Η φονική πλημμύρα του 1961 στην Αθήνα


Μία από τις πιο τραγικές και καταστροφικές στιγμές της έζησε η Αθήνα τη νύχτα της 5ης προς την 6η Νοεμβρίου του 1961. Μια άγρια και παρατεταμένη νεροποντή, που ξέσπασε λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, προκάλεσε έντονα πλημμυρικά φαινόμενα, που στοίχισαν τη ζωή σε 43 ανθρώπους, ενώ οι καταστροφές ήταν ανυπολόγιστες. 
Η καταστροφική πλημμύρα συνέβη δύο ημέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή και μία βδομάδα μετά τις βουλευτικές εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, στις οποίες θριάμβευσε η ΕΡΕ, αλλά έμειναν στην ιστορία ως «εκλογές βίας και νοθείας». Ήδη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Γεώργιος Παπανδρέου, είχε αμφισβητήσει τη νομιμότητά της και προετοίμαζε το έδαφος για τον «ανένδοτο αγώνα».
Κι ενώ αυτό ήταν το πολιτικό κλίμα της εποχής, γύρω στις 11:30 το βράδυ της 5ης Νοεμβρίου άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού και μέσα σ’ ένα τρίωρο η Αθήνα είχε μεταβληθεί σε μια απέραντη λιμνοθάλασσα. Τεράστιοι όγκοι νερού των ποταμών Κηφισού και Ιλισσού είχαν κατακλύσει τις Δυτικές και Βορειοδυτικές χαμηλές περιοχές της πρωτεύουσας. Τεράστιες ζημιές προκλήθηκαν στις περιοχές Μπουρνάζι, Νέα Λιόσια, Νέα Σφαγεία (Ταύρος), Θησείο, Αιγάλεω, Μοσχάτο, Νέο Φάληρο, Νίκαια και Άγιος Ιωάννης Ρέντη. Στην οδό Πειραιώς το ύψος του νερού έφθασε τα δύο μέτρα και προκάλεσε την καταστροφή μιας γέφυρας. Στο κέντρο της Αθήνας πολλοί δρόμοι μεταβλήθηκαν σε ορμητικούς χειμάρρους, όπως η Σίνα, η Ομήρου, η Βουκουρεστίου, η Πατησίων, η Αλεξάνδρας και η Συγγρού.
Το αποτέλεσμα της θεομηνίας αυτής ήταν να πνιγούν 43 άνθρωποι, να τραυματισθούν γύρω στους 300, να καταρρεύσουν 400 σπίτια, να πλημμυρίσουν πάνω από 4.000 οικήματα και να μείνουν άστεγες πάνω από 500 οικογένειες. Ιδιαίτερα επλήγησαν οι λαϊκές συνοικίες και οι φτωχογειτονιές της λεγόμενης «Δυτικής Όχθης» (Μπουρνάζι, Ανθούπολη, Νέα Λιόσια), όπου καταμετρήθηκαν και τα περισσότερα θύματα. Σύμφωνα με το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, οι υλικές ζημίες που προκλήθηκαν ήταν οι μεγαλύτερες της τελευταίας πεντηκονταετίας.
Όπως είναι φυσικό, η αντιπολίτευση προσέθεσε ένα ακόμα επιχείρημα στην πολεμική της κατά της ΕΡΕ και προσωπικά κατά του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που ήταν ήδη πέντε χρόνια πρωθυπουργός και «είχε αφήσει την Αθήνα έρμαιη στο έλεος των στοιχείων της φύσης, χωρίς στοιχειώδη αποχετευτικά και άλλα έργα υποδομής». Από την πλευρά του, ο υπουργός Συγκοινωνιών και Δημοσίων έργων Σόλων Γκίκας, που επισκέφθηκε τις πληγείσες περιοχές, δήλωσε ότι οι κυβερνήσεις της ΕΡΕ «εξετελέσθησαν όσα ουδέποτε έργα» και επέρριψε τυχόν ευθύνες στις προηγούμενες κυβερνήσεις.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/694#ixzz3IJEQE51p

«Κοίταζα τις θηλές της γιατί φοβόμουν ότι θα πεταχτούν στο πιάτο μου»

18:40 – Πέμπτη, 06 Νοεμβρίου 2014

Η εξήγηση της Σοφία Λόρεν για το θρυλικό βλέμμα της στη φωτογραφία με τη Τζέιν Μάσφιλντ

Προσπάθησε να κλέψει την παράσταση από τη Σοφία Λόρεν με ένα αποκαλυπτικό ντεκολτέ και χωρίς στηθόδεσμο. Η Τζέιν Μάσφιλντ όχι απλώς το… κατάφερε, αλλά τράβηξε πάνω της το λοξό βλέμμα της ίδιας της ιταλίδας σταρ, η οποία δεκαετίες μετά έδωσε την εξήγηση «φοβόμουν ότι οι θηλές της θα πεταχτούν στο πιάτο μου». «Θα εκραγούν και θα γεμίσουν όλο το τραπέζι», συμπλήρωσε!

Το δείπνο στο εστιατόριο Romanoff’s εκείνο το βράδυ ήταν προς τιμή της Λόρεν. Παρευρέθηκε όλη η αφρόκρεμα του Χόλιγουντ. Μεταξύ τους και η αμερικανίδα Τζέιν Μάνσφιλντ με τη συγκεκριμένη εμφάνιση. Η νεαρή τότε Σοφία Λόρεν είδε την Μάνφιλντ να κάθεται δίπλα της και χάρισε στους θαυμαστές της μια από τις πιο πολυσυζητημένες φωτογραφίες στην ιστορία του Χόλιγουντ. Τη στιγμή της ζήλιας και της αποδοκιμασίας, αλλά και του «καυστικού» βλέμματος, κλήθηκε να σχολιάσει τώρα η 80χρονη πια Λόρεν.  

Μιλώντας στο Entertainment Weekly έδωσε την εξήγηση που πολλοί περίμεναν χρόνια. «Κοίτα αυτήν τη φωτογραφία. Πού είναι το βλέμμα μου; Κοιτάζω επίμονα τις θηλές της γιατί φοβάμαι πως θα πεταχτούν στο πιάτο μου. Στο πρόσωπό μου μπορείς να δεις τον φόβο. Φοβάμαι πολύ πως τα πάντα που συγκρατούνται στο φόρεμά της θα εκραγούν και θα γεμίσουν ολόκληρο το τραπέζι!». 

  1. Όσοι καταφέρνουν να ανεβούν πολύ ψηλά στις επιχειρήσεις, έχουν ηθικό χρέος να μην αμείβονται καλά.

«Οι άνθρωποι πρέπει να παίρνουν λιγότερα απ’ όσα αξίζουν, όταν τα πηγαίνουν καλά στη ζωή τους. Είναι ηθικό τους καθήκον να μην αμείβονται καλά».
Από τον Charlie Munger που είναι το δεξί χέρι του πασίγνωστου επιχειρηματία-επενδυτή Warren Buffett στον όμιλο Berkshire Hathaway.

Άκου, θείο… | Του Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Αντί προλόγου, μια διευκρίνιση: Είναι μάλλον εύκολο να απαντήσει κανείς στον Γιώργο Τράγκα δημοσιογραφικά. Ειδικά το UNFOLLOW, ένα περιοδικό που βασίζει τα θέματά του στο ρεπορτάζ, ανοίγει θέματα που για άλλους είναι ταμπού, μιλάει σταθερά και με στοιχεία εναντίον της εγχώριας πλουτοκρατίας και αντιπολιτεύεται με στοιχεία, γιατί πιστεύει στο ρόλο της δημοσιογραφίας. Αντίθετα ο «θείος» (όπως αρέσκεται να αυτοαποκαλείται, αλλά και να τον αποκαλούν), κάπου ανάμεσα σε πρόσκαιρες συμμαχίες και σε διασπορά φόβων ότι έρχονται οι Τούρκοι να μας πάρουν τα σπίτια και οι Πακιστανοί να μας κολλήσουν Έμπολα (ή το αντίστροφο, δεν έχει σημασία…), κάνει κάθε μέρα PR στα ερτζιανά, διανθισμένο συνήθως με άναρθρες κραυγές.Το δύσκολο είναι να παρακολουθήσει κανείς τις πολιτικές του μεταμορφώσεις. Διότι σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει πρώτα να αφουγκραστεί προς ποια ακριβώς κατεύθυνση φυσάει τη δεδομένη στιγμή ο άνεμος. Άλλοτε αντιμνημονιακός, άλλοτε αντι-αντιμνημονιακός, ο Τράγκας δεν πιάνεται, είναι ένα δημοσιογραφικό χέλι. Με τόση γλίτσα πάνω του που ξεγλιστράει από όπου κι αν πας να τον πιάσεις. Μοιάζει να είναι με όλους και με κανέναν, γιατί πρωτίστως είναι με τον εαυτό του! Το μόνο που έχει μείνει αταλάντευτο στην πενηντάχρονη (κατά δήλωσή του) σχέση του Τράγκα με το επάγγελμά του, είναι η πυξίδα που δείχνει προς το προσωπικό του συμφέρον. Τι να κάνουμε; Έτσι αντιλαμβάνονται τη «δημοσιογραφία» οι εργολάβοι της ενημέρωσης…

Άκου, θείο…Την ώρα που σε φαντάζομαι καθισμένο στο Σούνιο να περιμένεις την τουρκική απόβαση, για την οποία εσχάτως μας λες ότι ευθύνεται ο «μικρός» (ο Τσίπρας δηλαδή), μου δίνεις την αφορμή να γράψω κάτι που το λέω καιρό σε συζητήσεις με φίλους (θυμάσαι τι είναι οι φίλοι ε; οι κανονικοί, όχι οι «δημοσιογραφικοί» που τους αλλάζεις σαν τα πουκάμισα), αλλά δεν το είχα γράψει ως τώρα.Για την οικονομική κρίση, θείο, που την ακολούθησε η ακόμα βαθύτερη κοινωνική κρίση του Μνημονίου, δεν υπάρχουν μόνο φυσικοί αυτουργοί, υπάρχουν και ηθικοί. Ναι, ευθύνονται οι πολιτικοί που έφεραν τη χώρα ως εδώ. Πρώτοι από όλους, όμως, ευθύνονται οι δημοσιογράφοι σαν κι εσένα που ούτε το άρθρο του Συντάγματος περί ελευθεροτυπίας σεβάστηκαν ποτέ, ούτε τους κανόνες δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ. Φταίνε ασφαλώς και η δικαιοσύνη και οι πολιτικοί και οι μεγαλοεπιχειρηματίες, αλλά τεράστιο μερίδιο ευθύνης έχουν κι αυτοί που –ενώ ήξεραν– σταθερά έκρυβαν από τον πολίτη την πραγματική κατάσταση της χώρας, με δημοσιογραφικές παλινωδίες του τύπου «σήμερα με αυτούς, αύριο είναι μια άλλη μέρα, βλέπουμε…». Φταίνε αυτοί που, ενώ έλεγαν ότι είναι δημοσιογράφοι, αντί να ελέγχουν την εξουσία, χρησιμοποιούσαν τις πληροφορίες τους για να συμμετέχουν στο φαγοπότι. Με δυο λόγια: Φταις κι εσύ, θείο!Μην απορείτε με τις κομανέτσιες κωλοτούμπες του θείου – αυτός ακριβώς είναι ο Γιώργος Τράγκας. Ακόμη και η εκπομπή από την οποία αναφέρθηκε στο UNFOLLOW και σε μένα προσωπικά ήταν μια συνεχής παλινδρόμηση. Είμαστε «καλό περιοδικό», αλλά είμαστε και «Συριζαίοι» – πώς γίνεται ένα δημοσιογραφικό περιοδικό να είναι καλό, αν -όπως ισχυρίζεται ο Γ. Τράγκας- παίρνει γραμμή από κάποιο κόμμα; Δεν του άρεσε το κείμενο, αλλά τελικά του φάνηκε και λίγο και ήθελε να γράψουμε καμιά εικοσαριά σελίδες. «Παίρνουμε γραμμή» από τον εξ απορρήτων του Τσίπρα, τον Παππά, αλλά και «έλα Λευτεράκη να τα πούμε στο γραφείο».Θα σε στενοχωρήσω, θείο, αλλά ΣΥΡΙΖΑ δεν είμαι. Έτσι κι αλλιώς ούτε αυτοί -αλλά ούτε και κανένας άλλος- θα με θέλανε. Ξέρεις γιατί, ρε θείο; Γιατί πάντα πίστευα και πιστεύω ότι η δημοσιογραφία δεν είναι ούτε δημόσιες σχέσεις, ούτε πολιτικές στρατεύσεις. Δημοσιογραφία είναι αυτό που σου υπαγορεύει το ρεπορτάζ. Και ρεπορτάζ είναι να βρίσκεις την αλήθεια και μετά να τη γράφεις. Ολόκληρη, όχι μισή. Να γράφεις αυτά που κάποιος δεν θέλει να γραφτούν –όχι να τα χρησιμοποιείς για ρεκλάμα.Επειδή όμως αποπειράθηκες να απαντήσεις και σε ελάχιστες από τις πληροφορίες του άρθρου, εδώ είμαστε να σου διευκρινίσουμε τις απορίες σου:Αισθάνθηκες ότι σε αδικούμε, θείο, γιατί γράψαμε ότι σηκώνεις το τηλέφωνο και παίρνεις όποιον θες. Απάντησες, μάλιστα, από τη συχνότητα του REAL ότι «έτσι κάνουν οι δημοσιογράφοι». Έτσι κάνουν οι δημοσιογράφοι, θείο, αλλά εμείς δεν γράψαμε αυτό. Γράψαμε ότι: «Ο Γ. Τράγκας, όπως λένε άνθρωποι που κατά καιρούς έχουν βρεθεί στο πλευρό του, με χαρακτηριστική άνεση μπορεί να σηκώσει το τηλέφωνο και να συνομιλήσει με τον Βαρδινογιάννη, τον Σάλλα, τον Μπόμπολα, τον Μελισσανίδη, τον Μυτιληναίο , τον Κόκκαλη και πλήθος άλλων ισχυρών επιχειρηματικών παραγόντων, οι οποίοι στην παρούσα φάση τάσσονται στο πλευρό του Σαμαρά». Και όχι, θείο, δεν παίρνεις τον Μπόμπολα ή τονΜελισσανίδη ή τον Βαρδινογιάννη ή τον Σάλλα  ή τον Μυτιληναίο για… ρεπορτάζ. Όταν παίρνεις στο τηλέφωνο τέτοιους επιχειρηματίες δεν αναζητείς πληροφορίες, αλλά χορηγούς. «Ρεκλάμα», όπως τη λες χαρακτηριστικά..Άκου θείο: Γράφουμε για το «κωλόσπιτο» (έτσι το έχεις αποκαλέσει ο ίδιος) για να σου υπενθυμίσουμε ότι αυτό ήταν ο λόγος που έγινες δημοσιογραφική Κομανέτσι. Σε έστειλαν στη δικαιοσύνη και τον Σεπτέμβριο ξεκίνησες αντάρτικο κατά –υποτίθεται– συριζαίων δικαστών που «δεν πρέπει να δικάζουν όταν έχουν καταγγείλει δημοσίως επιχειρηματίες». Και φώναζες ότι το δικαστήριο δεν σου αναγνώρισε ούτε τον έντιμο πρότερο βίο σου…Είπες, θείο, ότι συναντηθήκαμε και σου έδωσα συγχαρητήρια για τον αντιμνημονιακό σου αγώνα. Ναι, σου έδωσα, γιατί έτυχε εκείνη την εποχή να φοράς τον αντιμνημονιακό μανδύα που βόλευε καλύτερα τις προσωπικές σου επιδιώξεις. Μήπως όμως έπρεπε να πεις ολόκληρη την ιστορία; Δεν τη θυμάσαι; Δεν πειράζει, θείο, εδώ είμαστε να σου θυμίσουμε:Πρώτον: Ξέχασες να πεις ότι εσύ με φώναξες στο γραφείο σου μετά το ρεπορτάζ του UNFOLLOW για το λαθρεμπόριο και μόλις είχα δημοσιοποιήσει τις απειλές που δέχτηκα από τον Δ. Μελισσανίδη. Ήξερα πολύ καλά ότι εκείνη τη μέρα, σε εκείνο το γραφείο, δεν μιλούσα σε σένα, αλλά στον ίδιο τον Μελισσανίδη. Και η ρεκλάμα στο επόμενο τεύχος του περιοδικού σου, αλλά και το ρεπορτάζ για τις επιχειρήσεις του Τίγρη και το θέμα του UNFOLLOW για το λαθρεμπόριο μόνο έκπληξη δεν μου προκάλεσε. Το ήξερα, θείο, όταν επέλεξα να έρθω, ήθελα όμως να θυμίσω και σε σένα και σε αυτόν ότι δεν έχω να φοβηθώ τίποτα. Ούτε διαπραγματεύομαι.Δεύτερον: Με κάλεσες, επίσης, όπως φάνηκε από την κουβέντα, γιατί έψαχνες άκρη στον ΣΥΡΙΖΑ και θεωρούσες ότι μπορούσες να τη βρεις από εμένα. Καλά εσύ, ο άνθρωπος που μας έκανε μάθημα δημοσιογραφικής δεοντολογίας και διασταύρωσης των πληροφοριών, δεν μπορούσες να πάρεις ένα τηλέφωνο τον Παππά για να δεις αν παίρνουμε γραμμή από την Κουμουνδούρου; Το ’χες ξεχάσει τότε ήδη το μάθημα δημοσιογραφίας που παρέδωσες από ραδιοφώνου, θείο;Πάμε παρακάτω, θείο: Ναι, προφανώς και δεν είμαι καλός δημοσιογράφος και το διαπιστώνω αυτό εκ των υστέρων. Διότι στο κείμενο του τελευταίου τεύχους του UNFOLLOW, που αναφέρεται σε σένα, δεν έγραψα τίποτα για το σκάνδαλο της Vodafone, τον Κορωνιά και την αυτοκτονία του υπαλλήλου. Διότι τότε για να κλείσουν στόματα στα μίντια η εν λόγω εταιρεία πλημμύρισε τη δημοσιογραφική πιάτσα με διαφημίσεις. Καλοπληρωμένες διαφημίσεις. Τις αγαπημένες σου ρεκλάμες, θείο, που είχαν κατακλύσει και τη Χώρα αλλά και το Αlter όπου έβγαινες κάθε βράδυ για να ξεπλύνεις τον Κορωνιά.Γράψαμε κι άλλα, θείο, τα οποία δεν τόλμησες καν να διαψεύσεις. Γράψαμε για τις δυσανάλογες -σε σχέση με την κυκλοφορία της- κρατικές επιδοτήσεις που λάμβανε η εφημερίδα Χώρα, γράψαμε για το ξέπλυμα της Χρυσής Αυγής, γράψαμε για τη λίστα Λαγκάρντ. Αλλά καταλαβαίνουμε, θείο, πού να απαντήσεις σε όλα με γεμάτο το στόμα; Όταν τρώνε, δεν μιλάνε…Σύμφωνα με τον διάσημο ανθρωπιστή ψυχολόγο Abraham Maslow, οι πράξεις των ανθρώπων ωθούνται από την προσπάθεια να ικανοποιηθούν συγκεκριμένες ανάγκες. Κι αυτές τις χωρίζει σε πέντε κατηγορίες: φυσιολογικές/βιολογικές, ανάγκες ασφάλειας, κοινωνικές ανάγκες, ανάγκες αυτοεκτίμησης και ανάγκες αυτοπραγμάτωσης. Εσύ, θείο, έμεινες στην πρώτη παράγραφο της πρώτης ανάγκης. Και τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, μασάς, μασάς, μασάς.Και κάτι ακόμα, θείο: μη σκας που γράφουμε αλήθειες για σένα, που αναφερόμαστε στο σπίτι, στις δημοσιογραφικές σου παλινωδίες και σε άλλα ζητήματα που σε αφορούν. Το πολύ πολύ να ξεσκάσεις στο άλλο… «κωλόσπιτο» που διατηρείς στη Νίκαια της Γαλλίας και να παίξεις και στο αγαπημένο σου Καζίνο στο Μόντε Κάρλο, στο οποίο υπερηφανεύεσαι ότι είσαι θαμώνας.Ξέρεις, θείο, τι μου μαθαν στα παλιά σοβαρά δημοσιογραφικά μαγαζιά που δούλεψα; Ότι «οι δημοσιογράφοι και οι χωροφύλακες δεν πιάνονται φίλοι». Κι αυτό εσύ το επιβεβαιώνεις εις διπλούν! Ένα πράγμα θα “θελα να μου απαντήσεις: τι ψυχή θα παραδώσεις;ΥΓ1: Ελπίζουμε το μέγεθος του κειμένου να σε ικανοποίησε. Δεν είναι 20 σελίδες, όπως μας παρήγγειλες, αλλά επιφυλασσόμαστε, θείο…ΥΓ2: Ύστερα από την πρόσφατη εντυπωσιακή στροφή σου κατά του ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζουμε να ανοίξουν και πάλι οι κάνουλες του Μυτιληναίου, προσωπικού φίλου του Αντώνη Σαμαρά. Να φτιάξεις και το εφημεριδάκι σου με τα λεφτά του Βαγγέλη, που σου ’χε κόψει το Μαξίμου όταν ήσουν αντιμνημονιακός, έτσι; Μην πάει χαμένη τόση κωλοτούμπα θείο, αμαρτία είναι…

Παραγωγοί ή σερβιτόροι; – Του Χρήστου Γιανναρά
image

Μικρομαγαζάτορας στη Ρόδο, οξυνούστατος και προσγειωμένος, καταθέτει:
Την περασμένη χρονιά (2013) καταγράφηκαν στη Ρόδο τρία εκατομμύρια οκτακόσιες χιλιάδες διανυχτερεύσεις επισκεπτών. Το ελάχιστο από όσα θα καταναλώσει ένας επισκέπτης σε κάθε εικοσιτετράωρη παραμονή του στο νησί, είναι, οπωσδήποτε, ένα ψωμάκι – ένα από τα μικρά στρογγυλά αρτίδια που συνοδεύουν κάθε πρόγευμα – γεύμα – δείπνο σε ξενοδοχείο ή ενοικιαζόμενο κατάλυμα.
Για να παράγονται στη Ρόδο καθημερινά 3.800.000 ψωμάκια (η ελάχιστη αναγκαία για τους επισκέπτες ποσότητα) χρειάζονται περίπου 500 φούρνοι. Τόσοι φούρνοι για να λειτουργήσουν, ως παραγωγή και εμπορία, προϋποθέτουν και συνεπάγονται τουλάχιστον 1.500 έως 2.000 θέσεις εργασίας. Η διακίνηση των υλικών που απαιτούνται για την παραγωγή των αρτιδίων και την οργάνωση της προώθησής τους στην αγορά, θα προϋπέθετε άλλους τόσους ανθρώπους στη δουλειά.
Σήμερα, τα ψωμάκια που καταναλώνονται, κατά εκατοντάδες χιλιάδων, στη Ρόδο, εισάγονται, όλα, ως κατεψυγμένη ζύμη, από την Κίνα, το Μαρόκο, την Πολωνία (βλ. και «Κ» 22.4.2006). Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες έγινε εισαγωγή από την Κίνα και κατεψυγμένων μερίδων μουσακά! Ναι, ακόμα και ο προβαλλόμενος στην τουριστική αγορά σαν σύμβολο της ελληνικότητας μουσακάς, εισάγεται πια «προκάτ» από την Κίνα.
Δεκαετίες τώρα, όλα τα μικροαντικείμενα που αγοράζουν οι τουρίστες ως «ενθύμια» από την Ελλάδα, είναι όλα εισαγόμενα από χώρες με εξαιρετικά χαμηλό κόστος εργασίας: Ταϊβάν, Κίνα, Ταϊλάνδη: Εκεί παράγονται μαζικά τα ίδια σταχτοδοχεία ή πορτοφολάκια ή μπλουζάκια ή αγαλματίδια ή βαζάκια ή ό,τι άλλο ευτελές και ανυπόφορα ακαλαίσθητο, με τυπωμένο ή χαραγμένο ή έκτυπο τον Παρθενώνα ή το Κολοσσαίο ή τον πύργο του Αϊφελ – αναλόγως σε ποια χώρα θα πουληθούν.
Λέμε, με τις φανταχτερές παρόλες που φτιασιδώνουν την ντροπή και παρακμή μας, ότι «ο τουρισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία». Και στην πράξη οργανώνουμε την υποδοχή των ξένων επισκεπτών και παραθεριστών αντιγράφοντας τις πρακτικές και τη νοο-τροπία χωρών δραματικής υπανάπτυξης ή αποφασισμένων να ελκύουν μάζες πολύ χαμηλής καταναλωτικής ευχέρειας, αμφίβολης ή ανύπαρκτης καλλιέργειας, διψασμένες για κτηνώδη μεθύσια και παρανοϊκούς βανδαλισμούς. Οπως σε κάθε τομέα του κρατικού μας βίου έτσι και στον τουρισμό μάς εξευτελίζει η επαρχιώτικη ξιπασιά μας: Μας γυάλισαν τα μεγάλα, απρόσωπα (πανομοιότυπα διεθνώς) ξενοδοχειακά συγκροτήματα στρατωνισμού των τουριστικών κοπαδιών, όχι το παράδειγμα της Ιρλανδίας, Φινλανδίας, Ελβετίας: η ανθρώπινη σχέση με τον επισκέπτη.
Αν τα ψωμάκια και ο «μουσακάς» της Ρόδου θα εισάγονται ή όχι από την Κίνα, αν τα ξενοδοχεία μας θα είναι ισοπεδωτικές καζάρμες δίχως ίχνος από τη φιλόξενη ελληνική «εστία», αν το ξενοδοχειακό προσωπικό θα σαρκώνει το ήθος της ελληνικής ζεστής αμεσότητας ή αν θα συγκροτείται από κάθε καρυδιάς αλλοδαπό καρύδι μόνο για χάρη της φτηνής «μαύρης εργασίας», όλα αυτά προϋποθέτουν χάραξη μιας κεντρικής πολιτικής τουρισμού, με διάρκεια και συνέπεια. Μιλάμε δηλαδή για το εξ ορισμού ανέφικτο, αφού οι έννοιες «σύγχρονη Ελλάδα», «κεντρική πολιτική βούληση» και «συνέπεια με διάρκεια» είναι ασύμβατες και ασύμπτωτες. Δεν κατορθώσαμε να τις συνταιριάξουμε ούτε σε πεδία που καμωνόμαστε ότι μας καίνε: στην παιδεία, λ.χ., ή στην υγεία – πρόνοια – ασφάλιση.
Ωστόσο, για τη χαρά και μόνο της ομορφιάς του ονείρου, ας μιλήσουμε, λίγο ακόμα, για το ανέφικτο: Για έναν υπουργό Τουρισμού, που θα έχει επιλεγεί όχι με κριτήρια θηλυκών καλλιστείων βιτρίνας ούτε για να καλύψει με ρουσφέτια κάποια εκλογική περιφέρεια. Υπουργό που θα επιλεγεί για να αποκαταστήσει την ιδιοπροσωπία της ελληνικής φιλοξενίας και αρχοντιάς σε κάθε παραμικρή πτυχή της οργανωμένης υποδοχής των ξένων επισκεπτών στην Ελλάδα. Υπουργό συνεπή στη θεμελιώδη αρχή: να προσφέρεται η απαρόμοιαστη ομορφιά της ελληνικής γης και θάλασσας στοχεύοντας σε επισκέπτες με υψηλή καλλιέργεια – π.χ. στον φυσιολατρικό τουρισμό, στον αρχαιολογικό – ιστορικό, στον σπηλαιολογικό, θρησκευτικό, συνεδριακό κ.λπ. ΄Η, με άκρα συγκατάβαση, και σε επισκέπτες που είναι διατεθειμένοι αυτή την ομορφιά να την πληρώσουν χρυσάφι.
Αρχή απαρέγκλιτη: Ο,τι προσφέρεται ως έδεσμα και ως ενθύμιο στους επισκέπτες, να είναι μόνο χειροποίητο, εγχώριας παραγωγής, με εγχώρια υλικά. Ο,τι προσφέρεται ως κατάλυμα, να αποτυπώνει την πείρα – σοφία, δηλαδή τη λειτουργική αισθητική, του ελληνικού αρχιτεκτονήματος (αυτονοήτως με σύγχρονα υλικά). Μιλάμε για πολιτική με συνέπεια, επομένως οι κραυγαλέες, προκλητικές περιπτώσεις τερατωδών ξενοδοχειακών μονάδων, που καταστρέφουν την ιδιομορφία του ελληνικού τοπίου και κλίματος, θα μπουν σε μακροπρόθεσμο (αλλά συνεπές) πρόγραμμα κατεδάφισης. (Αρχίζοντας από το υβριστικό ασέλγημα, απέναντι στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, μουσείο – μνημείο ξιπασμένου επαρχιωτισμού, με μοναδική χρηματολάγνο στόχευση τον εντυπωσιασμό χαύνων τουριστών. Προϋπόθεση για σοβαρή πολιτική τουρισμού στην Ελλάδα, η επιστροφή στην πρόταση Κρόκου για το μουσείο της Ακρόπολης).
Καίριο ρόλο σε μια τέτοια πολιτική θα κληθεί να παίξει και ο επαγγελματικός κλάδος των ξεναγών, όπως και η ποιότητα του εκδοτικού υλικού ταξιδιωτικών οδηγών και χαρτών. Η μέριμνα και ο έλεγχος από το αρμόδιο υπουργείο της εκπαίδευσης των ξεναγών, η ποιοτική αξιολόγηση του έργου τους και η αποτίμηση της ποιότητας των εντύπων που προσφέρονται ως οδηγοί στους επισκέπτες, είναι ζωτικής σημασίας για το επίπεδο σοβαρότητας της πολιτικής για τον τουρισμό.
Το ερώτημα είναι: οι Ελληνες θέλουμε να δουλέψουμε, μας δίνει χαρά και νόημα ζωής η δημιουργική δουλειά, η καινοτομία, η ρηξικέλευθη πρωτοβουλία, η επιδίωξη της ποιότητας; Μας ενδιαφέρει να γίνουν πεντακόσιοι φούρνοι στη Ρόδο ή προτιμάμε τα ψωμάκια και ο μουσακάς να μας έρχονται από την Κίνα και εμείς να θεωρούμε προνόμιο μια θέση σερβιτόρου ή καμαριέρας στην απρόσωπη τουριστική βιομηχανία;
Ετσι που δείχνουν τα πράγματα, ίσως και μόνο η πολιτική βούληση να πάρουμε στα χέρια μας τον τουρισμό, να τον οργανώσουμε όπως εμείς ξέρουμε και μπορούμε (ξέρουμε από αιώνων παράδοση φιλοξενίας και μπορούμε από φιλότιμο πείσμα), θα αρκούσε για να χτυπηθεί καίρια η ανεργία και να ανακάμψει η αυτοπεποίθηση του Ελληνα.
Αυτά, για τη χαρά και μόνο της ομορφιάς του ονείρου.
ΈντυπηΗ Καθημερινή