Καλη σχολική χρονιά !!!
Από τον Γιάννη τον Αναγνωστάκη η πιο κάτω ανάρτηση
Καθώς στεκόταν μπρος στην τάξη της την Ε’ δημοτικού, την πρώτη ημέρα του σχολείου ηκυρία Τζοβάννα είπε στα παιδιά ένα ψέμα. Όπως οι περισσότερες δασκάλες, κοίταξε τουςμαθητές της και είπε ότι τους αγαπούσε όλους το ίδιο.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, διότι εκεί στην μπροστινή σειρά, βυθισμένο στοκάθισμά του ήταν ένα μικρό αγόρι, ο Μάνος Μανούσας… Η κυρία Τζοβάννα είχεπαρακολουθήσει τον Μάνο την προηγούμενη χρονιά και είχε προσέξει ότι οΜάνος δεν έπαιζε καλά με τα άλλα παιδιά. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα.Πάντα φαινόταν ότι χρειαζόταν μπάνιο. Και ο Μάνος μπορούσε να είναι πολύδυσάρεστος.Στο σχολείο που δούλευε η κυρία Τζοβάννα έπρεπε να επιθεωρήσει του κάθεμαθητού το ιστορικό. Άφησε του Μάνου το ιστορικό να το διαβάσει τελευταίο.Όταν όμως διάβασε το ιστορικό που έγραφαν οι προηγούμενες δασκάλες έμεινεέκπληκτη!Η δασκάλα της Α’ δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος είναι ένα φωτεινό παιδί με έτοιμο πάντα το χαμόγελο. Κάνει τις εργασίες του σωστά και προσεγμένα, και έχει καλούς τρόπους… είναι χαρά να τον έχουμε κοντά μας».Η δασκάλα της Β’ δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος είναι άριστος μαθητής. Αγαπητός από τους συμμαθητές του, αλλά φαίνεται προβληματισμένος εξ αιτίας της μητέρας του που έχει μια ανίατη ασθένεια, η ζωή στο σπίτι θα είναι δύσκολη».Η δασκάλα της Γ’ δημοτικού έγραφε: «Ο θάνατος της μητέρας του ήταν πολύ σκληρός και οδυνηρός για αυτόν. Προσπαθεί να κάνει καλά τις εργασίες του, αλλά ο πατέρας του δε δείχνει πολύ ενδιαφέρον. Η ζωή του σπιτιού σύντομα θα τον επηρεάσει εάν δε παρθούν ορισμένα μέτρα».Η δασκάλα της Δ’ δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος έχει αποσυρθεί και δεν δείχνει ενδιαφέρον για το σχολείο. Δεν έχει πολλούς φίλους και πολλές φορές κοιμάται στην τάξη».Διαβάζοντας όλα αυτά η κυρία Τζοβάννα κατάλαβε το πρόβλημα και ντράπηκε πολύ για τον εαυτό της. Αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα, όταν οι μαθητές της της έφεραν χριστουγεννιάτικα δώρα. Όλα ήταν διπλωμένα σε πολύχρωμα χαρτιά με ωραίους φιόγκους, εκτός από του Μάνου. Το δώρο του ήταν άγαρμπα διπλωμένο σε μια καφετιά χοντρή σακούλα του μανάβη. Η κυρία Τζοβάννα δυσκολεύτηκε να το ανοίξει εν μέσω των άλλων δώρων. Μερικά παιδιά άρχισαν να γελάνε όταν έβγαλε από τη σακούλα ένα βραχιόλι που λείπανε μερικές από τις ψεύτικες αδαμάντινες χάντρες και ένα μπουκάλι ένα τέταρτο γεμάτο άρωμα. Αλλά έπνιξε τα γέλια των μαθητών καθώς είπε θαυμαστικά πόσο όμορφο ήταν το βραχιόλι φορώντας το στο χέρι της και βάζοντας μερικές σταγόνες στον καρπό του χεριού της.Ο Μάνος έμεινε λίγο παραπάνω στο σχολείο στο σχόλασμα για να πει «κυρία Τζοβάννα σήμερα μυρίζατε όπως ακριβώς μύριζε η μαμά μου». Όταν έφυγαν τα παιδιά έκλαιγε για περίπου μισή ώρα. Από εκείνη την ημέρα η κυρία σταμάτησε να διδάσκει ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στο Μάνο. Καθώς δούλευε μαζί του το μυαλό του ζωντάνευε. Όσο πιο πολύ τον ενθάρρυνε τόσο πιο γρήγορα ανταποκρινόταν. Έως το τέλος του χρόνου ο Μάνος είχε γίνει ένα από τα πιο έξυπνα παιδιά της τάξης του, και παρόλο το ψέμα ότι θα αγαπούσε όλα τα παιδιά το ίδιο η κυρία Τζοβάννα ευνοούσε τον Μάνο ιδιαίτερα.Μετά από ένα χρόνο βρήκε ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα της. Ήταν από τον Μάνο. Της έλεγε ότι ακόμη ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του. Πέρασαν έξι χρόνια πριν πάρει άλλο σημείωμα από τον Μάνο. Της έγραφε ότι τελείωσε το Λύκειο και ήταν τρίτος στην τάξη του, και ότι ακόμη ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.Μετά τέσσερα χρόνια πήρε άλλο ένα σημείωμα που της έλεγε ότι παρόλο που τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα κατάφερε να επιμείνει και να συνεχίσει τις σπουδές του, και ότι σύντομα θα αποφοιτούσε από το πανεπιστήμιο με τις μεγαλύτερες διακρίσεις. Την διαβεβαίωνε ότι αυτή ήταν η πιο αγαπητή δασκάλα που είχε σε όλη του την ζωή.Πέρασαν ακόμη τέσσερα χρόνια και έφτασε ακόμα άλλο ένα γράμμα. Αυτή τη φορά εξηγούσε ότι αφού πήρε το δίπλωμά του αποφάσισε να προχωρήσει πιο πολύ και να κάνει διδακτορικό. Στο γράμμα εξηγούσε ότι αυτή παρέμεινε η πιο καλή και αγαπητή δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του. Μα τώρα το όνομά του ήταν πιο μακρύ Dr. Εμμανουήλ Σ. Μανούσος.Η ιστορία δεν τελείωνε εκεί. Υπήρξε ακόμη ένα γράμμα εκείνη την άνοιξη. Ο Μάνος της ανακοίνωνε ότι είχε γνωρίσει μια υπέροχη κοπέλα την οποία θα παντρευόταν. Της εξηγούσε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν μερικά χρόνια και αναρωτιόταν αν θα συμφωνούσε να παραβρεθεί στο γάμο και να καθόταν στη θέση της μητέρας του γαμπρού. Βεβαίως η κυρία Τζοβάννα δέχτηκε. Μαντέψτε! Στο γάμο φορούσε εκείνο το βραχιόλι που της είχε δωρίσει κάποια Χριστούγεννα – χρόνια πίσω. Ναι, εκείνο το βραχιόλι που έλειπαν οι αδαμάντινες πέτρες. Και βεβαιώθηκε ότι φορούσε το ίδιο άρωμα που θυμόταν ότι φορούσε η μητέρα του Μάνου στα τελευταία τους Χριστούγεννα μαζί.Όταν συναντήθηκαν αγκαλιάστηκαν με στοργή. Ο κύριος Μανούσος ψιθύρισε στο αυτί της κυρίας Τζοβάννας «Σας ευχαριστώ κυρία Τζοβάννα που πιστεύατε σε μένα. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που με κάνατε να νιώθω σπουδαίος και μου δείξατε πως εγώ μπορούσα να διαφέρω».Η κυρία Τζοβάννα με δάκρυα στα μάτια ψιθύρισε: «Μάνο μου λάθος κατάλαβες. Εσύ ήσουν που δίδαξες σε εμένα πώς να διαφέρω. Δεν ήξερα πώς να διδάσκω μέχρι που σε γνώρισα».Σε παρακαλώ να θυμάσαι πως ό,τι κι αν κάνεις, όπου κι αν πας θα έχεις την ευκαιρία να αγγίξεις ή και να αλλάξεις τη σκοπιά, την άποψη ενός ανθρώπου. Και όταν το κάνεις σε παρακαλώ προσπάθησε να την κάνεις θετική.
Yevgeny Khaldei – Η ανύψωση της σημαίας των Σοβιετικών, 1945

Αποτελεί μία από τις αναγνωρίσιμες φωτογραφίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μπορεί να μην ήταν αυθόρμητη όπως το πρότυπό της, η φωτογραφία του Joe Rosenthal με την αμερικανική σημαία να υψώνεται στο Iwo Jima, αλλά έγραψε τη δική της ιστορία.
Εκτός από καθοδηγούμενη, η πραγματική φωτογραφία είναι πειραγμένη. Οι Σοβιετικοί, επηρεασμένοι από τη δημοσιότητα που είχε πάρει η φωτογραφία του Joe Rosenthal, ζήτησαν από τον φωτογράφο να ταξιδέψει από τη Μόσχα στο Βερολίνο για τη λήψη μιας ανάλογης φωτογραφίας που θα συμβόλιζε τη νίκη τους εναντίον των Γερμανών.
Ξεκινώντας το ταξίδι του, ο Yevgeny Khaldei έβαλε στη βαλίτσα του και τη σημαία της Σοβιετικής Ένωσης. Μόλις έφτασε στο Βερολίνο άρχισε να αναζητά τοποθεσίες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ιδανικό “κάδρο” για τη λήψη του.
Ανάμεσα στα σημεία που απέρριψε προτού καταλήξει στο κτίριο Reichstag, όπου βέβαια η σημαία των Σοβιετικών είχε υψωθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, ήταν η Πύλη του Βραδεμβούργου και και το Αεροδρόμιο Tempelhof.
Στις 2 Μαΐου του 1945 έφτιαξε την “ομάδα” του -Σοβιετικοί στρατιώτες- και επιχείρησε να αναπαραστήσει τη στιγμή. Η φωτογραφία τραβήχτηκε αλλά η παρατηρητικότητα των Σοβιετικών θα έφερνε τις απαραίτητες αλλοιώσεις στο τελικό αποτέλεσμα.
Τα δύο ρολόγια που στην πραγματική λήψη φορά ένας εκ των στρατιωτών φανέρωναν ότι είχε προχωρήσει σε λεηλασίες. Έτσι ζήτησαν από τον Khaldei να τα αφαιρέσει.
Από τη στιγμή που μπήκε βέβαια στη διαδικασία να “αλλοιώσει” το τελικό αποτέλεσμα, είπε να προχωρήσει και σε μία ακόμα βελτιωτική ενέργεια, δίνονταν έναν πιο σκούρο τόνο στον καπνό που φαίνεται στο βάθος.

Η νέα πειραγμένη έκδοση της φωτογραφίας δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ogonjok και έγινε παγκοσμίως αναγνωρίσιμη. Αφού όμως είχε μπει ο δαίμονας του… φωτογραφείου, το τελικό αποτέλεσμα συνέχισε να υφίσταται αλλοιώσεις. Έτσι η σημαία άρχισε να κυματίζει πιο δραματικά στον αέρα, ενώ αργότερα προστέθηκε και χρώμα.
Δεν υπήρξε όμως στιγμή στη ζωή του Yevgeny Khaldei που να έχει μετανιώσει για το γεγονός πως η φωτογραφία υπέστη αλλοιώσεις και κάθε φορά που τον ρωτούσε κάποιος θα απαντούσε “είναι μια καλή φωτογραφία και σημαντική ιστορικά. Επόμενη ερώτηση“.
Kevin Carter – Ο λιμός του Σουδάν, 1994

Ο Νοτιοαφρικανός φωτογράφος Kevin Carter, μέλος του Bang – Bang Club, πήγε στο Σουδάν για να αποτυπώσει με τον φακό του τη φρίκη του λιμού και της εξαθλίωσης.
Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με το θέαμα ενός μικρού κοριτσιού, εξαντλημένου από την πείνα, να προσπαθεί με όσες δυνάμεις διαθέτει να φτάσει στον σταθμό τροφοδοσίας του ΟΗΕ.
Έσκυψε για να τραβήξει μια λήψη των ματιών του σκελετωμένου κοριτσιού. Εκείνη τη στιγμή ένας γύπας προσγειώθηκε σε απόσταση 2-3 μέτρων, περιμένοντας τη στιγμή του θανάτου για να το κατασπαράξει.
Προσπάθησε να μην διώξει το αρπακτικό πουλί με κάποια του κίνηση μέχρι να απαθανατίσει με τον φωτογραφικό του φακό τη στιγμή. Ήθελε την καλύτερη δυνατή λήψη.
Όταν είχε το υλικό που ήθελε, κυνήγησε τον γύπα και συνέχισε να παρακολουθεί τον αγώνα επιβίωσης του μικρού κοριτσιού. Έκατσε κάτω από ένα δέντρο και άναψε τσιγάρο, ενώ μιλούσε στον Θεό και έκλαιγε.
“Είχε κατάθλιψη μετά. Έλεγε συνέχεια πως ήθελε να αγκαλιάσει την κόρη του” θυμάται η Silva που ήταν μαζί του στο ταξίδι.
Αργότερα, ο Kevin αποκάλυψε ότι περίμενε 20 λεπτά ελπίζοντας πως το αρπακτικό θα άνοιγε τα φτερά του. Το έργο του κέρδισε επαίνους αλλά και σκληρή κριτική. Η συγκεκριμένη φωτογραφία του χάρισε το βραβείο Pulitzer το 1994, ανοίγοντάς του τον δρόμο για σημαντικές συνεργασίες.
Στοιχειωμένος από τα όσα είχε αντικρίσει, τις εξαρτήσεις του από τα ναρκωτικά και τα οικονομικά προβλήματα, αυτοκτόνησε στα 33 του χρόνια, τρεις μήνες αφότου του απονεμήθηκε το βραβείο Pulitzer.












