Γράφει ο Γιώργος Λαμπράκης


![]() |
Του Γιάννη Τσερεβελάκη*
Ο Αριστοτέλης έχει γράψει στα «Πολιτικά»του ότι, αν ο άνθρωπος είναι «ζώον πολιτικόν», αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχει λόγο, δηλαδή μπορεί να σκέπτεται, να αρθρώνει και να εκφράζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του προφορικά ή γραπτά. Επομένως, ο λόγος είναι ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής, η ουσία της πολιτικής είναι λογική και, άρα, πολιτική και λόγος-διάλογος ήταν για τους αρχαίους Έλληνες σχεδόν συνώνυμα (γιʼ αυτό και στην αρχαία Ελλάδα η λ. «ρήτορας» ήταν συνώνυμη με τη λ. «πολιτικός»).
Στον «Επιτάφιο»του Περικλή, που διασώζει ο Θουκυδίδης στην Ιστορία του (βιβλ. Β, 40), ο μεγάλος Αθηναίος πολιτικός υποστήριξε ότι η διατύπωση ορθών κρίσεων και οι σωστές σκέψεις συνδέονται άμεσα με το λόγο και το διάλογο και γιʼ αυτό (σε αντίθεση με τους Σπαρτιάτες) η πολιτική «συν-ζήτηση», δηλαδή η από κοινού αναζήτηση λύσεων με το διάλογο και την έκθεση πολλών απόψεων, ήταν πολύ σπουδαία πολιτική πράξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την ορθή πολιτική δράση.
Αν όμως ο λόγος και ο διάλογος έχουν μια τέτοια καίρια σημασία για την πολιτική εν γένει (υπό τον όρο πάντοτε ότι τηρούνται οι κανόνες του διαλόγου και η κοινή, τουλάχιστον, λογική), υπάρχει και μια πλευρά του πράγματος που επί της ουσίας ακυρώνει την αξία του λόγου και εξαχρειώνει την ίδια την πολιτική. Πρόκειται για το φαινόμενο που παρατηρείται στους χώρους της πολιτικής δημοσιογραφίας, όπου πολιτικοί και δημοσιογράφοι, καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι, αναμασούν, μηρυκάζουν και ανακυκλώνουν τα ίδια βαρετά πράγματα, επαναλαμβάνουν τις ίδιες «προκάτ»αναλύσεις, που φέρουν εμφανώς την κομματική ταμπέλα, «τσικλοποιώντας» τον πολιτικό λόγο, ο οποίος έτσι είναι μοιραίο να καταλήξει στο βρώμικο πεζοδρόμιο της πολιτικής φλυαρίας. Επίσης, ο ευτελισμός του επιχειρήματος σε σύνθημα, του διαλόγου σε παράλληλο μονόλογο, του λόγου σε προσπάθεια επιβολής καθώς και η αδυναμία αλληλοκατανόησης και, τέλος, η στρέβλωση της ελληνικής γλώσσας είναι τα φαινόμενα που μεταβάλλουν τον πολιτικό λόγο σε πολιτική φλυαρία. Ο Νίτσε έχει γράψει για την «ελεεινή και άσκοπη φλυαρία της πολιτικής», η οποία εμμένει στο επίπεδο του πολιτικού «κουτσομπολιού», των ίδιων τετριμμένων απόψεων και χιλιοειπωμένων γλωσσικών «κλισέ», από την οποία λείπει η ορθή σκέψη και η δημιουργική φαντασία. Και ο Heidegger έχει πει ότι η γλώσσα είναι το πιο επικίνδυνο αγαθό που δόθηκε στον άνθρωπο. Διότι είναι το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος ανορθώνεται στην περιωπή του δημιουργού του Είναι, αλλά και στην ταπεινότητα ενός φλύαρου όντος.
Τα γράφω όλα αυτά με την ευκαιρία των δημοτικών εκλογών του 2014, όταν, και προ των εκλογών και μετά από αυτές, διεξήχθησαν πολύωρες συζητήσεις στα διάφορα «πάνελ»που οργάνωσαν τα τηλεοπτικά κανάλια, με καλεσμένους δημοσκόπους (μήπως πρέπει να τους πούμε «δημοκόπους»;) και πολιτικά πρόσωπα από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς. Αν δεχθούμε ότι το βράδυ, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ήταν δικαιολογημένη μια συζήτηση για την αποτίμηση του αποτελέσματος, αυτή έπρεπε να είναι περιεκτική και ουσιαστική. Αντʼ αυτού, ωστόσο, επεκράτησε η πολιτική φλυαρία, η οποία συνεχίστηκε και την άλλη μέρα και προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί και τις επόμενες μέρες, λόγω και των επικείμενων ευρωεκλογών. Δημοσιογράφοι και πολιτικοί προσπαθούσαν, οι μεν πρώτοι να εκμαιεύσουν τάχα απαντήσεις από τους καλεσμένους, μη σεβόμενοι ούτε κατʼ ελάχιστον τον εκάστοτε ομιλούντα, με τις συνεχείς διακοπές και παρεμβάσεις τους, οι δε δεύτεροι, όμηροι, κατά κάποιο τρόπο των πρώτων, να αποδείξουν ότι ήταν νικητές ή, έστω, μη ηττημένοι, πολλές φορές μάλιστα κάνοντας διαφορές αριθμητικές αλχημείες, λες και το πρόβλημα της χώρας αυτή τη στιγμή περιορίζεται στην πρωτιά του Α ή Β Περιφερειάρχη ή Δημάρχου ή στη νίκη κάποιου κόμματος. Έτσι όμως, το πολιτικό πρόβλημα έμεινε κατʼ ουσίαν ανέγγιχτο και οι εκλογές εκτμήθηκαν στο επίπεδο των εντυπώσεων. Γιʼ αυτό και όλες οι συζητήσεις αναλώθηκαν στο επίπεδο της επιφάνειας, του «φαίνεσθαι»και όχι του «είναι»της πολιτικής, με τη χρήση μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις μιας ποδοσφαιρικής ορολογίας (ντέρμπι, δεύτερο ημίχρονο, γκολ κ.ά.), που ευτελίζει εντελώς τον πολιτικό λόγο και, συνεπώς, την ίδια την πολιτική ως τέτοια.
Όλο αυτό μου φέρνει στο νου ένα δοκίμιο του Ουμπέρτο Έκο για τον αθλητισμό με τον τίτλο «Αθλητική φλυαρία» από το βιβλίο του «Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή». Στο κείμενο αυτό ο σπουδαίος Ιταλός διανοητής και λογοτέχνης εκθέτει τις σκέψεις του για το πώς ο αθλητισμός, από συμμετοχή σε ένα παιγνίδι, άσκηση και υγεία, μεταβάλλεται σε θέαμα και στη συνέχεια σε συζήτηση πάνω στον αθλητισμό ως θέαμα. Και καθώς η συζήτηση γίνεται δια του αθλητικού τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, θέμα της είναι όσα συζητήθηκαν στον τύπο και άρα «το σύγχρονο σπορ είναι η συζήτηση πάνω σʼ αυτά που γράφει ο αθλητικός τύπος». Επομένως, ο αθλητισμός ως άσκηση παύει να υπάρχει και υπάρχει μόνο η φλυαρία για τα σπορ ή η φλυαρία πάνω στη φλυαρία των σπορ. Μήπως το ίδιο δεν γίνεται και με τα πολιτικά πράγματα; Η πολιτική φλυαρία έχει όλα τα χαρακτηριστικά της αθλητικής φλυαρίας, όπως την ανέλυσε ο Ο. Έκο: η πολιτική συζήτηση αφορά τη συζήτηση για τα πολιτικά πράγματα που ήδη έγινε ή γίνεται από τα ΜΜΕ και όλα τελικά εξαντλούνται σʼ αυτό το επίπεδο, με την ουσιαστική συμμετοχή του πολίτη και τα ίδια τα προβλήματά του να είναι το τελευταίο που ενδιαφέρει. Υπάρχει ένα τελετουργικό με αξιολογήσεις, θριαμβολογίες, επιθέσεις, λεξιλόγιο, κλισέ και συνθήματα που χρησιμοποιούνται στην πολιτική όπως και στην αθλητική φλυαρία. «Οι συμμετέχοντες», γράφει ο Έκο, «λένε τι θα ʽπρεπε να κάνουν οι κυβερνήτες της χώρας, τι κάνανε, τι θα θέλαμε να κάνουνε, τι συνέβη και τι θα συμβεί…». Δηλαδή τα ξέρουν όλα, ενώ ίσως δεν έχουν κατανοήσει τίποτε.
Θα κλείσω αυτό το κείμενο με όσα λέγει ο Heidegger για τη φλυαρία: «Η φλυαρία είναι μια δυνατότητα να περιλάβουμε τα πάντα χωρίς προηγουμένως να ιδιοποιηθούμε το αντικείμενο. Η φλυαρία προστατεύει εξαρχής από τον κίνδυνο αποτυχίας σε περίπτωση ιδιοποίησης. Η φλυαρία, που όλοι μπορούν να κάνουν, όχι μόνο αποδεσμεύει από την υποχρέωση αυθεντικής κατανόησης, αλλά πλάθει μια αδιάφορη γνωστικότητα για την οποία τίποτα πια δεν είναι αβέβαιο». Κοντολογίς, οι πολιτικοί μας φλυαρούν είτε για να μη λένε τίποτε το ουσιαστικό, είτε για να φαίνονται παντογνώστες και μέσα στα πράγματα είτε για να μη δείχνουν αποτυχημένοι, αφού, ως γνωστόν, η πολυλογία «κουκουλώνει» την αλήθεια.
* Ο Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης είναι φιλόλογος-θεολόγος.
Η πασχαλίτσα, η σφήκα και η αράχνη είναι τα πιο γνωστά από τα λεγόμενα ωφέλιμα έντομα – “κυνηγοί”, τα οποία θα σας βοηθήσουν στον πόλεμο κατά της μελίγκρας. Γι αυτό προστατέψτε το μικροοικοσύστημα του κήπου σας, χρησιμοποιώντας ήπια, οικολογικά και ακίνδυνα προϊόντα φυτοπροστασίας!
Διαβάστε περισσότερα για την αντιμετώπιση της μελίγκρας στο www.grassmarket.gr
![]() |
Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*
Στην ʽʽΙστορία των Πολέμωνʼʼ του, ο Προκόπιος (6ος αιώνας), αυτός ο μεγάλος βυζαντινός ιστορικός με την ευρύτητα του πνεύματος και την πλατιά μόρφωση που τον χαρακτήριζαν, αναφέρει μια ιστορία, την οποία, αν θέλαμε να είμαστε περισσότερο ακριβείς, κάποιοι μερικώς αμφισβήτησαν, ένα άκρως ενδιαφέρον περιστατικό, κάπως χιουμοριστικό εκ πρώτης όψεως.
Ο Προκόπιος, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν ο βασικός ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού και εξαιρετικός σύμβουλος όχι μόνο του προαναφερθέντος αυτοκράτορα, αλλά και πολλών στρατηγών κατά τη διάρκεια των εκστρατειών τους εναντίον των Περσών και των Βησιγότθων της Ιταλίας. Το περιστατικό διαδραματίστηκε την εποχή που βρισκόταν στο θρόνο της Ρώμης ο Ονώριος (384 – 423), ο νεώτερος γιος του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Αʼ. Η βασιλεία του Ονώριου, παντελώς επισφαλής και χαοτική. Βρισκόταν υπό κηδεμονία λόγω της μικρής του ηλικίας, αλλά σίγουρα όχι μόνο εξαιτίας αυτής, σύμφωνα με τους ιστορικούς. Ολημερίς καθόταν στο θρόνο του, δεν ασχολείτο σχεδόν με τίποτε, θαύμαζε όμως παθολογικά ένα ωραίο κοτόπουλο, που βρισκόταν μόνιμα στην αυλή του με πολύχρωμα και πλουμιστά φτερά και ένα αισθαντικό κακάρισμα, στο οποίο έτρεφε τόσο μεγάλη αδυναμία, ώστε να τον ονομάσει Roma (Ρώμη).
Εκείνη την εποχή λένε ότι ο αυτοκράτορας Ονώριος στη Ραβέννα έλαβε το μήνυμα από έναν από τους ευνούχους, προφανώς ενός φύλακα του πουλερικού, ότι η Ρώμη χάθηκε! Κλαίγοντας αναφώνησε πως δεν είναι δυνατόν, αφού πριν λίγη ώρα έτρωγε μέσα από τα χέρια του. Ο ευνούχος μόλις κατάλαβε την παρεξήγηση, προσπάθησε να τον καθησυχάσει λέγοντας ότι η πόλη της Ρώμης ήταν αυτή που χάθηκε και έπεσε στα χέρια του Αλάριχου, κι όχι το αγαπημένο του κοτόπουλο, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να βγάλει βαθύ στεναγμό ανακούφισης! Ήταν βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, η εποχή δύσκολη, κατά την οποία η ιστορία είχε διαφορετική γνώμη και δρομολογούσε άλλες αποφάσεις, σύμφωνα με τις οποίες η δυτική Ευρώπη έπρεπε να περάσει από τους Ρωμαίους στους Τεύτονες. Αλλά και οι ιστορικοί άλλων εποχών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος δεν έκανε τίποτα ενάντια στους εχθρούς που λυμαίνονταν τη σφαίρα του βασιλείου του, αν και προσωπικά ο ίδιος ήταν τελικά εξαιρετικά τυχερός σε ολόκληρη τη διαδρομή του, από την κατάληψη του θρόνου, έως το φυσικό θάνατό του, αφού παρακολούθησε και την εξολόθρευση όλων των τυράννων που ξεσηκώθηκαν εναντίον του.
Βεβαίως η ιστορία, ελληνική και ξένη, κατέγραψε και συνεχίζει να αναφέρεται σε τέτοιους ηγέτες, αφήνοντας να φανούν και να προσδιοριστούν τα βασικά κενά στα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σοβαρού, στιβαρού, δημιουργικού, ρηξικέλευθου και αποτελεσματικού πολιτικού άντρα. Κι ακόμα τον προικισμένο με σύνολο απαραιτήτων αρετών για την εκπλήρωση της αποστολής του. Ειδικά εκεί και όταν απαιτείται ο απόλυτος έλεγχος του τόπου, του κράτους, της πατρίδας του. Στο εσωτερικό με την άκρως απαραίτητη οργάνωση των θεσμών, των υπηρεσιών, με την επιβεβλημένη προς τούτο ενεργητικότητα, ενώ στο εξωτερικό μέτωπο, να δείχνουν πατριωτισμό και ανιδιοτέλεια, σθένος και αποφασιστικότητα, στις πολυποίκιλες πιέσεις οργανωμένων κύκλων με διάφορα κάθε φορά ονόματα, συνήθων υπαλληλίσκων ξένων γραφείων και βαρύγδουπων οργανισμών, που τελικό σκοπό έχουν την δουλοπρέπεια, την υποταγή και τον έλεγχο ολόκληρων λαών, για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα. Οι ηγέτες αυτοί που ενδίδουν αμαχητί στα παραπάνω, ομοιάζουν τελικώς με τον προαναφερθέντα βασιλιά του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους, ο οποίος φυσικά και έμεινε έτσι στην ιστορία!
Οποία λοιπόν ανευθυνότητα, να βρίσκεται η Ρώμη σε ερείπια από τους Βαρβάρους, κι ολόκληρη η Ρώμη κι ο πολιτισμένος κόσμος να βυθίζονται στο σκοτάδι και να περιμένουν την έλευση της Αναγέννησης, τον 15ο αιώνα, κι αυτοί που έπρεπε να βρίσκονται στις επάλξεις των οχυρών, περί άλλων να τυρβάζουν! Δεν ξέρω γιατί, αυτό το ανοιξιάτικο βράδυ, θυμήθηκα τα λόγια του Ζωρζ Κλεμανσώ, γνωστού γάλλου πολιτικού για την αποφασιστικότητα που έδειξε σε καιρό πολέμου, όταν αναφωνούσε πως “Στην πολιτική διαδέχεται κανείς ηλίθιους και αντικαθίσταται από ανίκανουςʼʼ. Με κάποια δόση μελαγχολίας, δεν μπορώ να αρνηθώ, για να παρηγορηθώ λίγο αργότερα από τον δικό μας, αυτή τη φορά, Εμμανουήλ Ροΐδη, που δικαιολογούσε κάπως τα πράγματα ισχυριζόμενος, ότι ʽʽ Κάθε έθνος έχει το δεινόν του, το Λονδίνον τας ομίχλας του, η Αίγυπτος τας οφθαλμιάσεις, η Αραπιά τας ακρίδας και η Ελλάς τους Έλληναςʼʼ! Και αν δεν βρισκόντουσαν αργότερα οι Έλληνες λόγιοι, μεταξύ των άλλων, οι οποίοι καταδιωγμένοι από το οθωμανικό στοιχείο το 1453, έφτασαν στη Δύση και μετέφεραν βιβλία και χειρόγραφα των αρχαίων Ελλήνων, αφύπνισαν και έδωσαν κίνητρα στην αποστεωμένη εν υπνώσει Δύση, θα ζούσαν για πολύ ακόμη στο βαθύ σκοτάδι. Οι σημερινοί νέοι μας, κάτοχοι τόσων πτυχίων και προσόντων, που πήραν των οματιών τους, διωγμένοι ουσιαστικά από τον τόπο τους με ένα ξέφρενο ρυθμό, που θυμίζει εν πολλοίς τα δύο μεταναστευτικά κύματα που σάρωσαν τη χώρα μας τον προηγούμενο αιώνα, τι θα έχουν μεταφέρει άραγε εκεί στην ξενιτιά; Και τι άφησαν ακόμα παρακαταθήκη για όλους εμάς εδώ πίσω;
* Ο Γιώργος Σχορετσανίτης είναι χειρουργός και διευθυντής του Χειρουργικού Τομέα στο ΠΑΓΝΗ
- Οι Δήμαρχοι στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας:
Δήμος Αγράφων: ΜΠΑΜΠΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
Δήμος Αλιάρτου: ΝΤΑΣΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Δήμος Αμφίκλειας – Ελάτειας: ΓΩΓΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Δήμος Δομοκού: ΤΖΙΑΧΡΗΣΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Δήμος Δωρίδος: ΚΑΠΕΝΤΖΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Δήμος Καρπενησίου: ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Δήμος Καρύστου: ΡΑΒΙΟΛΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
Δήμος Στυλίδας: ΓΚΛΕΤΣΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Δήμος Δελφών: ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Δήμος Διρφυών- Μεσσαπιών: ΨΑΘΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Δήμος Διστόμου – Αράχοβας – Αντίκυρας: ΓΕΩΡΓΑΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
Δήμος Ερέτριας: ΑΛΗΜΠΑΤΕ ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ
Δήμος Θηβαίων: ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
Δήμος Ιστιαίας – Αιδηψού: ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΣΠΑΝΟΥ ΕΛΕΝΗ (ΛΙΝΑ)
Δήμος Κύμης – Αλιβερίου: ΜΠΟΥΡΑΝΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Δήμος Λαμιέων: ΣΤΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Δήμος Λεβαδέων:ΠΟΥΛΟΥ ΓΙΩΤΑ
Δήμος Λοκρών: ΛΙΟΛΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Δήμος Μακρακώμης: ΠΑΠΑΕΥΘΥΜΙΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΣ
Δήμος Μαντουδίου – Λίμνης – Αγίας Αννας: ΚΑΛΥΒΙΩΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
Δήμος Μώλου – Αγίου Κωνσταντίνου: ΣΥΚΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
Δήμος Ορχομενού: ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΛΟΥΚΑΣ
Δήμος Σκύρου: ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ
Δήμος Χαλκιδέων: ΠΑΓΩΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
Δήμος Τανάγρας: ΠΕΡΓΑΛΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ











