Καλό βράδυ από τον Κόκκινο Δωρίδας
Η Παναγία είχε ταπεινοφροσύνη. Δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο. Ήταν απόγονοςτου βασιλιά και προφήτη Δαβίδ που τόση εκτίμηση είχαν γι’ αυτόν οι Ιουδαίοι. Κιόπως θα λέγαμε σήμερα, όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές γι’ αυτήν. Όμως εκείνηπροτίμησε την αφάνεια. Και έμεινε σ’ αυτήν θεληματικά όχι μόνο στις δύσκολεςώρες των δοκιμασιών και του Σταυρού, αλλά και στις ένδοξες στιγμές τηςΑνάστασης και της Πεντηκοστής. Κι αυτό φαίνεται κι από τα ευαγγέλια πουκαμιά αναφορά δεν κάνουν στον ρόλο της στην πρώτη Εκκλησία. Αυτή, τοσημαντικότερο πρόσωπο της ανθρώπινης ιστορίας!…Είναι μια αρετή η ταπεινοφροσύνη που λείπει ίσως περισσότερο από μας πουθεωρούμαστε οι άνθρωποι της Εκκλησίας και συχνά βλέπουμε με κάποιαυπεροψία τους άλλους. Μας αρέσει να μιλάνε για μας και συχνά η αυταρέσκεια«χτυπάει κόκκινο»!… Μας αρέσει ο έπαινος των ανθρώπων, η δημοσιότητα, ταχειροκροτήματα. Και το έχει καταλάβει κι ο σατανάς και φουσκώνει τον εγωισμόμας σαν μπαλόνι κι εμείς καμαρώνουμε για τα πτυχία μας, για τις ικανότητές μας, για τα καλά μας έργα και… για τις αρετές μας! Αλλά γεννιέται το ερώτημα: έναςάνθρωπος που αναζητάει και απολαμβάνει την αναγνώριση του κόσμου, τι έχεινα περιμένει πια από το Θεό που είπε: «επί τίνα επιβλέψω ειμί επί τον ταπεινόνκαι ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους». Σε ποιόν άλλο να δώσω την χάρημου παρά σε εκείνον που είναι ταπεινός, που κάνει αθόρυβα το καθήκον του καισέβεται και εφαρμόζει το θέλημά μου;Σε μια εποχή γεμάτη έπαρση που καταστρέφει την επι-κοινωνία με τα τείχηπου υψώνει, η ταπεινοφροσύνη ως αυθεντικός τρόπος ύπαρξης αποτελεί τηνμόνο απάντηση!
Είτε όμως τρίβοντας ξύλα πάνω από ίσκα είτε χτυπώντας πυριτόλιθους ή ψεκάζοντας «υγρόν πυρ» στα μονόξυλα των Ρως, η όλη διαδικασία πάντα έπαιρνε χρόνο. Το «στιγμιαίο» της πυροδότησης ανήκε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δία ή αργότερα της Ανάστασης με το Αγιον Φως.
Οπως μάλλον φαντάζεστε, το εύρημα του Σανσέλ μόνο ακίνδυνο δεν ήταν: μαζί με τη φλόγα αναδιδόταν ένα κίτρινο και δύσοσμο αέριο, το διοξείδιο του χλωρίου, που εκρηγνυόταν με το παραμικρό κατά την επαφή του σχεδόν με οτιδήποτε!
Σήκωσε το ραβδί και βάλθηκε να ξεκολλήσει τον σβώλο ξύνοντάς τον. Ω του θαύματος: ο σβώλος πήρε φωτιά. Το μυαλό του Γουόκερ πήρε επίσης φωτιά από τις σκέψεις καταλήγοντας στο να καταγράψει τη συνταγή του εμπρηστικού μείγματος.
Στις 7 Απριλίου 1827 επισκέφθηκε το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς του, όπου πούλησε τα πρώτα σπίρτα, που τα ονόμαζε φώτα τριβής (Friction Lights). Αποτελούνταν από ξυλάκια μήκους οκτώ περίπου εκατοστών τοποθετημένα σε ένα κουτί μαζί με γυαλόχαρτο για να τα τρίβεις.
Θα υποθέτετε τώρα ότι ο Γουόκερ έγινε πάμπλουτος από αυτό το άγγιγμα της τύχης. Κι όμως: μοσχοπούλησε μεν τα πρώτα 250 κουτιά σπίρτων του, αλλά δεν θέλησε να τα κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Οπότε κάποιος πιο επιτήδειος, ονόματι Σάμιουελ Τζόουνς, αντέγραψε την ιδέα, την κατοχύρωσε και με την εμπορική ονομασία Lucifer (Φωτοδότης) ξεκίνησε τη βιομηχανία των σπίρτων.
Ο πρώτος φούρνος μικροκυμάτων – το 1947 – είχε μέγεθος ψυγείου. Λίγο μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1946, ο αμερικανός μηχανικός Πέρσι Σπένσερ (Percy Spencer) ετοίμαζε για τη βιομηχανία οπλικών συστημάτων Raytheon έναν νέο τύπο ραντάρ.
Βελτίωνε συγκεκριμένα έναν νέο τύπο σωλήνα κενού, το magnetron, που εξέπεμπε μικροκύματα προκειμένου να τροφοδοτήσει τη λειτουργία του ραντάρ.
Καθώς ο Σπένσερ ανέβαζε την ισχύ του magnetron ένιωσε μια σοκολάτα που είχε στην τσέπη της εργαστηριακής ρόμπας του να λιώνει. Οπως θα κάναμε όλοι μας, την έβγαλε αμέσως από την τσέπη και την πέταξε.
Ο Σπένσερ όμως δεν ήταν ακριβώς «όπως όλοι μας»: ήταν ήδη κάτοχος 120 πατεντών. Οπότε πήρε λίγους σπόρους καλαμποκιού και τους έβαλε μπροστά στο magnetron.
Αμέσως εκείνοι έσκασαν ανοίγοντας σε ποπ κορν. Επειτα δοκίμασε με άλλα τρόφιμα και είδε ότι όλα ζεσταίνονταν. Ηταν λοιπόν σίγουρο πως έφταιγαν τα μικροκύματα που εξέπεμπε ο σωλήνας κενού.
Μετά ο Σπένσερ βάλθηκε να καταλάβει το πώς συνέβαινε αυτό και πώς θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο. Το αποτέλεσμα ήταν να πείσει τη Raytheon να κατασκευάσουν το 1947 τον πρώτο φούρνο μικροκυμάτων.
Ονομαζόταν Radarange, ζύγιζε κάπου μισό τόνο, είχε ύψος ανθρώπου και πουλιόταν για 5.000 δολάρια. Ευνόητο είναι πως δεν «χώραγε» στην κουζίνα του καθενός μας.
Το μέγα βήμα εισβολής στην οικιακή οικονομία έγινε μόλις το 1967, όταν η Raytheon (μέσω της θυγατρικής της, Amana) παρουσίασε έναν επιτραπέζιο φούρνο μικροκυμάτων που έναντι 495 δολαρίων αυτή τη φορά κατόρθωνε να εμπερικλείει με ασφάλεια όλον τον μηχανισμό που χρειαζόταν για να ξεκινήσει η εποχή της… εργασίας αμφοτέρων των συζύγων.














