Ο Μανώλης σε παράσταση….
Επαγγέλματα που εκλείπουν……Από Χρ Μίχα ΡΗΤΙΝΟΣΥΛΕΚΤΕΣ
Για αρκετά χρόνια η οικιακή οικονομία των κατοίκωντων Δερβενοχωρίων, στηρίχθηκε στην συλλογή ρητίνης και στην παραγωγή Ξυλανθράκων – Κάρβουνου .Η γεμάτη πευκοδάση περιοχή μας , κυρίως από Χαλέπιο Πευκη , από πολύ παλιά εξασφάλιζε στους κατοίκους μας ένα πρόσθετο εισόδημα , υπήρχαν όμως καιοικογένειες που ασχολούνταν , αποκλειστικά και μόνο μεαυτά τα δασικά επαγγέλματα , ιδιαίτερα όσοι δεν ασχολούνταν με την Γεωργία και την Κτηνοτροφία .Η διαδικασία συλλογής ρητίνης ξεκινούσε την 1 Απριλίου περίπου και τελείωνε περί τα τέλη Οκτωβρίου . Αρχικά οι ρετσινάδες ΄΄έφτιαχναν΄΄ τα πεύκα ,τοποθετώντας τσίγκινα ΄΄τενεκάκια ΄΄ , σε νέα πεύκα ήαντικαθιστούσαν τα φθαρμένα ΄΄ τενεκάκια ΄΄ στα παλαιά πεύκα , με άλλα καινούργια . Τα μεγαλύτερα τενεκακια οι κάτοικοι τα έλεγαν ΄΄πομπίνες ΄΄ .Απαραίτητη προϋπόθεση για να ετοιμασθεί ένας πεύκοςκαι να αρχίσει η ρητίνευση του , ήταν το ύψος και η διάμετρος του κορμού του . Συγκεκριμένα θα έπρεπε ναείχε διάμετρο περίπου 60 πόντους , σε ύψος τουλάχιστον ενάμιση μέτρου , ώστε να μπορούσε ναπελεκηθεί διαδοχικά έως αυτό το ύψος , οπότε τελείωνεκαι η περίοδος .Το ΄΄ξύσιμο΄΄ ή πελέκημα ήταν η μέθοδος αποφλοίωσηςτου κορμού με την διάνοιξη μετώπου, πέντε έως οκτώ πόντων με σκεπάρι . Σε πεύκα που είχαν ΄΄ξυσθεί ΄΄ κατά το παρελθόν, οι ρετσινάδες είτε συνέχιζαν σε μεγαλύτερο ύψος ,πάνω από το πελέκημα την προηγούμενης χρονιάς ή το πελεκούσαν στην άλλη πλευρά , αλλάζοντας σε αυτήν την περίπτωση και το τενεκάκι . Τα μεγαλύτερα πεύκα ,τα πελεκούσαν και από τις δύο πλευρές .Αρχικά λοιπόν , οι ρετσινάδες τοποθετούσαν το τενεκάκι στο κάτω μέρος του πεύκου, όπου δημιουργούσαν μικρή τομή στην βάση του μετώπου και στην συνέχεια το κάρφωναν στο σημείο αυτό ,΄΄Υστερα με το σκεπάρι το πελεκούσαν – βγάζοντας την φλούδα σε διάστημα 20-25 πόντων , διαδοχικά κάθε φορά . Το σημείο αυτό , όπου το δέντρο είχε ΄΄ξυσθεί ΄΄ ,για δεκαπέντε μέρες περίπου , άρχιζε να ΄΄ δακρύζει ΄΄,να βγάζει δηλαδή το πυκνόρρευστο, κολλώδες, άχρωμο υγρό δηλαδή το ρετσίνι , το οποίο και κυλούσε στην βάση όπου είχε τοποθετηθεί και το τενεκάκι . Στην συνέχεια μετά από δεκαπέντε μέρες ,περνούσε πάλι ο ρητινοσυκλέτης και αφούξαναπελεκούσε το πεύκο με το σκεπάρνι , έπαιρνε το ρετσίνι από το τενεκάκι με ένα ΄΄ κουτάλι΄΄ το οποίο έριχνε στο΄΄ καροκι ΄΄ .Το΄΄ καρόκι ΄΄ ήταν ένα δοχείο τσίγκινο με χερούλι , πουέπαιρνε περίπου δέκα οκτώ κιλά και για να γεμίσει , θαέπρεπε ο ρετσινάς να μάζευε περίπου 50 πεύκα . Η παραγωγή ρετσινιού ανά πεύκο ήταν περίπου τρία κιλά το καθένα για όλη την περίοδο .Το Πελέκημα και η συλλογή ρετσινιού ανά περίοδο και παλαιότερα , γινόταν περίπου οκτώ με δέκα φορές τον χρόνο . Αργότερα όμως από το 1970 και μετά , όταν οι ρετσινάδες χρησιμοποιούσαν θεϊκό οξύ, το οποίο έριχναν στην τομή με την ΄΄φούσκα΄΄ τα μάζευαν περίπου τέσσερις με πέντε φορές , καθώς αυτό τα βοηθούσε, να εκκρίνουν περισσότερη ρητίνη .Η δουλειά του ρετσινά ήταν πολύ επίπονη, καθώς ξεκινούσε πολύ πρωί με το χάραμα και αναγκάζονταν μέσα από δύσβατα και κακοτράχηλα μέρη να μαζεύει το ρετσίνι κουβαλώντας το καρόκι και ακόμη νασκαρφαλώνει σχεδόν στο πεύκο, για να το πελεκήσει με το σκεπάρνι σε μεγάλο ύψος . Ένας καλός και εργατικός ρετσινάς θα μπορούσε να μαζέψει περίπου δέκα τόνους στην κάθε περίοδο . Το ρετσίνι που υπήρχε στο καρόκι προπολεμικά το συγκέντρωναν σε πιθάρια ( Δεξαμενές υπαίθρου –πατητήρια ) και από εκεί με δερματοτουλούμια ταπήγαιναν σε σταθμούς η ρετσινοεργοστασια ) , ή ταμάζευαν στο ΄΄κονάκι΄΄ βάζοντας τα σε ειδικά μεταλλικάδοχεία, τα οποία γέμιζαν , με τρία καρόκια το καθένα .Από εκεί και αφού είχαν γεμίσει πολλά δοχεία , με ταζώα το πήγαιναν και το πουλούσαν σε διάφορους βιομηχάνους όπως ο Κ. Παυλου , Λ. Στάμου , Γ. Νεζης , Αφοι Παπαδημητρακοπουλοι , Αν,. Φάνης ,Χατζηλουκάς και άλλοι που υπήρχαν στην περιοχή του Θριασίου , , οι οποίοι αφού το επεξεργάζονταν έβγαζαν το νέφτι, κολοφώνιο και πολλά άλλα χρήσιμα προϊόντα . Πολλοί Σκουρταναίοι μετανάστευαν για ολόκληρες περιόδους πηγαίνοντας σε δάση της Κασσάνδρας Χαλκιδικής , στην Εύβοια και στα παράλια της Αχαΐαςκαι Ηλείας . Η τιμή της Ρητίνης το 1960 ήταν 6 δραχμές .Από το χωριό μας ασχολήθηκαν με την συλλογή Ρητίνης πάρα πολλές οικογένειες , όπως του Φίλιππα Ταμπουρατζη , Χρήστου και Σταυρου Μιχα , Αναστασιου και Αθανάσιου ΧΡΗΣΤΟΥ (Μπουμα) , Ιωάννη Δάρρα , Νικόλαου και Αλέξανδρου Γκίκα , Δημήτρη Ταμπουρατζή και πολλοί άλλοι . Το 1980 κλάδος αυτός των ρυτινοσυλεκτων με τιςενέργειες του Συν/σμου των Σκουρτων , Βορείου Ευβοίας , Περαχώρας και Σοφικού και με τις εισηγήσεις των Υπουργών Παπαληγούρα , Παπακωνσταντινου και Παπασπυρου εντάχθηκε στα βαρέα και ανθυγιεινάεπαγγέλματα στο ΙΚΑ .
Έκτοτε εμφανίζει πτωτική τάση η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά αναφέρουμε:Παραγωγή ρητίνης το 1973: 20.587 τόνους, το έτος 1983: 12.558 τόνους, το έτος 1993: 6.265 τόνους, το έτος 2003: 5.761 τόνους, ενώ το έτος 2008 μόλις 3.901 τόνους.Κατά τη δεκαετία του ’70 συλλογή ρητίνης γινόταν σε πολλές περιοχές της χώρας σε δάση από Χάλεπιο Πευκη , όπου σήμερα όμως έχει πλέον σταματήσει κάθε σχετική δραστηριότητα. Τέτοιες περιοχές ήταν η Μυτιλήνη, Αταλάντη, Θήβα, Καπανδρίτι, Λαύριο, Πεντέλη, Πειραιάς, Πόρος, Αργολίδα κλπ., ενώ μετά την τελευταία μεγάλη πυρκαγιά το 2007 τέθηκε εκτός ρητινοσυλλογής και η Ηλεία.Σήμερα στην Ελλάδα ρητινεύονται αποκλειστικά τα δάση χαλεπίου πεύκης στην Εύβοια , Σκόπελο, Κορινθία, Χαλκιδική (Κασσάνδρα, Πολύγυρος) και στην Αττική (Μέγαρα, Μάνδρα ).Το 1935 λειτουργούσαν 32 εργοστάσια επεξεργασίας της ρητίνης, το 1991 είχαν μειωθεί σε 9 και σήμερα ουσιαστικά σε πλήρη δραστηριότητα υπάρχει μόνο ένα στη Μάνδρα Αττικής, ενώ 2 μικρότερα υπάρχουν στην Εύβοια.Ο αριθμός των ρητινεργατών έχει περιοριστεί στους 1.000 περίπου, ενώ οι αναφορές για τη δεκαετία του ’80 ,τους ανεβάζουν σε πάνω από 3.500 χιλιάδες. Η πλειοψηφία σήμερα των ρητινοοσυλλεκτών δραστηριοποιείται στην Εύβοια.Το έργο τους είναι σπουδαίο όπως επίσης σημαντική και η σημασία της ρητίνευσης στην προστασία των Δασών , καθώς οι ρητινοσυλέκτες εργαζόμενοι κατά τους θερμούς θερινούς μήνες , αποτελούν τους άμισθους φύλακες του. Εκτός από τις υπηρεσίες φύλαξης και καθαρισμού των δασών που προσφέρουν, επεμβαίνουν άμεσα και με προσωπικό ενδιαφέρον στην κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα που πυρκαγιές αντιμετωπίστηκαν εν τη γενέσει τους από τους ρητινεργάτες και αποφεύχθηκε η καταστροφική επέκτασή τους . Έχει ακόμη υπολογισθεί ότι ο κάθε ρητινοσυλέκτης καθαρίζει σε ποσοστό 20% το δάσος που ρητινεύει , ανοίγοντας μονοπάτια για να διευκολύνει την κίνηση του από πεύκο σε πεύκο .Η χρήση της ρητίνης του πεύκου μας ταξιδεύει πολύ παλιά στην αρχαιότητα, όπου χρησιμοποιούταν , ως πρακτική σφράγισης του κρασιού.Η στεγανοποίηση του στομίου των αμφορέων με ρητίνη ,ήταν ένας ασφαλής τρόπος στο να το προφυλάξουν από την επαφή του με το οξυγόνο και να το σώσουν από την επακόλουθη οξείδωση.Όμως εκτός από αυτό ,η ρητίνη χάριζε στο κρασί ,φανταστικό άρωμα , γεύση και αντιβακτηριδιακή προστασία Η αρχαιότερη ιστορική αναφορά παγκοσμίως για την Ρητίνη , είναι αυτή του Θεόφραστου στην «περί φυτών πραγματεία» του, το 300 περίπου π.χ. στην οποία αναφέρει λεπτομερώς τη μέθοδο συλλογής ρητίνης στην εποχή του , καθώς και τη μέθοδο παρασκευής της κολοφώνιας πίσσας.Οι αρχαίοι λαοί, όπως Κινέζοι, Ιάπωνες και Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν τη ρητίνη για την παραγωγή λάκκας και βερνικιών.Είναι επίσης γνωστή η χρήση της στη στεγανοποίηση των ξύλινων πλοίων, την παρασκευή του υγρού πυρός (εύφλεκτης πολεμικής ύλης) κατά το μεσαίωνα, Αλλάκαι στην παραγωγή της ρετσίνας και εμπλάστρων γιαΙατρικούς σκοπούςΣήμερα χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη παραγωγής ποικιλίας βιομηχανικών προϊόντων όπως :1. Το τερεβινθέλαιο (κοινώς νέφτι) –το υγρό απόσταγμα της ρητίνης– χρησιμοποιείται κυρίως ως διαλυτικό στην παρασκευή, χρωμάτων, αρωμάτων, καλλυντικών, φαρμάκων, κλπ.2.Το κολοφώνιο –το στερεό απόσταγμα της ρητίνης– χρησιμοποιείται στην τυπογραφία, υφαντουργία, μεταλλουργία, καθώς και στην παρασκευή ποικιλίας προϊόντων όπως, , αντιδιαβρωτικά, αρωματικά κεριά, αδιάβροχα υλικά, τεχνητά δόντια, έμπλαστρα, συντηρητικά, προσθετικά γεύσης, χρώματα, φάρμακα, χαρτόκολλες, διάφορα γαλακτώματα, τσίχλες κλπ.Χ Μίχας
Επαγγέλματα που εκλείπουν …..Από Χρ Μίχα
Καρβουνιάρηδες Άλλη εργασία σκληρή και επίπονη με την οποία ασχολήθηκαν πολλές οικογένειες Δερβενοχωριτών ήτανη παραγωγή Ξυλανθράκων- κάρβουνου .Σε αυτήν την εργασία δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός καθώς θα μπορούσαν να δουλεύουν σχεδόν όλο τον χρόνο , πλην των χειμερινών μηνών ακόμη και επικουρικά, όσοι είχαν και άλλες εργασίες . Αρχικά οι καρβουνιάρηδες επέλεγαν το μέρος όπου θα έκαναν το καμίνι , δηλαδή το σημείο όπου θα έκαιγαντα ξύλα και θα έβγαζαν το κάρβουνο .Αυτό συνήθως βρισκόταν μέσα στο δάσος και συγκεκριμένα σε κάποια περιοχή που πρώτα είχαν εκχερσώσει σε αρκετή απόσταση , η οποία δεν είχε βράχια η πέτρες και προστατευόταν από τους ανέμους Σε αυτό το σημείο μάζευαν ξύλα επί το πλείστων από πουρνάρι , κουμαριά ή φιλίκη , τις ρίζες και τα χονδρά κλαδιά τους μήκους έως 2 μέτρα , στην συνέχεια τοποθετούσαν αυτά σταυρωτά μέσα στο καμίνι , το οποίο συνήθως ήταν σκαμένο σε βάθους ενός μέτρου , δημιουργώντας μία μικρή πυραμίδα ύψους περίπου δύο μέτρων και διαμέτρου δύο ή τριών μέτρων οι μεγαλύτερες . Τα ο κέντρο αυτής της πυραμίδας με διάμετρο περίπου πενήντα πόντων , έμενε ανοικτό για να ριχθούν οι εύφλεκτες ύλες και για να αναπνέει το καμίνι . Αφού είχαν τοποθετήσει τα ξύλα , τα σκέπαζαν στην συνέχεια με άχυρο, η κλαδιά πεύκων και άχυρα και μετά όλα αυτά , τα σκέπαζαν με χώμα ως την κορυφή . Από την κορυφή της πυραμίδας έριχναν στην βάση τιςεύφλεκτες ύλες όπως το ρετσίνι και αφού το άναβαν ,άφηναν να καούν τα ξύλα για πέντε η έξι ώρες έως ότουη βάση έπιανε θράκα . Αμέσως μετά έκλειναν την τρύπα στην κορυφή με χώμα και περίμεναν για μία εβδομάδαγύρω από το καμίνι το οποίο σιγόκαιγε , αναπνέοντας από δύο τρείς μικρές τρύπες ή ΄΄ πίπες ΄΄ που είχαν δημιουργήσει στο πλάι , ώστε να αερίζεται μερικώς .Κατά τη διάρκεια του καψίματος, με ένα ξύλο ανάλογα με τις συνθήκες καύσης και τον όγκο του καμινιού ανοιγαν και άλλες μικρές και άβαθες τρύπες στο χωματένιο λόφο, για να βγαίνει ο καπνός , αλλά να μην μπαίνει μέσα ο αέρας. Όλο το διάστημα της εβδομάδας παρακολουθούσαν το καμίνη μην ΄΄πέσει΄΄ και μην ανοίξουν τυχόν άλλεςτρύπες στο πλαι και καταστραφεί , , δηλαδή γίνει στάχτη . Όσο τα ξύλα γινόντουσαν κάρβουνα, ο λοφίσκος χαμήλωνε και δεν έβγαινε ο πυκνός μαυρος καπνός που έβγαινε τις πρώτες μέρες. Τότε έριχναν τις ξύλινες σκάλες πάνω στο καμίνι και σκαρφάλωναν στην κορυφή του και με ένα φτυάρι καθάριζαν την επιφάνεια και έριχναν νερό, περίπου 20 βαρέλια. Στη συνέχεια το σκέπααν πάλι με χώμα και το άφηναν ακόμη μια μέρα πριν το καθαρίσουν από το χώμα. Όταν το καθάριζαν , τα κάρβουνα ήταν έτοιμα. Τα κομμάτιαζαν και τα τσουβάλιαζαν . Τα κάρβουνα που δεν είχαν ψηθεί καλά και είχαν μείνει ξύλα, τα κρατούσαν για να τα ψήσουνόταν θα έστηναν το καινούριο καμίνι. Η παραγωγή κάρβουνου ήταν περίπου 100 κιλά στα 300 κιλά Ξύλα και η επιτυχία του εξαρτιόταν στον τρόπο τοποθέτησης των Ξύλων , από την επιλογή αυτών, από συγκεκριμένους τύπους δέντρων από το μέγεθός τους , από το σκέπασμα τους και τον αερισμό του , ώστε να μη γίνει πλήρης καύση – στάχτη , αλλά μερική ώστε να έχουμε κάρβουνο . Με το κάρβουνο αυτό εφοδίαζαν νοικοκυριά και ταβέρνες στην περιοχή της Ελευσίνας και ΑσπροπύργουΜενιδίου κλπ , ανταλλάσσοντας αυτό , με άλλα προϊόντατα οποία δεν είχαν και σπάνια αντί χρηματικού ποσού . Η τιμή του το 1960 ήταν περίπου δέκα λεπτά το κιλό , η μέση παραγωγή 100 τόνοι ανά έτος και ασχολούνταν περίπου το 10% των νοικοκυριών ΧΡ ΜΙΧΑΣ














