγχος, αλλά και κάποιου βαθμού μετάνοια και παραδοχή, μια υποψία παραπάνω σκέψης και ίσως αλλαγή ενός βαθμού νοοτροπίας, κρίνονται απαραίτητα σε αυτές τις περιπτώσεις. Αν δεν αναμετρηθούμε πριν απʼ όλα με τις δικές μας επιλογές, όποιες κι αν ήταν αυτές στο παρελθόν, πολιτικές, κοινωνικές και προσωπικές, αν δεν έρθουμε ενώπιος ενωπίω με τα δικά μας εγκληματικά, ναι πρέπει επιτέλους να παραδεχτούμε, σφάλματα, τόσο θα συνεχίσουμε, κι αυτό είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο, να σερνόμαστε μαζί με τον Έρεβο στη σιωπή και το βάθος της νύχτας των καταστροφικών μας επιλογών.
* Ο Γ. Σχορετσανίτης είναι χειρουργός, διευθυντής του Χειρουργικού τομέα στο ΠΑΓΝΗ
Το Ηρώδειο το πιο εντυπωσιακό θέατρο στον κόσμο
Το Ηρώδειο είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά, αν όχι το πιο εντυπωσιακό, θέατρα του κόσμου σύμφωνα με την ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Telegraph. Η Telegraph παραθέτει 12 θέατρα, που αποτελούν τα καλύτερα του κόσμου.Πρώτη επιλογή είναι το Ωδείο Ηρώδου Αττικού, που κοσμεί από τον 2ο αι. μ.Χ τη νοτιοδυτική πλαγιά της Ακρόπολης των Αθηνών. Η Telegraph παραθέτει και πληροφορίες σχετικά με το Ηρώδειο όπως το γεγονός ότι ….η αναστήλωση στις θέσεις των θεατών και την ορχήστρα, άρχισε τη δεκαετία του 1950, ενώ από τότε έχει φιλοξενήσει σπουδαίες συναυλίες, από την Μαρία Κάλλας μέχρι τον Ελτον Τζον. Χτίστηκε από τον πάμπλουτο Ηρώδη Αττικό, φιλόσοφο και γόνο παλιάς αθηναϊκής οικογένειας, στη μνήμη της συζύγου του Ρήγιλλας.













