Θεσσαλονίκη
Από τον Γιάννη τον Πενταμοδιανό …..
1. Δεν χάνουν χρόνο με το να λυπούνται τον εαυτό τους για αυτά που τους συνέβησαν, για το “πώς ήρθαν τα πράγματα», ή για το πώς τους συμπεριφέρθηκαν άλλοι. Αντίθετα, αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους και του ρόλου τους στη ζωή και αντιλαμβάνονται ότι η ζωή δεν είναι πάντοτε δίκαιη.
2. Δεν γίνονται υποχείρια άλλων. Δεν επιτρέπουν σε άλλους να πάρουν τον έλεγχο από τα χέρια τους και δεν επιτρέπουν σε κάποιον άλλο να έχει εξουσία επάνω τους. Δε θα έλεγαν για παράδειγμα την εξής φράση: “Το αφεντικό μου με κάνει να νιώθω άσχημα», κι αυτό γιατί καταλαβαίνουν ότι οι ίδιοι ελέγχουν τα συναισθήματά τους και τον τρόπο που αντιδρούν στις καταστάσεις.
3. Δεν προσπαθούν να αποφύγουν μια αλλαγή. Αντίθετα, καλωσορίζουν κάθε θετική αλλαγή και είναι πρόθυμοι και ευέλικτοι. Καταλαβαίνουν ότι η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και πιστεύουν στις ικανότητές τους να προσαρμόζονται στις καταστάσεις.
4. Δε σπαταλούν ενέργεια σε πράγματα που δε μπορούν να ελέγξουν. Για παράδειγμα δε θα ακούσετε κάποιον “διανοητικά ισχυρό» να παραπονιέται για μια βαλίτσα που χάθηκε στο αεροδρόμιο ή για την κίνηση στους δρόμους. Αντίθετα, επικεντρώνονται σε αυτά που μπορούν να ελέγξουν στη ζωή τους. Αναγνωρίζουν ότι μερικές φορές το μόνο πράγμα που μπορούν να ελέγξουν είναι η συμπεριφορά και η στάση τους.
5. Δεν προσπαθούν να ευχαριστήσουν τους πάντες. Αναγνωρίζουν ότι δεν χρειάζεται να ευχαριστούν τους πάντες όλη την ώρα. Δεν φοβούνται να πουν όχι ή να εκφράσουν τη γνώμη τους όταν χρειάζεται. Προσπαθούν να είναι ευγενικοί και δίκαιοι, όμως δεν ασχολούνται με κάποιον ο οποίος ενοχλείται επειδή απλά δεν… “έγινε το δικό του».
6. Δε φοβούνται το ρίσκο. Δεν παίρνουν απερίσκεπτες ή ανόητες αποφάσεις, αλλά δε φοβούνται να πάρουν ρίσκο όταν έχουν υπολογίσει όλους τους πιθανούς κινδύνους. Ζυγίζουν τις καταστάσεις προτού πάρουν μια μεγάλη απόφαση και είναι πλήρως ενημερωμένοι για την πιθανότητα… “αναποδογυρίσματος».
7. Δε δίνουν δεκάρα για το παρελθόν. Δεν χάνουν χρόνο με το να σκέφτονται ή ευχόμενοι για το πώς θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα. Αναγνωρίζουν το παρελθόν και προσπαθούν να μάθουν από τις εμπειρίες τους. Ζουν για το παρόν και σχεδιάζουν το μέλλον.
8. Δεν επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη ξανά και ξανά. Αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεων και των συμπεριφορών τους και μαθαίνουν από τα λάθη τους. Δεν τα επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά, αλλά προχωρούν μπροστά και φροντίζουν να λαμβάνουν πιο σωστές αποφάσεις στο μέλλον.
9. Δεν υποβαθμίζουν την επιτυχία των άλλων. Αναγνωρίζουν και χαίρονται με την επιτυχία των τρίτων. Δε ζηλεύουν ή νιώθουν εξαπατημένοι, όταν κάποιος άλλος τους ξεπερνά. Αντίθετα, αναγνωρίζουν ότι η επιτυχία είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και είναι πρόθυμοι να δουλέψουν σκληρά για να απολαύσουν και το δικό τους μερίδιο σε αυτήν.
10. Δεν τα παρατάνε μετά από μια αποτυχία. Δε βλέπουν την αποτυχία ως ένα λόγο για να τα παρατήσουν. Αντίθετα, τη βλέπουν ως μια ευκαιρία για να ωριμάσουν και να βελτιωθούν. Είναι πρόθυμοι να συνεχίσουν να προσπαθούν μέχρι να το καταφέρουν.
11. Δε φοβούνται τις στιγμές που είναι μόνοι. Μπορούν να αντέξουν να είναι μόνοι και δε φοβούνται τον “ήχο» της ησυχίας. Δε φοβούνται να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους και χρησιμοποιούν το χρόνο αυτό για να γίνουν ακόμη πιο παραγωγικοί. Απολαμβάνουν την παρέα του… εαυτού τους και δεν εξαρτώνται από άλλους για συντροφιά και διασκέδαση όλη την ώρα, αλλά τους αρέσει και όταν είναι μόνοι τους.
12. Δε νιώθουν ότι ο κόσμος τους χρωστά κάτι. Δεν αισθάνονται ότι δικαιούνται πράγματα στη ζωή “έτσι απλά». Αναζητούν τις ευκαιρίες που υπάρχουν, βασιζόμενοι στα χαρίσματα και τις ικανότητές τους.
13. Δεν περιμένουν άμεσα αποτελέσματα. Αφιερώνουν όσο χρόνο χρειάζεται και αναγνωρίζουν ότι η πραγματική αλλαγή χρειάζεται χρόνο για να… πετύχει.
Το πρώτο μπορδέλο στο Πειραιά το έφτιαξε ο Μπόμπολας! Έτσι εξηγούνται πολλά !!
Πάντα είχα το ερώτημα ποιός εργολάβος έφτειαξε το πρώτο μπορδέλο στον Πειραιά, στην περιοχή της Τρούμπας! Η απάντηση είναι, όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ απο ενα άρθρο που έγραψε ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ο Νικόλαος Μπόμπολας το 1876 με δάνειο του Δήμου! Η κατασκευή του διήρκεσε 4-5 χρόνια όπως οι δρόμοι που κατασκευάζονται και ξανακατασκευάζονται στην Ελλάδα απο τον γνωστό Εθνικό εργολάβο, οποίος κατά καιρούς συμβουλεύει και τον αρχηγό του σημερινού καθεστώτος.
Το μπορδέλο αυτό ήταν το πρώτο αναπτυξιακό έργο της εποχής εκείνης. Φαίνεται ότι η παράδοση αυτή συνεχίζεται και μέχρι σήμερα μόνο που το μπορδέλο έχει γίνει μεγαλύτερο και η μάμα του δεν είναι στο Πειραιά αλλά εικάζεται ότι εισέρχεται συχνά απο τη πίσω πόρτα στο Μαξίμου τις βραδυνές ώρες και συνομιλεί με τον αρχηγό του καθεστώτος.Δεν ξέρω τι σχέση έχει ο γνωστός ιδιοκτήτης του MEGA με τον αείμνηστο Νίκο Μπόμπολα στον οποίο οι Πειραιώτες και οι ναύτες της εποχής εκείνης χρωστούσαν πολλά, όπως αυτός χρωστάει σήμερα πολλά στις τράπεζες που ελέγχονται απο τους Γερμανούς αλλά σίγουρα ο σημερινός ηγέτης του καθεστώτος πρέπει να του χρωστάει ευγνωμοσύνη για τη στήριξη που του προσφέρει. Με ποιό δημοκρατικό δικαίωμα και με ποιό τρόπο αποδεικνύει το σεβασμό του στο πολίτευμα δεν είναι ξεκάθαρο. Αυτό χρήζει έρευνας απο τη Δικαιοσύνη, όταν κάποτε λειτουργήσει εξίσου για όλους τους πολίτες και βάσει του υπάρχοντος συντάγματος.
Ήταν ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο, διπλάσιο της πλατείας
Συντάγματος, περιφραγμένο με έναν ψηλό άσπρο φράχτη !!!
εισόδους.
εικόνα.
καθένας, έως και 40 μέτρα μήκος και 7 μέτρα πλάτος, όπου εκατέρωθεν υπήρχαν
πορτούλες που οδηγούσαν σε μικρούλια, χαμηλοτάβανα δωματιάκια ενώ υπήρχε ένα
μεγάλος χώρος που λειτουργούσε ως καφενείο.
Πριν ή μετά τον καφέ σου επέλεγες το δωματιάκι που ήθελες, έκανες
τι έκανες και πως τόκανες(ποιος ξέρει;), πλήρωνες και έφευγες γνωρίζοντας πια
ότι «τίμησες» μια από τις μεγαλύτερες ξευτίλες του νεοελληνικού κράτους, το
Χαμαιτυπείον στα Βούρλα στη Δραπετσώνα, το πιο οργανωμένο πολύ-μπουρδέλο του
τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα στη χώρα και ίσως στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το όνομα Βούρλα το πήρε από τα βούρλα που φύτρωναν στις προσχώσεις στη σημερινή
περιοχή του Ναού του Αγίου Διονυσίου, γύρω από τον οποίο, άρχισαν να χτίζονται
γύρω στο 1873 και άνοιξαν τα πιο βρωμερά πλην αγιοποιημένα μπουρδέλα.
εκπρόσωπος ομάδας κρυφών ιδιοκτητών, κάποιος εργολάβος Μπόμπολας, με το
αζημίωτο, προς χρήση των πληρωμάτων των ξένων καραβιών, αλλά και για να
βρίσκονται μακριά απ’ το κοινωνικό γίγνεσθαι των κατοίκων του Πειραιά, στην
έρημη τότε Δραπετσώνα.
πουτάνες επί πληρωμή και αδίστακτα καθάρματα που τους τα έπαιρναν.
Στερεοελλαδίτισσες και Πελοποννήσιες, βλάχες, μπορούσανε να καλύψουνε όλα τα
γούστα μένοντας όμως οι ίδιες ακάλυπτες για μια ζωή περιθωριοποιημένες από την
Πειραϊκή κοινωνία.
Το Χαμαιτυπείον Βούρλων ήταν τόσο ελεεινό που, κατά παγκόσμια
πρωτοτυπία, το κράτος εγκατέστησε ακριβώς μέσα στο «μπουρδελοmall» αστυνομικό
σταθμό αποκλειστικά για να διατηρεί την τάξη.
βγάζει γούστα: Αι κοιναί γυναίκες διαιρούνται εις τρείς τάξεις: πρώτης,
δευτέρας και τρίτης. Και αι μεν πρώτης τάξεως θέλουν διαμένει εις ιδιαιτέρας
κατοικίας, αι δε δευτέρας εις τινά των εν ταις πόλεσιν Αθηνών και Πειραιώς
τηρουμένων οίκων ασωτείας και αι τρίτης εις τα εν Αθήναις μεν χαμαιτυπεία τα
κείμενα πλησίον των καταστημάτων του Αεριόφωτος, εν Πειραιεί δε εις τας προς
δυσμάς του νεκροταφείου Πειραιώς υπάρχοντα τοιαύτα δημοτικά οικήματα. Καλά
διαβάσατε «δημοτικά οικήματα» καθότι το πολύ-μπουρδελοκατάστημα ανήκε στον Δήμο
αλλά «ταμίας» ήταν η οικογένεια του μετέπειτα πρωθυπουργού, συνεργάτη του
Κωνσταντίνου Καραμανλή και της Χούντας Παναγιώτη Πιπινέλη. Οι δαιμόνιοι
Πιπινέληδες ξεζουμιζαν καθημερινά τις μήτρες 70-80 – άλλοτε και διπλάσιος
αριθμός – γυναικών – άραγε πόσες να πέρασαν στις τόσες δεκαετίες – για να
βγάζουν φράγκα από ναυτάκια ζουμπουρλούδικα και όχι μόνο. Οι δαιμόνιοι
Πιπινέληδες πληρώνανε το νοίκι τους στο κράτος, πηγαίνανε και στην εκκλησία
κάνανε και τον σταυρό τους με το δεξί και με το άλλο γράφανε ιστορία. Όπως λέει
και το άσμα «πρώτα Βούρλα μετά Τρούμπα γειά σου Πιπινέλη λούμπα, παριστάνεις
τον τζελέπη έχεις όμως τρύπια τσέπη». Το μικρασιατικό φιάσκο του 22’ ήταν μια
έξοχη ευκαιρία για το Χαμαιτυπείον να ανανεώσει το δυναμικό του με ξυπόλητες Σμυρνιές.
Το ελληνικό κράτος για όλους φρόντιζε ανέκαθεν.
Αυτή η μικροκοινωνία λοιπόν από ρουφιάνους, νταβατζήδες, πόρνες κάθε λογής, και
διεφθαρμένους πολιτσμάνους, αποτέλεσε μια μοναδική μπουρδελαγορά που
λειτούργησε μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ώσπου οι Γερμαναράδες την κάναν
φυλακή, είχε τις προϋποθέσεις φαίνεται.
Αποτελεί ειρωνεία ότι από τις Φυλακές των Βούρλων κατάφεραν να αποδράσουν με
εντυπωσιακό τρόπο αριστεροί πολιτικοί κρατούμενοι, την δεκαετία του 1950, αλλά
στα 60 περίπου χρόνια που τα Βούρλα λειτούργησαν ως υπερ-μπουρδέλο οι
πιθανότητες απόδρασης των «φυλακισμένων» γυναικών τρίτης τάξης, ήταν μηδαμινές.












