ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ MATRIX

Αυγούστου 2014

άρθρο του παπα-Δημήτρη Θεοφίλου M.D Θα είχε ενδιαφέρον να αναζητήσει κάποιος να βρει ποιο είναι το πολυσυζητημένο matrix.Στο μύθο της σπηλιάς του Πλάτωνα, γίνεται αναφορά για κάποιο μυστικό τόπο μυήσεων, όπου τον υποψήφιο για να μυηθεί, τον κατέβαζαν βαθειά μέσα σε μια σπηλιά (ΜΗΤΡΑ – MATRIX), όπου τον τοποθετούσαν με το πρόσωπο στα τοιχώματα της, κατόπιν άναβαν από πίσω του μια φωτιά και στη συνέχεια, του έδειχναν τις σκιές που σχηματίζονταν φανερώνοντάς του ότι αυτό που έβλεπε με τα «φυσικά του μάτια», οι σκιές δηλαδή, ήταν ο πραγματικός φυσικός κόσμος μας. Όμως στην πραγματικότητα όλα αυτά που έβλεπε, δεν ήταν παρά μια πλάνη, μια αυταπάτη και μια ψευδαίσθηση, αφού τίποτε από όλα αυτά δεν υπήρχε ως αντικειμενική αλήθεια.Όσο πλησιάζεις προς το matrix μιας εικονικής πραγματικότητας, τόσο εστιάζεις και επικεντρώνεις στην υποκειμενική εικόνα των αισθήσεών σου, η οποία κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες μετατρέπεται σε φενάκη (ψευδαίσθηση). Όπως οι σκιές του πλατωνικού σπηλαίου μετατρέπονται σε φαντασιακές απεικονίσεις προσώπων και αντικειμένων, έτσι και μια αλγοριθμική ροή αριθμών μετατρέπεται σε εικόνες προσώπων και γεγονότων, πέρα για πέρα κατασκευασμένων και αντικειμενικά ανύπαρκτων. Η εικόνα της εγκεφαλικής επεξεργασίας, διαμέσου των ανθρώπινων συναισθημάτων, δημιουργεί πολλές φορές εξάρτηση, επιθυμίες, φόβους, ενοχές και ψευδαισθήσεις, σαν μια αλγοριθμική ακολουθία αριθμών δοσμένων σε μια πολύ-παραμετρική εξίσωση.Το matrix μοιάζει με την ονειρική διαδικασία, μόνο που αυτό συμβαίνει σε πραγματικό άγρυπνο χρόνο, παγιδεύοντας το συνειδητό μέρος, του εγκεφάλου και του ψυχισμού, ενώ το όνειρο εκτείνεται με γνώμονα το ασυνείδητο κομμάτι του ανθρώπινου εγκεφάλου και ψυχισμού.Η εποχή μας είναι γεγονός, πως προσπαθεί επίπονα, να ισορροπήσει στο κατώφλι της μετανεωτερικότητας – που σημαίνει μετά-ιστορία, μετά-θρησκεία και μετά-φιλοσοφία, με κυρίαρχη δύναμη την τεχνική και τα παράγωγά της – με την εικονική ψευδαίσθηση του matrix, αλλά με μεγάλη αστάθεια (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του χάους που μπορεί να προκαλέσει το «πέταγμα της πεταλούδας»1) και επικινδυνότητα. Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο αυτών φάσεων της ανθρώπινης περιπέτειας είναι η ουτοπία, σε σχέση με την δυνατότητα του ανθρώπου, να ορίσει και να προσδιορίσει τα πάντα, δίχως έξω-κοσμικό σημείο αναφοράς, δίχως ελπιδοφόρα προσδοκία της Ανάστασης, με τον ερχομό της Βασιλείας Του.Από τη μια μεριά η τεχνική δρα σαν ένας τεράστιος παράγοντας αφαίρεσης πάνω στην κοινωνική, τη φυσική και την ανθρώπινη πραγματικότητα. Η ιδέα της «εικονικής κοινωνίας» έχει ήδη αρχίσει να γίνεται αποδεκτή… Δεν υπάρχει πλέον νόημα. Υπάρχει αφαίρεση όλων των δραστηριοτήτων, όλων των εργασιών, όλων των συγκρούσεων, οι οποίες τοποθετούνται σε μια επικαιρότητα που στερείται βάθους2. Από την άλλη η «εσχατολογική» προοπτική της τεχνικής, η οριζόμενη ως matrix, η οποία όμως έχει οδηγήσει τον άνθρωπο σε απόλυτη υποδούλωση, αφού έχει καρπωθεί την ελευθερία και το αυτεξούσιό του, αφήνοντάς τον μόνο του, να παλέψει, με τους δαίμονες του μυαλού και της ψυχής του, σε ένα κόσμο άστοργο και άνυδρο, που θυμίζει την κόλαση του Δάντη3.Ως matrix θα μπορούσε να οριστεί η έννοια της απόλυτης σκλαβιάς και υποδούλωσης του ανθρώπου στις μηχανές και στην ψευδαίσθηση που αυτές παράγουν, το πλήρες ξαστόχημα από το «κατ’ εικόνα» στο «παρά φύσιν» αντί για το «καθ’ ομοίωσιν».Υπάρχουν χειροπιαστά δεδομένα της σύγχρονης σκλαβιάς, που οδηγεί την ανθρωπότητα το matrix, και αυτά είναι:
α)Η μισάνθρωπη φορολογία και οι δαιμονικοί φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί, που εξουθενώνουν τον άνθρωπο, εγκλωβίζοντας τον στην ύλη.
β)Ο άκρατος καταναλωτισμός, ως Ύβρις και ο εν συνεχεία ακατάσχετος δανεισμός από τις τράπεζες και κατόπιν το ανεκπλήρωτο χρέος προς αυτές, ως Νέμεσις.
γ)Η «άρρωστη ιατρική», που θεραπεύει πρόσκαιρα και με μερικότητα, διατηρώντας την αλαζονεία, πως γνωρίζει τα πάντα περί ανθρώπου, και κατά συνέπεια μπορεί να θεραπεύσει τα πάντα, δίχως καμιά πνευματική αναφορά και ελπίδα πέρα από την ύλη και τη στείρα γνώση.
δ)Η γιγαντοποίηση της φαρμακευτικής παρουσίας, ως ενός δήθεν απαραίτητου παράγοντα, στην εξίσωση της βιολογικής επιβίωσης, μέσα από την καλλιεργούμενη φαρμακομανία, σε βιολογικό και ψυχολογικό επίπεδο.
ε)Η άκριτη χρήση της τηλεόρασης και του διαδικτύου ως εξαρτησιογόνων μηχανισμών, που αποσκοπούν αρχικά στο μούδιασμα του εγκεφάλου και τη διαφθορά της ψυχής, και στη συνέχεια σε ένα απόλυτο soul – mind control (ψυχο – διανοητικό έλεγχο).
Η παρακολούθηση των πάντων, μέσα από ένα ιδιότυπο big brother (μεγάλο αδελφό) Οργουελικών αναφορών, αλλά εκσυγχρονισμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας.
στ)Τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα που οδηγούν μαθηματικά τον άνθρωπο στην ασθένεια και το θάνατο, μεσοπρόθεσμα η μακροπρόθεσμα.
ζ)Η διαμόρφωση νέων στερεότυπων, με την διαγραφή (delete) εθνικών παραδόσεων, θρησκευτικών αναφορών και ιστορίας, γενικότερα μια επιχειρούμενη λοβοτομή, στο συλλογικό χθες των εθνών.Το ερώτημα που ανακύπτει είναι υπάρχει ελπίς;Φυσικά και υπάρχει, φτάνει ο σύγχρονος άνθρωπος να αποσύρει το συντομότερο δυνατόν, την εμπιστοσύνη του από τον εγωισμό του, τις ικανότητές του και την κατασκευασμένη τεχνολογία του.Φτάνει να στραφεί περισσότερο προς το εσωτερικό του κομμάτι, και να κατευθύνει το ενδιαφέρον του προς τις αναντίρρητες ανάγκες, του διπλανού του, παύοντας να θεωρεί τον εαυτό του ως το κέντρο του κόσμου και τότε είναι σίγουρο πως θα συναντήσει την πληρότητα και την γαλήνη, που τόσο απεγνωσμένα ψάχνει, αλλά δεν μπορεί να βρει, αφού τις ψάχνει σε λάθος τόπους και με λάθος τρόπους.

Η Παναγία είχε ταπεινοφροσύνη. Δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο. Ήταν απόγονοςτου βασιλιά και προφήτη Δαβίδ που τόση εκτίμηση είχαν γι’ αυτόν οι Ιουδαίοι. Κιόπως θα λέγαμε σήμερα, όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές γι’ αυτήν. Όμως εκείνηπροτίμησε την αφάνεια. Και έμεινε σ’ αυτήν θεληματικά όχι μόνο στις δύσκολεςώρες των δοκιμασιών και του Σταυρού, αλλά και στις ένδοξες στιγμές τηςΑνάστασης και της Πεντηκοστής. Κι αυτό φαίνεται κι από τα ευαγγέλια πουκαμιά αναφορά δεν κάνουν στον ρόλο της στην πρώτη Εκκλησία. Αυτή, τοσημαντικότερο πρόσωπο της ανθρώπινης ιστορίας!…Είναι μια αρετή η ταπεινοφροσύνη που λείπει ίσως περισσότερο από μας πουθεωρούμαστε οι άνθρωποι της Εκκλησίας και συχνά βλέπουμε με κάποιαυπεροψία τους άλλους. Μας αρέσει να μιλάνε για μας και συχνά η αυταρέσκεια«χτυπάει κόκκινο»!… Μας αρέσει ο έπαινος των ανθρώπων, η δημοσιότητα, ταχειροκροτήματα. Και το έχει καταλάβει κι ο σατανάς και φουσκώνει τον εγωισμόμας σαν μπαλόνι κι εμείς καμαρώνουμε για τα πτυχία μας, για τις ικανότητές μας, για τα καλά μας έργα και… για τις αρετές μας! Αλλά γεννιέται το ερώτημα: έναςάνθρωπος που αναζητάει και απολαμβάνει την αναγνώριση του κόσμου, τι έχεινα περιμένει πια από το Θεό που είπε: «επί τίνα επιβλέψω ειμί επί τον ταπεινόνκαι ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους». Σε ποιόν άλλο να δώσω την χάρημου παρά σε εκείνον που είναι ταπεινός, που κάνει αθόρυβα το καθήκον του καισέβεται και εφαρμόζει το θέλημά μου;Σε μια εποχή γεμάτη έπαρση που καταστρέφει την επι-κοινωνία με τα τείχηπου υψώνει, η ταπεινοφροσύνη ως αυθεντικός τρόπος ύπαρξης αποτελεί τηνμόνο απάντηση!

Σπίρτα: από τα «ραβδιά της φωτιάς» στα «φώτα τριβής»……..
 Τα πρώτα σπίρτα πουλήθηκαν σε ένα βιβλιοπωλείο της Αγγλίας, το 1827. Από την αρχή της εμφάνισής του εκτός Αφρικής γνωρίζουμε ότι ο Homo Sapiens «έπαιζε με τη φωτιά». 

Είτε όμως τρίβοντας ξύλα πάνω από ίσκα είτε χτυπώντας πυριτόλιθους ή ψεκάζοντας «υγρόν πυρ» στα μονόξυλα των Ρως, η όλη διαδικασία πάντα έπαιρνε χρόνο. Το «στιγμιαίο» της πυροδότησης ανήκε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δία ή αργότερα της Ανάστασης με το Αγιον Φως.

Η τάξη αυτή των πραγμάτων φαίνεται ότι άλλαξε περίπου εννέα αιώνες μετά τον Χριστό: γύρω στο 950 μ.Χ. ο κινέζος συγγραφέας του βιβλίου «Κατάλογος Ανείπωτων και Περίεργων» Τάο Γκου περιέγραψε σε αυτό «ραβδιά της φωτιάς» που άναβαν με θειάφι. Το πώς γινόταν αυτό δεν δηλωνόταν σαφώς, αλλά σίγουρα δεν περιελάμβανε τριβή.
Πέρασαν άλλοι εννέα αιώνες ωσότου, το 1805, ο γάλλος χημικός Ζαν Σανσέλ (Jean Chancel) κατάφερε να ανάψει το πρώτο «σπίρτο» βυθίζοντας ένα ξυλαράκι εμβαπτισμένο σε ζάχαρη και χλωριούχο κάλιο σε ένα μπουκαλάκι με θειικό οξύ μεγάλης συγκέντρωσης. 

Οπως μάλλον φαντάζεστε, το εύρημα του Σανσέλ μόνο ακίνδυνο δεν ήταν: μαζί με τη φλόγα αναδιδόταν ένα κίτρινο και δύσοσμο αέριο, το διοξείδιο του χλωρίου, που εκρηγνυόταν με το παραμικρό κατά την επαφή του σχεδόν με οτιδήποτε!

Το 1826 ο Βρετανός Τζον Γουόκερ (John Walker) δεν είχε καν στο μυαλό του το πρόβλημα ανάφλεξης του Σανσέλ: απλώς ανακάτευε σε μια κατσαρόλα κάποια χημικά με ένα ξύλινο ραβδί. Κάποια στιγμή είδε ότι στην άκρη του ραβδιού είχε σχηματιστεί ένας σβώλος που εμπόδιζε την ανάδευση. 

Σήκωσε το ραβδί και βάλθηκε να ξεκολλήσει τον σβώλο ξύνοντάς τον. Ω του θαύματος: ο σβώλος πήρε φωτιά. Το μυαλό του Γουόκερ πήρε επίσης φωτιά από τις σκέψεις καταλήγοντας στο να καταγράψει τη συνταγή του εμπρηστικού μείγματος. 

Στις 7 Απριλίου 1827 επισκέφθηκε το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς του, όπου πούλησε τα πρώτα σπίρτα, που τα ονόμαζε φώτα τριβής (Friction Lights). Αποτελούνταν από ξυλάκια μήκους οκτώ περίπου εκατοστών τοποθετημένα σε ένα κουτί μαζί με γυαλόχαρτο για να τα τρίβεις.      

Θα υποθέτετε τώρα ότι ο Γουόκερ έγινε πάμπλουτος από αυτό το άγγιγμα της τύχης. Κι όμως: μοσχοπούλησε μεν τα πρώτα 250 κουτιά σπίρτων του, αλλά δεν θέλησε να τα κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. 

Οπότε κάποιος πιο επιτήδειος, ονόματι Σάμιουελ Τζόουνς, αντέγραψε την ιδέα, την κατοχύρωσε και με την εμπορική ονομασία Lucifer (Φωτοδότης) ξεκίνησε τη βιομηχανία των σπίρτων.

Φούρνος μικροκυμάτων – «τέκνο» των οπλικών συστημάτων………


Ο πρώτος φούρνος μικροκυμάτων – το 1947 – είχε μέγεθος ψυγείου. Λίγο μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1946, ο αμερικανός μηχανικός Πέρσι Σπένσερ (Percy Spencer) ετοίμαζε για τη βιομηχανία οπλικών συστημάτων Raytheon έναν νέο τύπο ραντάρ. 

Βελτίωνε συγκεκριμένα έναν νέο τύπο σωλήνα κενού, το magnetron, που εξέπεμπε μικροκύματα προκειμένου να τροφοδοτήσει τη λειτουργία του ραντάρ. 

Καθώς ο Σπένσερ ανέβαζε την ισχύ του magnetron ένιωσε μια σοκολάτα που είχε στην τσέπη της εργαστηριακής ρόμπας του να λιώνει. Οπως θα κάναμε όλοι μας, την έβγαλε αμέσως από την τσέπη και την πέταξε. 

Ο Σπένσερ όμως δεν ήταν ακριβώς «όπως όλοι μας»: ήταν ήδη κάτοχος 120 πατεντών. Οπότε πήρε λίγους σπόρους καλαμποκιού και τους έβαλε μπροστά στο magnetron. 

Αμέσως εκείνοι έσκασαν ανοίγοντας σε ποπ κορν. Επειτα δοκίμασε με άλλα τρόφιμα και είδε ότι όλα ζεσταίνονταν. Ηταν λοιπόν σίγουρο πως έφταιγαν τα μικροκύματα που εξέπεμπε ο σωλήνας κενού. 

Μετά ο Σπένσερ βάλθηκε να καταλάβει το πώς συνέβαινε αυτό και πώς θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο.  Το αποτέλεσμα ήταν να πείσει τη Raytheon να κατασκευάσουν το 1947 τον πρώτο φούρνο μικροκυμάτων. 

Ονομαζόταν Radarange, ζύγιζε κάπου μισό τόνο, είχε ύψος ανθρώπου και πουλιόταν για 5.000 δολάρια. Ευνόητο είναι πως δεν «χώραγε» στην κουζίνα του καθενός μας. 

Το μέγα βήμα εισβολής στην οικιακή οικονομία έγινε μόλις το 1967, όταν η Raytheon (μέσω της θυγατρικής της, Amana) παρουσίασε έναν επιτραπέζιο φούρνο μικροκυμάτων που έναντι 495 δολαρίων αυτή τη φορά κατόρθωνε να εμπερικλείει με ασφάλεια  όλον τον μηχανισμό που χρειαζόταν για να ξεκινήσει η εποχή της… εργασίας αμφοτέρων των συζύγων.