Για το «διάβασμα» του χεριού θα έχετε ακούσει. Για το «διάβασμα» των ποδιών όμως γνωρίζατε;

Η Jane Sheehan, που ασχολείται με τη ρεφλεξολογία, δεν κάνει χειρομαντεία, αλλά… «πελμομαντεία»!

«Δε μπορώ να σας πω το μέλλον, αλλά μπορώ να δω το παρελθόν και το παρόν σας. Δεν υπάρχει διαφυγή. Τα πόδια “λένε” πολλά» είπε η ίδια στην Telegraph.

«Όταν κάποιος έχει κατάθλιψη, ρίχνει όλο του το βάρος στο μπροστινό μέρος των ποδιών όταν περπατάει και αυτό “φαίνεται” γιατί δημιουργούνται κάτι σκοτεινές περιοχές στο δέρμα στην περιοχή γύρω από τα δάχτυλα. Ένα ακόμη κόλπο είναι να συγκρίνει κανείς το χρώμα των πελμάτων ενός ατόμου, με αυτό στην περιοχή του αστράγαλου. Αν τα πέλματα είναι πιο χλωμά, αυτό δείχνει εξάντληση και αδύναμο κυκλοφορικό. Η κιτρινίλα είναι σημάδι ότι κάποιος είναι “σκασμένος”. Ένας κάλος κάτω από το μικρό δάχτυλο, δείχνει ότι το άτομο έχει επωμιστεί πολλές ευθύνες» πρόσθεσε.

«Αυτό που συμβαίνει είναι ότι, όταν το άτομο βιώνει έντονα συναισθήματα, αυτό “φαίνεται” σε όλο το σώμα. Έχουμε συνηθίσει τον τρόπο με τον οποίο η ένταση για παράδειγμα αντικατοπτρίζεται στο κεφάλι, στον αυχένα ή το στομάχι μας. Όμως τα συναισθήματα “εμφανίζονται” και στα πόδια μας. Γνωρίζατε ότι όταν κάποιος νιώσει ντροπή, κοκκινίζει το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του;».

Η Sheehan υποστηρίζει ότι το δεύτερο δάχτυλο του δεξιού ποδιού δείχνει αυτά που θέλει κανείς από τη ζωή του. «Αν παίρνετε όσα θέλετε, το δάχτυλο θα ακουμπά στο πάτωμα. Διαφορετικά θα υπάρχει ένα κενό ανάμεσα σε αυτό και το τρίτο δάχτυλο, κάτι που δείχνει ότι προσπαθείτε να διαχωρίσετε τον εαυτό σας από τα συναισθήματά σας». 

«Παρομοίως, το τέταρτο δάχτυλο έχει να κάνει με τις σχέσεις. Οποιαδήποτε αίσθηση δυσαρέσκειας, όταν μιλά κανείς για τους κοντινούς του ανθρώπους, φαίνεται με μια ακούσια σύσπαση του τέταρτου δαχτύλου. Δεν είναι ξεκάθαρο για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό, ίσως είναι μια ενστικτώδης κίνηση του τένοντα» πρόσθεσε. 

Tromaktiko

Η Ελληνική γλώσσα και τα βασικά χαρακτηριστικά της. 

 

 

Η γλώσσα μας

Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις. είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (βιβλίο Γκίνες)

Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς, Microsoft).

Η Ελληνική και η Κινέζικη. είναι οι μόνες γλώσσες με… συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
(Francisco Adrados, γλωσσολόγος).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο

Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα.
Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.

Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λές, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.

Η ΣΟΦΙΑ

Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτό το λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.

Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι. Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει.

Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη.

Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο».

Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». ∆ιότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.

Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά . Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!!!
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο.

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.

«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.

Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ

Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.

Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:
«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φώς θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε Μεταξύ τους με μουσική».

Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα:

«Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο
παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της.
Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».

Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.

Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.

«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία, ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α.Τζιροπούλου-Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στην Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».

∆υστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, του οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.

Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της.
Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία
γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα»


 

«Κρήτες αεί ψεύσται, κακά θηρία, γαστέρες αργαί»

Συνάδελφος, καθηγητής Αγγλικής φιλολογίας, μου διηγήθηκε ένα περιστατικό το οποίο 

συνέβη
 κατά την ξενάγηση που έκανε σε έναν ηλικιωμένο Άγγλο τουρίστα στο φαράγγι της 
Σαμαριάς.
 Μετά το πέρασμα του φαραγγιού φθάσανε στην Αγιά Ρουμέλη, όπου είχανε συμφωνήσει
 να 
τους περιμένει μια βάρκα για να τους
 μεταφέρει στη Χώρα Σφακίων. Ήταν κουρασμένοι, ταλαιπωρημένοι και το χειρότερο 
η βάρκα
 δε βρισκόταν εκεί για να τους παραλάβει. Ο Άγγλος προφανώς εκνευρισμένος έδειχνε 
την 
αγανάκτησή του μουρμουρίζοντας στη γλώσσα του και κάποια στιγμή τον άκουσαν 
να λέει 
στα ελληνικά «Κρήτες αεί ψεύσται». Παραξενεύτηκαν, γιατί ο Άγγλος δεν μιλούσε 
ελληνικά 
και τον ρώτησαν πώς γνωρίζει αυτή τη φράση. Τους απάντησε ότι αυτό το είπε 
ο Απόστολος Παύλος και ότι υπάρχει και στο ευαγγέλιο.
Το περιστατικό αυτό με ενόχλησε, γι’ αυτό αποφάσισα να ψάξω το θέμα.
Η έρευνα σχετικά με το πότε διατυπώθηκε αρχικά η κατηγορία αυτή μας οδηγεί
 στην απώτερη 
αρχαιότητα, στους χρόνους που η αλήθεια εμπλέκεται με το μύθο.

Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Ηφαιστίων, που έζησε τον 2ο μ.Χ. αιώνα, αποδίδει 
την αρχή του 
«Κρήτες αεί ψεύσται» στην παράδοση. Σύμφωνα με αυτήν ο μυθικός βασιλιάς της 
Κρήτης 
Ιδομενέας και εγγονός του Μίνωα, σε διαγωνισμό ομορφιάς ανάμεσα στη Θέτιδα και τη 
μάγισσα Μήδεια, στον οποίο ήταν κριτής, ανέδειξε ωραιότερη τη Θέτιδα. Τότε, όπως 
αναφέρει
 ο ιστοριογράφος Αθηνόδωρος ο Ερετριεύς, ο οποίος περιγράφει το γεγονός αυτό, 
η Μήδεια 
οργίστηκε και είπε: Κρήτες αεί ψεύσται (Μήδειαν δ΄οργισθείσαν ειπείν Κρήτες αεί 
ψεύσται),
. και μάλιστα η Μήδεια καταράστηκε τον Ιδομενέα να μην πει ποτέ αλήθεια. Εξ αιτίας 
λοιπόν του 
Ιδομενέα και σύμφωνα με την παράδοση από τότε οι Κρητικοί θεωρούνται ψεύτες λόγω του 
περιστατικού αυτού. Ο Ιδομενέας όμως έγινε και δεύτερη φορά αίτιος να χρεωθούν
 οι συμπατριώτες 
του αυτό το βαρύ χαρακτηρισμό. Όπως είναι γνωστό, ο Ιδομενέας έλαβε μέρος στον 
Τρωικό 
πόλεμο με 80 πλοία και ήταν ένας από τους Έλληνες που κρύφτηκαν μέσα στον 
Δούρειο Ίππο.
 Μετά την άλωση ο κλήρος έπεσε σ’ αυτόν να μοιράσει στους Έλληνες τα λάφυρα 
της Τροίας.
 Ο Αλεξανδρινός συγγραφέας Πτολεμαίος , που αναφέρεται στα παράδοξα της 
Ιστορίας με 
ιστορικό και μυθολογικό περιεχόμενο, λέει σχετικά με αυτό: «Παροιμία εστί το 
κρητίζειν επί 
του ψεύδεσθαι, από Ιδομενέως Κρητός ρηθείσα, ος λαχών μερίσαι τοις 
Έλλησι τα 
λάφυρα του Ιλίου τα κρείττω εαυτώ περιεποιήσατο». Δηλαδή: το «κρητίζειν»
 είναι παροιμία 
που λέγεται επί ψευδολογίας και έχει την αρχή της στον Κρητικό Ιδομενέα, ο οποίος 
ορίστηκε 
να μοιράσει στους Έλληνες τα λάφυρα της Τροίας και κράτησε για τον εαυτό του τα 
καλύτερα.
 Αυτά βέβαια αναφέρονται σε παραδόσεις και υποθέσεις και αφορούν τους αρχαίους Κρήτες. 
Αλλά και οι ίδιοι έδωσαν αφορμή να χαρακτηρισθούν ψεύτες, γιατί οι ομηρικοί Κρήτες
 και οι μετά 
από αυτούς κατακτητές της νήσου Δωριείς καυχιόνταν για πολλά πράγματα μεταξύ 
των οποίων 
και ότι η θεά Αθηνά γεννήθηκε στις όχθες του Κρητικού ποταμού Τρίτωνα, πράγμα 
που επέσυρε 
την οργή των Αθηναίων, γιατί και αυτοί διεκδικούσαν τη γέννησή της, με αποτέλεσμα 
Αθηναίοι 
ποιητές και ρήτορες να κατηγορούν από τη σκηνή και από το βήμα τους Κρητικούς και
 να τους 
αποκαλούν ψεύτες. Ισχυρίζονταν ακόμη οι Κρητικοί ότι ο Δίας γεννήθηκε και πέθανε 
στην Κρήτη 
και μάλιστα έδειχναν τον τάφο του. Αυτό ήταν απαράδεκτο για τους άλλους Έλληνες 
που θεωρούσαν τον Δία αθάνατο. Γι’ αυτό ακριβώς το πράγμα κατηγορεί τους Κρητικούς 
ο Έλληνας ποιητής και φιλόσοφος Καλλίμαχος 
που ήκμασε στην Αλεξάνδρεια τον 3ο π. Χ. αιώνα και έγραψε αρκετά έργα μεταξύ 
των οποίων και 
ύμνους προς διάφορους Θεούς. Στον ύμνο του προς τον Δία, ο οποίος διασώθηκε και 
πραγματεύεται θρησκευτικά και θεογονικά ζητήματα γράφει: Κρήτες αεί ψεύσται. 
και γαρ τάφον, ω, άνα, σείο Κρήτες ετεκτήναντο. συ δ’ ου θάνες.. εσσί γαρ αεί. 
Δηλαδή: Οι Κρητικοί είναι πάντοτε ψεύτες, διότι και τάφο σου, ώ βασιλιά, κατασκεύασαν, 
συ δε δεν απέθανες, διότι είσαι αθάνατος. Αλλά και νωρίτερα από την εποχή του 
Καλλίμαχου,
 αυτά που υποστήριζαν οι Κρητικοί σχετικά με το Δία ήταν η αιτία ο Επιμενίδης, 
που έζησε 
τον 7ο π.Χ. αιώνα, να πει τη γνωστή φράση «Κρήτες αεί ψεύσται, κακά θηρία,
 γαστέρες 
αργαί». Ο Επιμενίδης γεννήθηκε στην Κνωσό ή τη Φαιστό και θεωρούνταν ένας από 
τους επτά 
σοφούς της αρχαιότητας (στη θέση του Περίανδρου του Κορίνθιου). Ήταν μάντης, 
συγγραφέας 
και ποιητής και είχε φήμη μεγάλου καθαρτή. Το 612 π.Χ. τον κάλεσαν οι Αθηναίοι, κατά 
συμβουλή 
του Μαντείου των Δελφών, να εξαγνίσει την πόλη τους από τον λοιμό που να τους 
βασάνιζε, επειδή 
οι θεοί είχαν θυμώσει μαζί τους λόγω του Κυλώνειου άγους. Ενώ λοιπόν ο Επιμενίδης 
εξάγνιζε την 
πόλη και συγχρόνως προσπαθούσε να συνετισθούν οι Αθηναίοι λέγοντάς τους ότι ο 
Δίας θα τους 
τιμωρούσε περισσότερο όχι μόνο στην παρούσα αλλά και στη μέλλουσα ζωή, αυτοί του 
απήντησαν 
ότι Δίας δεν υπάρχει, διότι οι Κρητικοί λένε ότι απέθανε και ετάφη στην Κρήτη. και μάλιστα 
έγραψαν
 στον τάφο του την επιγραφή «Ενταύθα Ζαν κείται, ον Δίαν κικλήσκουσιν», δηλαδή : 
Εδώ 
είναι θαμμένος ο Ζευς, τον οποίο ονομάζουν Δία. Τότε, λένε, ο Επιμενίδης, για να αναιρέσει
 αυτό 
που υποστήριζαν οι Κρητικοί (ότι ο Δίας απέθανε….), δηλαδή να διαψεύσει τους 
Κρητικούς, 
απάντησε στους Αθηναίους με ένα μεγαλύτερο ψέμα με τη φράση «Κρήτες αεί
 ψεύσται, 
κακά θηρία, γαστέρες αργαί». Ο Επιμενίδης 
ήταν ένα πρόσωπο που μπλέχτηκε σε θρύλους και μυθικές παραδόσεις, πάντα όμως οι 
Κρητικοί 
αναφέρονταν με σεβασμό σ’ αυτόν. Ο ίδιος δεν είχε καλή γνώμη για τους συντοπίτες του 
αν 
κρίνουμε από την παραπάνω φράση. Στο κεφάλαιο της μαθηματικής Λογικής, που διδάσκαμε 
στο Λύκειο, αναφέραμε την πρόταση «Ο Επιμενίδης είπε: Πας Κρης ψεύτης», ως 
παράδειγμα 
μη λογικής πρότασης (γιατί δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως αληθής ή μόνο ως ψευδής). 
Αυτό 
είναι ένας λόγος να ισχυριστούμε πως ο χαρακτηρισμός «ψεύτες» των Κρητικών δεν 
ανταποκρίνεται 
στην πραγματικότητα. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η δυσφήμηση αυτή των Κρητικών, 
που 
αρχικά ξεκίνησε ως μύθος, με τον καιρό έγινε παράδοση και επηρέασε πολλούς και 
σημαντικούς 
από τους μεταγενέστερους. Μεταξύ αυτών ήταν και οΑπόστολος Παύλος, ο οποίος 
αργότερα, 
σε επιστολή του προς τον επίσκοπο Τίτο 

επαναλαμβάνει το χαρακτηρισμό «ψεύτες» προσθέτοντας και τους άλλους χαρακτηρισμούς, 

που 
τους θεωρώ άδικους, γιατί οι Κρήτες ασπάστηκαν από νωρίς το χριστιανισμό και την 
εντολή …του ψευδομαρτυρήσεις…….Ο Απόστολος Παύλος, που θεμελίωσε και οργάνωσε 
την εκκλησία της 
Κρήτης, ήρθε στην Κρήτη δύο φορές. Την πρώτη φορά παρά τη θέλησή του το 60 μ. Χ., 
γιατί,
 ενώ πήγαινε στη Ρώμη για να δικαστεί, ως ρωμαίος πολίτης που ήταν, το πλοίο με το οποίο 
ταξίδευε 
αναγκάστηκε, λόγω κακοκαιρίας, να προσαράξει στους Καλούς Λιμένες, στα νότια του 
νομού 
Ηρακλείου ( … εις τόπον τινά καλούμενον Καλούς Λιμένας ων εγγύς ην πόλις 
Λασαία…
όπου παρέμεινε αρκετό διάστημα. Στη Ρώμη δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση.
 Μετά την 
αποφυλάκισή του ήρθε για δεύτερη φορά στην Κρήτη μαζί με το συνεργάτη του Τίτο. 
Η παραμονή 
του στο νησί ήταν σύντομη. Ανέθεσε την οργάνωση της εκκλησίας στον Απόστολο Τίτο 
τον οποίο 
και χειροτόνησε πρώτο επίσκοπο Κρήτης στην πρωτεύουσά της Γόρτυνα,. του έδωσε 
μάλιστα 
εντολές και οδηγίες, και έφυγε για να συνεχίσει το αποστολικό του έργο. Αργότερα στην 
επιστολή 
του Προς Τίτον αναφέρει… Δι’ αυτό σε αφήκα εις την Κρήτην, δια να συμπληρώσεις όσα 
παρέλειψα… και εφιστά την προσοχή του να είναι προσεκτικός με τους Κρητικούς και ιδίως 
να καταπολεμώνται οι ψευτοδιδάσκαλοι, 
γράφοντάς του:Είπε τις εξ αυτών ίδιος αυτών προφήτης Κρήτες αεί ψεύσται κακά
 θηρία, γαστέρες αργαί.Δηλαδή: Είπε κάποιος από τους Κρητικούς, που τον έχουν 
ως προφήτη τους (προφανώς εννοεί τον Επιμενίδη)
 ότι οι Κρήτες είναι πάντοτε ψεύτες, κακά θηρία, άνθρωποι που θέλουν να τρώγουν 
πολύ χωρίς να 
εργάζονται. Και συνεχίζει: Η μαρτυρία αύτη εστίν αληθής, δι’ ην αιτίαν έλεγχε 
αυτούς 
αποτόμως, ίνα υγιαίνωσιν εν τη πίστει. Έτσι λοιπόν ο Απόστολος Παύλος επανέλαβε 
αυτό 
που είχε πει σχεδόν 700 χρόνια πριν ο Επιμενίδης.Ο Κ. Σάθας αναφέρει 
πως 
ο Κρητικός λόγιος Ζαχαρίας Σκορδύλης ο Μαραφαράς ανασκεύασε 
με 
λογικά επιχειρήματα, που δείχνουν τη πολυμάθειά του, το Κρήτες 
αεί ψεύσται, 
….. σε εργασία του με τίτλο: Ζαχαρία Μαραφαρά πρεσβυτέρου,
 Ερμηνεία εις 
το «Κρήτες αεί ψεύσται» κ.λ.π
Πάντως και σήμερα ακόμη δεν έχουμε απαλλαγεί από αυτή την 
κακή φήμη, 
αφού και τα σύγχρονα Λεξικά αναφέρουν μεταξύ άλλων: Κρητίζειν= Φέρομαι ως Κρης,
 ψεύδομαι, εξαπατώ, και την παροιμία «προς Κρήτα κρητίζειν» που λέγεται με την 
έννοια το να εξαπατά κάποιος τον απατεώνα.

Της Ηλέκτρας Καμπουράκη-Πατεράκη μαθηματικού ΠΗΓΗ  

Αναδημοσίευση από την 

εφημερίδα  «ΠΑΤΡΙΣ»

http://www.patris.gr/article/161201?PHPSESSID=#.Uvf01_u7JNQ