Ώρα Ασφάλισης: Ιδιωτική ασφάλιση και εκλογές
Με τις θέσεις των κομμάτων για την ασφαλιστική αγορά θα ασχοληθεί η εκπομπή «Ώρα Ασφάλισης» που προβάλλεται σήμερα Πέμπτη 15/1/2014 στις 20:00 από Extra Channel.Εκπρόσωποι της Νέας Δημοκρατίας και του Σύριζα αναλύσουν τις θέσεις των κομμάτων τους για την ιδιωτική ασφάλιση και τις προοπτικές της.Συντονιστείτε με την «Ώρα Ασφάλισης» στο Extra Channel κάθε Πέμπτη στις 20:00 και κάθε Κυριακή στις 18:30 σε επανάληψη.Η «Ώρα Ασφάλισης» είναι η μοναδική εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης που ασχολείται με τα θέματα της δημόσιας και της ιδιωτικής ασφάλισης.Ο Ευάγγελος Σπύρου, ο Κώστας Μπερτσιάς, και η δημοσιογραφική ομάδα του nextdeal.gr και του«Ασφαλιστικού ΝΑΙ» με τον Λάμπρο Καραγεώργο, τον Κωστή Σπύρου και τους υπόλοιπους συνεργάτες, παρουσιάζουν επίκαιρα και χρηστικά θέματα της κοινωνικής και ιδιωτικής ασφάλισης.Συντονιστείτε με το Extra Channel κάθε Πέμπτη στις 8.00 το βράδυ, στην εκπομπή «Ώρα Ασφάλισης».Στείλτε ερωτήσεις, απορίες, καταγγελίες, προτάσεις, απόψεις, γνώμες στο [email protected] και στο [email protected].


Οι οκτώ μεγα-τάσεις που ανατρέπουν το οικονομικό μοντέλο

 1384 7+13 6

Το καίριο ερώτημα που προκύπτει από τη σημερινή διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση είναι αυτό της υφής των αλλαγών που ήδη έχουν δρομολογηθεί και των τρόπων αντιμετώπισής τους. Οκτώ ανατροπές που θα καθορίσουν ολόκληρες δεκαετίες.
Διαπρεπείς και επώνυμοι οικονομολόγοι, όπως ο Αμερικανός Νουριέλ Ρουμπίνι, ο Γάλλος Ζακ Ατταλί, ο ινδικής καταγωγής Αμάρτυς Σεν και ο Ιταλός Μάριο Μόντι, πρώην πρωθυπουργός της χώρας του, αναγνωρίζουν χωρίς περιστροφές ότι η διεθνής οικονομία γενικά και η Δύση ειδικότερα έχουν βυθιστεί πολύ βαθιά στον μεγαλύτερο πιστωτικο-επιχειρηματικό κύκλο που έχει να παρουσιάσει η παγκόσμια οικονομική ιστορία. Και αν στο παρελθόν πολλοί κύκλοι είχαν παγκόσμια εμβέλεια, αυτός ο τελευταίος τους αφήνει πολύ πίσω – συμπεριλαμβανομένης και της κρίσης του 1980.Τα είκοσι και πλέον χρόνια που πέρασαν, ένας ωκεανός χρήματος και πιστώσεων πλημμύρισε κάθε γωνιά του πλανήτη μας. Την ίδια περίοδο, η κουλτούρα του εύκολου πλουτισμού εδραιώθηκε ακόμα και στις μικρότερες οικονομίες, από τη Νορβηγία στη Χιλή και από την Ιρλανδία στη Μογγολία. Τη δε επίδραση αυτού του χρηματοπιστωτικού κύκλου την ένιωσαν όλες οι οικονομίες, ακόμα και αυτές με τις υψηλότερες εξαγωγικές επιδόσεις σε διεθνή εμπορεύματα και ενέργεια.Το αναπόφευκτο σκάσιμο της φούσκας αυτής απορρόφησε πολλά τρισεκατομμύρια δολάρια πλούτου και, επειδή το όλο οικοδόμημα είχε το χρέος ως βασικό υλικό του, σήμερα είναι πλέον ορατός και ο αποπληθωρισμός στον δυτικό κόσμο – που είναι, από κάθε άποψη, και ο πιο υπερχρεωμένος.Ανεξάρτητα από τα αίτια της χρηματοπιστωτικής αυτής φούσκας, που είναι μια μεγάλη ιστορία, αυτό που προέχει σήμερα είναι η αποφυγή μιας κατάρρευσης του ανεπτυγμένου κόσμου – με την παράλληλη, όμως, δημιουργία συνθηκών για παγκόσμια και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, έως ότου φθάσουμε στη θεωρητικά επιθυμητή αυτή κατάσταση, μεγάλα ερευνητικά ινστιτούτα και παγκοσμιοποιημένοι σύμβουλοι επενδυτών και επιχειρήσεων, ενίοτε δε και κυβερνήσεων, προβλέπουν τις αποκαλούμενες «μεγατάσεις» της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας, οι οποίες και οδηγούν τις ανθρώπινες κοινωνικοοικονομικές συμπεριφορές για αρκετά από τα χρόνια που ακολουθούν.Μεγατάση 1: Η κουλτούρα της κατανάλωσης έχει υποστεί σοβαρότατο ρήγμα και δεν θα επιστρέψει ποτέ στα προηγούμενα επίπεδα. Πρόκειται δε για μία μεγατάση-κλειδί, που θα επηρεάσει όλες τις λειτουργίες και πτυχές της οικονομίας.Στο πλαίσιο αυτής της νέας πραγματικότητας, στον ανεπτυγμένο κόσμο προβλέπεται ότι η συμμετοχή της προσωπικής κατανάλωσης στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) θα μειωθεί κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες και στις χώρες μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), από το επίπεδο του 70% σήμερα, θα πέσει στο 60%, ποσοστό που ίσχυε το 1988.Σε χώρες όπως οι ΗΠΑ θα παρατηρηθεί εντυπωσιακή άνοδος της αποταμίευσης, με αποτέλεσμα για κάθε μία ποσοστιαία μονάδα ανόδου της τελευταίας, η κατανάλωση να μειώνεται 100 δισ. δολάρια τον χρόνο. Για μία οικονομία όπως η αμερικανική, όπου η κατανάλωση αντιπροσωπεύει το 73% του ΑΕΠ της, η αλλαγή θα έχει σημαντικές και βεβαίως ευρύτερες επιπτώσεις. Προφανώς δε, η άνοδος της αποταμίευσης θα μειώσει τα επιτόκια, πράγμα που θα προσελκύσει τον δανεισμό των επιχειρήσεων και άρα θα τονώσει την παραγωγή –την οποία, όμως, οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν να τοποθετήσουν σε ξένες αγορές, εξέλιξη που σημαίνει ισχυρό ανταγωνισμό και νομισματικές αναταράξεις – με τις τελευταίες να είναι ήδη αισθητές.Μεγατάση 2: Η πτώση της κατανάλωσης στις ΗΠΑ θα συνεχίσει να έχει επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες στον κόσμο εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση των ανεπτυγμένων χωρών και, στις περισσότερες από αυτές, ο πλούτος που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια δεν είναι αρκετός για να στηρίξει την εσωτερική τους ζήτηση για καταναλωτικά αγαθά. Έως ότου λοιπόν η εσωτερική ζήτηση στις χώρες αυτές καλύψει απώλειες από χαμηλότερες εξαγωγές, θα πρέπει να βρεθούν νέες εξαγωγικές αγορές, πράγμα που δεν είναι εύκολο.Οσοι ελπίζουν ότι μπορεί να υπάρξουν θετικές εξελίξεις λόγω Κίνας, δυστυχώς γι’ αυτούς αγνοούν την κινεζική πραγματικότητα. Η κινεζική οικονομία, παρά τα φαινόμενα, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ανεργίας, τεράστιας εισοδηματικής ανισοκατανομής και υπερεπενδύσεων σε έργα υποδομής – προβλήματα που ήδη έχουν οδηγήσει στη δημιουργία παράπλευρών φουσκών. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι αναπτυσσόμενες χώρες δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν ατμομηχανή της διεθνούς οικονομίας, όταν η κατανάλωση σε αυτές αντιπροσωπεύει κατά μέσον όρο μόνον το 30% του ΑΕΠ τους.Μεγατάση 3: Η μετατόπιση της οικονομικής δύναμης από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό. Πολύ αμφιβάλλουμε αν γνωρίζει κανείς στην Ελλάδα γιατί, πέρα από την Αφρική, οι Κινέζοι πραγματοποιούν μαζικές επενδύσεις και στον αποκαλούμενο «ωκεανό των νήσων», που είναι ο Ειρηνικός. Η απάντηση είναι τόσον απλή όσο και σαφέστατη. Το Πεκίνο επιθυμεί να έχει ισχυρή γεωπολιτική και οικονομική παρουσία, μέσω επενδύσεων και σημαντικών επιδοτήσεων, σε μία περιοχή που στα βάθη της θάλασσάς της διαθέτει απίστευτο πλούτο μετάλλων και, ταυτόχρονα, ήδη γνωρίζει τους πιο εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης στον κόσμο.Έτσι, σε οικονομικό επίπεδο, βρίσκεται σε εξέλιξη μία «Μάχη του Ειρηνικού», με πρωταγωνιστές τις ΗΠΑ, την Κίνα, την Ιαπωνία και την Αυστραλία. Είναι δε ξεκάθαρο ότι αυτή η νέα «Μάχη του Ειρηνικού» θα έχει όλο και μεγαλύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, καθώς και στις γεωπολιτικές της προεκτάσεις.Με αφετηρία, λοιπόν, τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007, βλέπουμε τον κόσμο να αλλάζει. Η Δύση, ανίκανη πλέον να καλύψει με τις αποταμιεύσεις της μία κρίση που δεν είχε προβλέψει, δανείζεται σήμερα από τις αναπτυσσόμενες χώρες – όχι, όμως, χωρίς να χάνει και σημαντικό μέρος του κεφαλαίου εμπιστοσύνης που οι τρίτες χώρες είχαν προς αυτήν. Έτσι, οι νέοι δανειστές της Δύσης επιβάλλουν τους όρους τους, αλλά και την σταδιακή υποχρέωση σε Αμερικανούς και Ευρωπαίους να εξοφλήσουν τα χρέη τους αν δεν θέλουν να κηρύξουν πτώχευση.Βέβαια, αυτές οι εξελίξεις αποτελούν πολύ ψιλά γράμματα για τους εδώ «ογκόλιθους» της οικονομικής σκέψης, που το μόνο που βλέπουν είναι πώς θα κάνουν την αρπαχτή της μη αποπληρωμής του ελληνικού δημόσιου χρέους. Το αύριο είναι για τους άλλους, διότι προέχει ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε σήμερα… Η δε Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να βρει τον βηματισμό της μέσα σε αυτήν τη νέα και ανατρεπτική γεωπολιτική πραγματικότητα και σίγουρα αυτό δεν θα συμβεί με «λιγότερη Ευρώπη», την οποία οραματίζονται κάποιοι, αλλά με ισχυρότερη και μεγαλύτερη.Μεγατάση 4: Οι μεταμορφώσεις της πραγματικής οικονομίας και οι συνέπειές τους στις οικονομικές πολιτικές. Ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας αλλάζει με πρωτοφανή για την οικονομική ιστορία ταχύτητα. Το γεγονός αυτό έχει δραματικές κοινωνικές επιπτώσεις, αφενός, και εξαιρετικά επικίνδυνες πολιτικές προεκτάσεις, αφετέρου. Η παραγωγή προστιθέμενης αξίας στηρίζεται όλο και περισσότερο στα αποκαλούμενα άυλα στοιχεία, που είναι η μετατροπή της γνώσης σε τεχνολογία και καινοτομία, με άμεση συνέπεια οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη να πλησιάζουν το 3% του δυτικού ΑΕΠ – με θλιβερή εξαίρεση την Ελλάδα (0,45% του ΑΕΠ της).Το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι 1,1%, αλλά η ετήσια αύξησή του σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Νότιος Κορέα είναι εντυπωσιακή. Ενώ η προστιθέμενη αξία στη Δύση παράγεται στη βάση άυλων δεδομένων, οι παραδοσιακές μεταποιητικές δραστηριότητες μετακομίζουν προς τις περιοχές χαμηλού εργατικού κόστους και μικρής κοινωνικής πρόνοιας. Την ίδια στιγμή, το δυτικοευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας έχει φθάσει στα όριά του και, υπό τη δημογραφική παρακμή που παρατηρείται σε μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου, το κόστος του γίνεται απαγορευτικό.Έτσι, στο μέτρο που οι δυτικές πολιτικές ηγεσίες δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν με την ανάλογη ταχύτητα τις εξελίξεις, από τη μια πλευρά αυξάνεται η ανεργία και, από την άλλη, μεγαλώνουν οι απαιτήσεις των μεσαίων τάξεων στις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι τελευταίες κοινωνικές εκρήξεις στη Βραζιλία, στον αραβικό κόσμο και στη Βόρεια Αφρική επιβεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές. Παράλληλα, όμως, φέρνουν στο προσκήνιο και άλλα σοβαρά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει ο ανεπτυγμένος κόσμος, με μεταναστευτικά ρεύματα και θρησκευτικές συγκρούσεις του ισλαμικού κόσμου που θα μπορούσαν να μεταφερθούν στο εσωτερικό του. Ήδη, η προέλαση του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ και τη Συρία αποτελεί πρόγευση των εξελίξεων, που σίγουρα θα επηρεάσουν και τη γειτονική μας Τουρκία.Μεγατάση 5: Μετανάστευση και δημογραφική κάμψη στον ανεπτυγμένο κόσμο. Η εποχή όπου ο πλανήτης θα έχει περί τα 9 δισεκατομμύρια κατοίκους δεν είναι και πολύ μακρυά. Απέχουμε από αυτήν 30 με 37 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι τα μεταναστευτικά ρεύματα προς τον ανεπτυγμένο κόσμο θα ενταθούν, ακόμα και αν οι αναπτυσσόμενες χώρες γνωρίσουν διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης. Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, το οποίο σήμερα έχει προσλάβει και σαφέστατες πολιτικοθρησκευτικές διαστάσεις.Ήδη, στη Δυτική Ευρώπη κατοικούν 50 εκατομμύρια μουσουλμάνοι και ο αριθμός αυτός είναι πολύ πιθανόν το 2050 να μην απέχει πολύ από τα 50 εκατομμύρια. Έτσι, στην καρδιά της Ευρώπης θα υπάρχει μία ισχυρή μουσουλμανική χώρα, ενώ η Γηραιά Ήπειρος θα περιστοιχίζεται από άλλα 560 εκατομμύρια μουσουλμάνους. Το σενάριο μιας σύγκρουσης πολιτισμών κάθε άλλο παρά επιστημονική φαντασία αποτελεί, αν ληφθεί υπ’ όψιν και η δημογραφική παρακμή στην Ευρώπη. Ασφαλώς δε, μια τέτοια σύγκρουση δεν θα έχει τον παραδοσιακό χαρακτήρα μιας πολεμικής συρράξεως όπως αυτές έγιναν γνωστές στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους του 20ού αιώνα. Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος θα έχει εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και είναι πολύ πιθανό να έχει ήδη σχεδιαστεί από κάποια αρρωστημένα μυαλά – οι αποδείξεις είναι αρκετές και εύγλωττες.Μεγατάση 6: Οικολογία, οικονομία, βιώσιμη ανάπτυξη και ενέργεια. Η πράσινη ανάπτυξη θα βρίσκεται πλέον με αυξανόμενο ρυθμό στο επίκεντρο της ανάπτυξης και θα αποτελεί κορυφαίο συγκριτικό πλεονέκτημα για τη Δύση, η οποία θα επιδιώκει να επιβάλλει στις διεθνείς συναλλαγές οικολογικούς όρους ευνοϊκούς προς τα δικά της συστήματα παραγωγής. Θεαματικές εξελίξεις θα υπάρξουν επίσης και στην ανάδειξη νέων ενεργειακών πηγών, ικανών να μειώνουν την εξάρτηση του ανεπτυγμένου κόσμου κυρίως από το πετρέλαιο.Τα τεχνολογικά επιτεύγματα είναι ήδη εντυπωσιακά στον τομέα της ενέργειας, με τις ΗΠΑ να ευελπιστούν ότι το 2035 δεν θα έχουν καμιά απολύτως πετρελαϊκή εξάρτηση. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, μέσα στην προσεχή εικοσαετία, θα έχουν γίνει αξιοποιήσιμα και τα εκπληκτικά ενεργειακά αποθέματα που έχουν ήδη εντοπιστεί στην Αρκτική – όπου η Αμερική και η Ρωσία έχουν τον πρώτο λόγο.Μεγατάση 7: Η νέα οικονομία του αγοραστή. Εάν μας ζητούσε κανείς να συνοψίσουμε τι εννοούμε με τον όρο «νέα οικονομία», θα λέγαμε ότι το κύριο χαρακτηριστικό της είναι η πέρα για πέρα μη συμβατική δομή του κόστους. Στη «νέα οικονομία», όπως υποστηρίζει ο οικονομολόγος και καθηγητής Ντανιέλ Κοέν, αυτό που κοστίζει ακριβά είναι η πρώτη μονάδα του παραγόμενου αγαθού και όχι αυτές που ακολουθούν.Από τη στιγμή που υλοποιήθηκε το λογισμικό Windows, μπορεί να πωληθεί τόσο σε ένα χωριό, όσο και στον κόσμο ολόκληρο. Το συνολικό του κόστος στις περιπτώσεις αυτές ελάχιστα θα μεταβληθεί. Η ίδια συλλογιστική ισχύει και στα οπτικοακουστικά μέσα. Μία ταινία κοστίζει ακριβά για να γίνει, αλλά όχι για να προβληθεί. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στη φαρμακοβιομηχανία, όπου αυτό που μετράει είναι η ανακάλυψη ενός εμβολίου και όχι η παραγωγή του.Οι οικονομολόγοι Μπ. Ντελόνγκ και Μ.Φρούμκιν στο βιβλίο τους «Παλαιοί Κανόνες για τη Νέα Οικονομία» τονίζουν ότι στην παλιά οικονομική πραγματικότητα, ο καταναλωτής πλήρωνε στον παραγωγό την υπηρεσία που αυτός του προσέφερε. Στη νέα οικονομία, που είναι αυτή του αγοραστή, ο παραγωγός δεν ενδιαφέρεται να πουλήσει μία υπηρεσία στον καταναλωτή, όσο να εξασφαλίσει την προσοχή του –με στόχο, βέβαια, να τον κάνει και όσο πιο πιστό γίνεται. Έτσι, τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια δεν πουλάνε υπηρεσίες στους καταναλωτές, αλλά ενδιαφέρονται να τους προσφέρουν προγράμματα που προσελκύουν την προσοχή τους και μπορούν έτσι να αντλήσουν διαφημιστικά έσοδα.Αυτού του τύπου η νέα οικονομία θα γνωρίσει αλματώδη ανάπτυξη μέσω του Διαδικτύου και, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, θα ανατρέψει και όλους τους καθιερωμένους μέχρι σήμερα κανόνες του μάρκετινγκ.Συμπληρωματικά θα πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτή η νέα μορφή της οικονομίας δίνει και νέες διαστάσεις στην παγκοσμιοποίηση, ιδιαίτερα δε στο επίπεδο του ανθρώπινου δυναμικού. Δεν είναι έτσι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι σήμερα μαίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο ο «πόλεμος αναζήτησης ταλέντων» – που σημαίνει ότι παγκοσμιοποιούνται και τα προσόντα αυτών που εισέρχονται στην αγορά εργασίας με ανοικτούς ορίζοντες.Είναι λοιπόν φανερό ότι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της μετά την κρίση εποχής θα είναι και η κινητικότητα στο επίπεδο της εργασίας. Πρόκειται για μία όγδοη μεγατάση, την οποίαν οι νέοι κυρίως θα πρέπει να λάβουν πολύ σοβαρά υπ’ όψιν τους. Γιατί η μεγατάση αυτή θα επιβάλλει και πολλούς επαγγελματικούς επαναπροσανατολισμούς στην καριέρα – γεγονός που κάνει εκ των ων ουκ άνευ τη διά βίου μάθηση.Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, επιβάλλει σοβαρές μεταρρυθμίσεις στα εκπαιδευτικά συστήματα, τα οποία, όπως προκύπτει από τη διεθνή πραγματικότητα, ήδη αποτελούν κορυφαίο συντελεστή παραγωγής, καθ’ όσον επεξεργάζονται φαιά ουσία. Παράλληλα, όμως, αυτή η φαιά ουσία αποκτά όλο και μεγαλύτερη κινητικότητα, πράγμα που σημαίνει ότι αναζητεί τύπους καλύτερης αξιοποίησής της. Τώρα, κατά πόσον αυτό κάποιοι στην Ελλάδα το καταλαβαίνουν, είναι ένα καλό ερώτημα – με μάλλον δυσάρεστα αρνητική απάντηση, για την ώρα.

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος
[email protected]

Νίκος Θεοχαράκης


Μια διαυγής και πολύ δυναμική ανατομία της ελληνικής κρίσης 

και μια ανατροπή των επιχειρημάτων της κυβέρνησης και των δανειστών.

Νίκος Θεοχαράκης
 
Ένας από τους μεγαλύτερους οικονομολόγους του 20ού αιώνα, ο Albert Otto Hirschman (1915-2012),1 στο βιβλίο του Η ρητορική της αντίδρασης (The Rhetoric of Reaction: Perversity, Futility, Jeopardy, Harvard University Press, 1991) αναλύει τους τρόπους με τους οποίους η αντιδραστική και συντηρητική ρητορική επιχειρεί να αντικρούσει τις προσπάθειες για μείζονες αλλαγές. Ξεκινώντας από την περίφημη διάλεξη του T.H. Marshall το 19492 για τα πολιτειακά (civil), πολιτικά (political) και οικονομικά (economic) δικαιώματα που οδηγούν αντίστοιχα στην ισότητα των πολιτών, το γενικευμένο δικαίωμα του εκλέγειν και το κράτος πρόνοιας, ο Hirschman εξερευνά μια άλλη τριάδα, επιχειρημάτων αυτή τη φορά, που επιστρατεύονται –κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά– από τον αντιδραστικό λόγο στο ιδεολογικό επίπεδο για να πείσουν ότι οι αλλαγές σε προοδευτική κατεύθυνση είναι καταδικασμένες. Τα τρία είδη επιχειρημάτων είναι τα Perversity (αντίστροφο ή αντίθετο αποτέλεσμα), Futility (ματαιότητα ή, καλύτερα, ματαιοπονία) και Jeopardy (διακινδύνευση του μείζονος διακυβεύματος). Ας τα εξετάσουμε με τη σειρά τους.
Το επιχείρημα του αντίθετου αποτελέσματος (Perversity) ισχυρίζεται ότι οι προοδευτικές αλλαγές όχι μόνο δεν επιφέρουν το σκοπούμενο αποτέλεσμα, αλλά αντίθετα ωθούν την κοινωνία προς την αντίθετη κατεύθυνση: η Γαλλική Επανάσταση ζητούσε να επιφέρει ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, αλλά, κατά τους αντιπάλους της, οδήγησε σε τυραννία και βαθύτερη σκλαβιά. Η γενίκευση του εκλογικού δικαιώματος θα οδηγούσε όχι σε περισσότερη δημοκρατία αλλά στον δεσποτισμό των αμόρφωτων και ακαλλιέργητων μαζών. Οι οικονομολόγοι –εξοπλισμένοι με τα εργαλεία της θεωρίας τους– εξηγούν γιατί η θέσπιση κρατικών ρυθμίσεων που παρεμβαίνουν στη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς μειώνουν τη συνολική ευημερία. Έτσι, π.χ., η θεσμοθέτηση κατώτατων μισθών θα οδηγήσει σε ανεργία και εξαθλίωση της εργατικής τάξης. Η Ύβριςοδηγεί στη Νέμεσι.
Το επιχείρημα της ματαιοπονίας (Futility) λέει ουσιαστικά ότι plus ça change, plus c’est la même chose. Υπάρχουν, υποτίθεται, νόμοι της κοινωνίας ή της ανθρώπινης φύσης που αντιστέκονται στην αλλαγή. Ο Gaetano Mosca και ο Vilfredo Pareto είναι κλασικά παραδείγματα κοινωνικών επιστημόνων που θεωρούν ότι η διάκριση μεταξύ αρχόντων και αρχομένων ή ελίτ και μη ελίτ υπάρχουν σε όλες τις κοινωνίες. Ο Pareto ισχυριζόταν μάλιστα ότι σε όλες τις κοινωνίες από την αρχαία Ελλάδα μέχρι τη Σαξονία του 19ου αιώνα υπάρχει η ίδια κατανομή του εισοδήματος. Ο Robert Michels μιλούσε για τον σιδηρού νόμο της ολιγαρχίας. Οι συντηρητικοί οικονομολόγοι του 20ού αιώνα θεωρούσαν ότι το κράτος πρόνοιας δεν ωφελεί αυτούς που έχουν ανάγκη αλλά τις μεσαίες τάξεις. Πιο χαρακτηριστικά, στα τέλη του 18ου αιώνα ο Thomas Robert Malthus έγραφε ότι «μια κοινωνία που έχει συσταθεί σύμφωνα με την πιο όμορφη μορφή που η φαντασία μπορεί να συλλάβει, με την αγαθοεργία αντί του εγωισμού ως την κινητήρια αρχή της και με κάθε κακή πρόθεση σε όλα τα μέλη της να έχει διορθωθεί με τον ορθό λόγο και όχι με τη βία, πρόκειται –από τους αναπόφευκτους νόμους της φύσης, και όχι από οποιαδήποτε εγγενή διαστροφή του ανθρώπου– σε ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να εκφυλιστεί σε μια κοινωνία που θα έχει συσταθεί σύμφωνα με ένα σχέδιο που δεν θα διαφέρει ουσιαστικά από εκείνο που επικρατεί σε κάθε γνωστό κράτος τη σήμερον ημέρα. Θέλω να πω, σε μια κοινωνία διαιρεμένη σε μια τάξη ιδιοκτητών, και μια τάξη εργατών, και με τον εγωισμό ως το κύριο ελατήριο της μεγάλης μηχανής».3
Το τρίτο επιχείρημα είναι εκείνο της διακινδύνευσης (Jeopardy). Οι αλλαγές μπορεί να επιτύχουν αυτό που σκόπευαν, αλλά αυτό που χάνεται ή διακυβεύεται είναι ακόμα πιο σημαντικό. Ιστορικά το επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε εναντίον της επέκτασης του εκλογικού δικαιώματος σε τμήματα του πληθυσμού που δεν είχαν την «υπευθυνότητα» να το ασκήσουν, με αποτέλεσμα η δημοκρατία να οδηγήσει στη διακινδύνευση της ελευθερίας.
Ο Hirschman τοποθετεί αυτή τη ρητορική σε ένα ιστορικό πλαίσιο δύο αιώνων περίπου από τη Γαλλική Επανάσταση έως το τέλος του 20ού αιώνα περίπου και αναφέρεται σε μείζονες πολιτικές αλλαγές. Η ρητορική της αντίδρασης όμως μας επιτρέπει να κατηγοριοποιήσουμε τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα και ιδιαίτερα ενόψει της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης. Προτού προχωρήσουμε στην κατηγοριοποίηση των επιχειρημάτων, ας δούμε τι συμβαίνει και τι διακυβεύεται.
Η ελληνική οικονομία από το 2008 έχει μπει σε μια τροχιά ύφεσης. Το ελληνικό Α.Ε.Π. είναι πλέον τα 3/4 εκείνου του 2008. Η ανεργία έχει ξεπεράσει το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού, το οποίο έχει μειωθεί και αυτό, με αποτέλεσμα περίπου ένας να εργάζεται και ένας να συντηρείται από έναν εργαζόμενο. Η μεγάλη μυλόπετρα στον λαιμό της ελληνικής οικονομίας είναι φυσικά η ανάγκη αποπληρωμής του τεράστιου δημόσιου χρέους το οποίο υπερβαίνει το 175% του Α.Ε.Π. Από τη στιγμή που ξέσπασε η κρίση, ήταν φανερό ότι το ελληνικό κράτος δεν αντιμετώπιζε απλώς μια κρίση ρευστότητας –η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τη βοήθεια διεθνών οργανισμών– αλλά μια κρίση συνολικής φερεγγυότητας. Με οποιοδήποτε ρεαλιστικό σενάριο το ελληνικό δημόσιο δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει το χρέος του. Η μόνη λύση ήταν να αναγνωριστεί αυτή η αδυναμία από την αρχή και το ελληνικό κράτος να προβεί σε μια αναδιάρθρωση με κούρεμα του χρέους όσο αυτό βρισκόταν στα χέρια ιδιωτών πιστωτών και διεπόταν από το ελληνικό δίκαιο. Η κυβέρνηση Παπανδρέου αρνήθηκε να το δει αυτό από την αρχή και αφέθηκε στην «καλοσύνη των ξένων» υπογράφοντας το πρώτο μνημόνιο. 
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα του Βορρά με προεξάρχουσα τη Γερμανία, είχαν κάθε λόγο να παίξουν το παιχνίδι αυτό. Πρώτον, διότι μπορούσαν να σώσουν τις τράπεζές τους προσποιούμενες κοινοτική αλληλεγγύη, ενώ γνώριζαν ότι κάποια στιγμή –αναπόφευκτα– θα έπρεπε να καλύψουν το κομμάτι αυτό από τα χρήματα των φορολογουμένων τους. Αυτό όμως θα ερχόταν αργότερα, ενώ ο συνολικός λογαριασμός για το «ξελάσπωμα» των τραπεζών τους θα φαινόταν μικρότερος στα μάτια του κοινού τους, ενώ το φταίξιμο θα το έπαιρνε η μικρή αλλά κακή Ελλάδα. Δεύτερον, διότι τους δινόταν η ευκαιρία να κάνουν μια πρόβα τζενεράλε για την εφαρμογή των περιβόητων «μεταρρυθμίσεων» που εμφανίζονταν με τον προ-αναπτυξιακό μανδύα του επιχειρηματικού δυναμισμού της αγοράς, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια πρωτοφανής επίθεση στο κράτος πρόνοιας και στο καθεστώς των εργασιακών σχέσεων. Μια τόσο καλή κρίση δεν έπρεπε να πάει χαμένη. Το ρολόι έπρεπε να γυρίσει στην οικονομία και την κοινωνία πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τα έλεγαν στη νύφη (Ελλάδα) για να τα ακούει η πεθερά, δηλαδή οι εργατικές τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών. Τρίτον, η Ελλάδα ήταν το καλύτερο παράδειγμα για το τι παθαίνει κανείς όταν δεν ακολουθεί τους κανόνες του παιχνιδιού. Δεν ευθυνόταν η παγκόσμια κρίση, το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ευθυνόταν αποκλειστικά και μόνο η Ελλάδα η οποία δανειζόταν για να καλύψει τα ελλείμματά της επειδή δεν ήθελε να περικόψει το σπάταλο κράτος της. Η αλήθεια είναι ότι ενώ η Ελλάδα είχε ποσοστό δημοσίων δαπανών ως προς το Α.Ε.Π. ίσο με τον μέσο όρο των χωρών-μελών της Ένωσης, τα έσοδά της υπολείπονταν συστηματικά γύρω στο 10% από τις δαπάνες της. Σε αντίθεση με τις άλλες χώρες που υπέστησαν την κρίση, η Ελλάδα δεν είχε –μέχρι τότε– προβληματικό τραπεζικό σύστημα με φούσκα που οφειλόταν στην αντίστοιχη φούσκα των ακινήτων και στην πλημμελή εποπτεία του τραπεζικού συστήματος. Στις άλλες χώρες η αμαρτία τους ήταν ότι εμπιστεύτηκαν τις αγορές περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε – και ένας καλός καπιταλιστής συγχωρεί τα παιδιά του αν το παρακάνουν. Η Ελλάδα όμως –κατά τη γνωστή ηλίθια ρήση– ήταν το τελευταίο σοβιετικό κράτος της Ευρώπης. Η τιμωρία της έπρεπε να είναι παραδειγματική. Η τιμωρία αυτή δεν θα έπρεπε να ισοδυναμεί με εκτέλεση στα εννέα μέτρα. Μια ελληνική χρεοκοπία μπορούσε να δημιουργήσει μείζονα προβλήματα στη δομή της Ευρωζώνης κα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ έπρεπε να φαίνεται ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν εξαντλήσει την καλοσύνη τους στο μαύρο πρόβατο. Επιλέχτηκε λοιπόν μια τιμωρία χειρότερη από τον θάνατο: το ελληνικό κράτος θα προχωρούσε στην αφαίμαξη των πολιτών του, ενώ ταυτόχρονα θα τους στερούσε κάθε παροχή και πρόσβαση στο κράτος πρόνοιας. Ταυτόχρονα, η αποκαθήλωση κάθε είδους προστασίας της εργασίας μέσω της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, το σπάσιμο των συντεχνιών, το μικρότερο κράτος και η μείωση της γραφειοκρατίας στην αδειοδότηση των επιχειρήσεων θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για ένα καλύτερο επιχειρηματικό κλίμα που θα οδηγούσε στην ανάπτυξη, η οποία θα λάμβανε πλέον χώρα πάνω σε υγιείς βάσεις. Τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας σε αυτούς τους τομείς –προβληματική γραφειοκρατία, κρατικός συνδικαλισμός, αναποτελεσματικό και διεφθαρμένο κράτος– χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα του «πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι» για την επιστροφή σε μια νεοφιλελεύθερη δυστοπία. Στον βαθμό λοιπόν που δεν αναγνωριζόταν η εγγενής αδυναμία των ακολουθούμενων πολιτικών, η αναποτελεσματικότητά τους λειτουργούσε ως άλλη μια απόδειξη ότι οι Έλληνες αρνούνταν να κάνουν αυτό που έπρεπε. Η ανθρωποθυσία δεν εξευμένιζε τους θεούς επειδή το σφάγιο δεν ήταν παρθένο. 
Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής των μνημονιακών λύσεων έγινε σαφές ότι η κατάσταση δεν θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς ένα κούρεμα του χρέους. Ήδη όμως ένα μεγάλο μέρος είχε περάσει στα χέρια των δημόσιων οργανισμών που αποτελούσαν την τρόικα, και οι οποίοι δεν δέχονταν το κούρεμα του χρέους που κατείχαν αυτοί. Έμενε λοιπόν το περιβόητο P.S.I. (Private Sector Involvement), δηλαδή η εθελούσια αποδοχή του κουρέματος του χρέους στα χέρια ιδιωτών. Η κυβέρνηση, παρόλο που από την αρχή της κρίσης διακήρυττε σε όλους τους τόνους ότι δεν πρόκειται να προβεί σε κανενός είδους κούρεμα, τώρα παρουσίαζε το κούρεμα αυτό σαν μια μεγάλη επιτυχία. Έτσι κουρεύτηκαν 100 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ –το μεγαλύτερο κούρεμα στην οικονομική ιστορία– και το πρώτο κούρεμα σε χώρα της Ευρωζώνης. Δυστυχώς αυτό ήταν too little, too late. Από τα 100 δισεκατομμύρια, τα 60 πάρθηκαν πίσω. Τα πρώτα τριάντα επειδή το κούρεμα χτύπησε τα ομόλογα που είχαν οι ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία, και η κυβέρνηση έπρεπε να δανειστεί εκ νέου για να τα ανακεφαλαιοποιήσει. Τα υπόλοιπα τριάντα τα διέθεσε η τρόικα για να «γλυκάνει» τη συμφωνία με τους ομολογιούχους. Έτσι η ελληνική κυβέρνηση κατέληξε με νέα ομόλογα 30 περίπου δισεκατομμυρίων –τα οποία υπάγονταν πλέον στο αγγλικό δίκαιο, και κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να κουρευτούν εκ νέου– τα οποία ήταν κυρίως στα χέρια διαφόρων funds που τα είχαν αγοράσει με έκπτωση και για κερδοσκοπικούς λόγους, ενώ 6,5 περίπου δισεκατομμύρια βρίσκονταν στα χέρια hold-out funds που δεν αποδέχτηκαν τη ρύθμιση, ελπίζοντας να εισπράξουν δικαστικώς τα οφειλόμενα στο ακέραιο. Ανοήτως δε, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν το P.S.I. αγόρασε από την αγορά ομόλογα από ιδιώτες τα οποία δεν μπορούσαν να κουρευτούν. Η λύση αυτή ήταν καταστροφική. Το ελληνικό κράτος δήλωσε στην πράξη χρεοκοπία χωρίς να λύσει το πρόβλημα του χρέους. Η λύση αυτή θα έπρεπε να είχε εφαρμοστεί στην αρχή. Παρά ταύτα η ελληνική κυβέρνηση «υπομένει και σωπαίνει», ενώ η τρόικα επιμένει σε πείσμα της αναποτελεσματικότητας των πολιτικών της να ζητά ολοένα και μεγαλύτερη αφαίμαξη της ελληνικής οικονομίας. Σε όλους τους τόνους δηλώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση για κούρεμα.
Η ανάπτυξη της οικονομίας –σύμφωνα με τη μνημονιακή λογική– μπορεί να επέλθει μόνο μέσα από τη λιτότητα. Η μείωση των μισθών όχι μόνο δεν επηρεάζει την ενεργό ζήτηση, αλλά αντίθετα επιτρέπει στην οικονομία να ισορροπήσει και στις επιχειρήσεις να λειτουργούν με χαμηλότερο κόστος. Η μείωση των δημοσίων δαπανών δεν επηρεάζει την οικονομία, αντίθετα εμποδίζει τον παραγκωνισμό των ιδιωτικών επενδύσεων και θα επιτρέψει την ανάπτυξη.
Το βασικό αφήγημα της μνημονιακής λύσης είναι ότι συν τω χρόνω η οικονομία θα ανακάμψει. Όποιος θεωρεί ότι μπορεί να αλλάξει την παρούσα κατάσταση με διαπραγμάτευση ή με μονομερείς λύσεις δημιουργεί κινδύνους για τη χώρα. Τα επιχειρήματα αυτής της συλλογιστικής μπορούν να ταξινομηθούν με το σχήμα του Hirschman, αν και το ύφος και το ήθος της εκφοράς της συντηρητικής επιχειρηματολογίας –με σημαντική δόση απελπισίας και απόγνωσης– μας κάνει να υποψιαζόμαστε και την ορθότητά της. Ας δούμε την ταξινόμηση.
Αντίθετο αποτέλεσμα. Η επαναφορά των κατώτατων μισθών θα αυξήσει το κόστος λειτουργίας και θα μειώσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, κάποιες από τις οποίες δεν θα επιβιώσουν, και θα οδηγήσει τους εργαζόμενους στην ανεργία. Η οικονομία απλώς δεν σηκώνει κάτι τέτοιο. Επιπλέον, η επαναφορά του μηχανισμού των εργασιακών σχέσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας θα παρέμβει στην απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και του «αόρατου χεριού», εμποδίζει την περιβόητη ευελιξία της αγοράς εργασίας και οδηγεί σε μείωση της ανταγωνιστικότητας. Αντίστοιχα η αύξηση των συντάξεων σε ανθρώπινα επίπεδα θα οδηγήσει νομοτελειακά στη χρεοκοπία των ασφαλιστικών ταμείων, ενώ η υγεία και η παιδεία θα χειροτερεύσουν αντί να βελτιωθούν αν αυξηθεί η χρηματοδότησή τους, δεδομένου ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν υπάρχουν, άρα αναπόφευκτα πανεπιστήμια και νοσοκομεία θα πρέπει να κλείσουν. Η προσπάθεια να διαπραγματευθούμε το χρέος, ιδιαίτερα μάλιστα με μονομερή καταγγελία, θα αποξενώσει ακόμα περισσότερο τους εταίρους μας, με αποτέλεσμα πόροι που σήμερα είναι διαθέσιμοι, όπως τα χρήματα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και των Ε.Σ.Π.Α. να πάψουν να υπάρχουν. Όχι μόνο λοιπόν η οικονομία δεν θα βελτιωθεί, αλλά θα κάνουμε ένα αποφασιστικό βήμα προς τα πίσω και θα γίνουμε οι παρίες της Ευρώπης.
Ματαιοπονία. Και οι προηγούμενες κυβερνήσεις δοκίμασαν να διαπραγματευτούν το χρέος. Παρά την άκρα εφεκτικότητά τους (το περίφημο «forget it, Yannis» του Βόλφγκανγκ Σώυμπλε προς τον Γιάννη Στουρνάρα), την υιοθέτηση της λογικής του «υποδειγματικού κρατουμένου» και το γεγονός ότι τα ηνία των κυβερνήσεων της Ευρώπης βρίσκονταν στα χέρια των πολιτικών τους συμμάχων, οι κυβερνήσεις της συναίνεσης βρέθηκαν αντιμέτωπες με την οδυνηρή πραγματικότητα και αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν τον μόνο δρόμο που ήταν εφικτός. Το θατσερικό Τ.Ι.Ν.Α. («There INAlternative»), το Zugzwang των σκακιστών, έχει πλήρη εφαρμογή και εδώ. Όπως ο Σαμαράς, παρά τα Ζάππεια, έτσι και ο Τσίπρας, παρά τη Θεσσαλονίκη, θα αναγκαστεί να ακολουθήσει τη μοναδική διαθέσιμη πεπατημένη παρά τις ρηξικέλευθες προθέσεις του.
Στο μέτωπο της «πάταξης» της φοροδιαφυγής –το μόνο που «πατάσσεται» πλέον στο νεοελληνικό λεξιλόγιο είναι οι φοροφυγάδες– οι εξαγγελίες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ηχούν το ίδιο κενές με αυτές των προηγούμενων κυβερνήσεων. Και άλλοι ικανότεροι προσπάθησαν, αλλά οι μηχανισμοί είναι διαβρωμένοι και το δαιμόνιο της φυλής πάντα θα «έχει τον τρόπο του» να διαφεύγει τη φορολόγηση στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή.
Διακινδύνευση. Η προτεινόμενη πολιτική θα οδηγήσει (α) σε χρεοκοπία της χώρας, (β) έξοδο από την Ευρωζώνη και (γ) έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα καταλήξουμε σε ένα κράτος τύπου Αλβανίας του Εμβέρ Χότζα ή Βόρειας Κορέας που θα προσπαθεί να είναι αυτάρκης, χωρίς να μπορεί να το επιτύχει αφού δεν παράγουμε ούτε αυτοκίνητα για να μετακινούμαστε, ούτε πετρέλαιο για να ζεσταινόμαστε, πολλώ δε μάλλον υπολογιστές τόσο απαραίτητους για την κοινωνική μας δικτύωση. Το υπέρτατο μορμολύκειο είναι φυσικά η διακινδύνευση αυτής ταύτης της ακεραιότητας της χώρας με επίκληση εξωτερικών κινδύνων.
«Άτιμε, θα πάρεις τον κοσμάκη στο λαιμό σου», μας θύμιζε κάποτε ο Γιάννης Κορδάτος ως τη φωνή της αντίδρασης που άκουγαν οι Βολιώτες στον Εμφύλιο. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας κινδυνολογίας –όχι εντελώς καινοφανούς, αφού τα επιχειρήματα του Grexit του 2012 μπήκαν επάνω στα πολιτικά réchaud του 2014-15– η οποία αναμεταδίδεται σε υστερικούς και υψίσυχνους τόνους από τους γνωστούς χώρους. «It’s déjà vu, all over again» που έλεγε ο Yogi Berra.
Η απάντηση σε αυτή την τριάδα είναι κατά την άποψή μου απλή: Κανένας σοβαρός οικονομολόγος δεν υποστηρίζει ότι το δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο. Το χρέος εις χείρας της τρόικας θα κουρευτεί με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Η κρυφή ελπίδα των συντηρητικών ελληνικών κυβερνήσεων είναι ότι κάποια στιγμή το κούρεμα θα γίνει με τρόπο που θα μπορεί να μη γίνει φανερό: με μείωση των επιτοκίων και με μεταφορά της αποπληρωμής στον μακρύ καιρό. Δυστυχώς, όσο είναι πολιτικά βολικό για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυτό το κούρεμα θα μετατίθεται στο μέλλον, ενώ για τη συνέχιση της αδιέξοδης πολιτικής θα απαιτούνται ολοένα και μεγαλύτερες θυσίες που θα καταστρέψουν την ήδη καθημαγμένη ελληνική οικονομία. Άρα –παρά το γεγονός ότι η διαπραγμάτευση δεν είναι χωρίς πολιτικούς κινδύνους– η μόνη λύση είναι μια άμεση και δραστική αλλαγή στο επίπεδο του χρέους που θα αναγνωρίζει την πραγματικότητα και θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ανάπτυξη της οικονομίας μέσα από την τόνωση της ενεργού ζήτησης και της δημόσιας επένδυσης. Το πώς θα γίνει αυτό τεχνικά δεν είναι απλό αλλά είναι εφικτό. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αντιμετωπίσουμε στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο τη ρητορική της αντίδρασης και να αντιστρέψουμε μια ύφεση που διήρκεσε περισσότερο απ’ όσο η παγκόσμια κρίση του 1929.
 Νίκος Θεοχαράκης

Ο Νίκος Θεοχαράκης γεννήθηκε το 1956. Αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο Σχολή. Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Cambridge στην Αγγλία, με διδακτορική διατριβή στα οικονομικά (Churchill College & Faculty of Economics and Politics). Σήμερα είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών με γνωστικό αντικείμενο Πολιτική Οικονομία και Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης. Είναι διευθυντής του τομέα πολιτικής οικονομίας και του διδακτορικού προγράμματος σπουδών και μέλος της Επιτροπής Ερευνών του Ε.Κ.Π.Α. Στα βιβλία του περιλαμβάνονται: Μικροοικονομικά υποδείγματα μερικής και γενικής ισορροπίας (με τον Γιάννη Βαρουφάκη) (Τυπωθήτω 2005), Η νεοκλασική θεωρία της εργασίας: Μια κριτική επισκόπηση υπό το πρίσμα της ιστορίας της οικονομικής σκέψης (Τυπωθήτω 2006) και Modern Political Economics: Making Sense of the Post-2008 World (με τον Γιάννη Βαρουφάκη και τον Joseph Halevi) (Routledge 2011).



Επιλεγμένο αποσπάσμα  από το βιβλίο του Νόαμ  Τσόμσκι Δύο ώρες διαύγειας
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com



Γιατί ο λαός δεν επαναστατεί, αφού η κατάστασή γίνεται αφόρητη; Μήπως επειδή είναι υποταγμένος, κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;
Τα μέσα αντιπροσωπεύουν μόνο ένα πολύ μικρό μέρος της πελώριας μηχανής της προπαγάνδας. Υπάρχει ένα σύστημα κατήχησης και ελέγχου πολύ πιο τεράστιο, στο οποίο τα μέσα ενημέρωσης είναι απλά ένας τροχός: το σχολείο, η διανόηση, μια ολόκληρη πανοπλία θεσμών που προσπαθούν να επηρεάσουν και να ελέγξουν τη γνώμη και τη συμπεριφορά και, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, να κρατήσουν τους ανθρώπους στην άγνοια.
Συχνά, οι άνθρωποι γνωρίζουν πάρα πολύ καλά που να βασιστούν κι όμως δεν επαναστατούν. Έτσι, όταν οι Αμερικανοί που ερωτώνται από τα ινστιτούτα δημοσκοπήσεων λένε πως το κράτος εξυπηρετείτο ιδιαίτερα συμφέροντα κάποιων και όχι του λαού, δεν επαναλαμβάνουν αυτά που τους έχουν πει. Τους λένε: «Αυτή είναι η κυβέρνησή σας. Είναι ελεύθερη», αλλά κανείς δεν το πιστεύει. Κι αυτό επιβεβαιώνεται σε όλους τους τομείς.
Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι ένα όργανο στην υπηρεσία των συμφερόντων του ιδιωτικού τομέα. Ο πόλεμος του Βιετνάμ δίνει ένα καλό παράδειγμα. Ήταν ένα μείζον θέμα της αμερικανικής δημόσιας ζωής. Η βιαιότερη κριτική που εξέφρασαν οι διανοούμενοι και η πλειονότητα της Αριστερός εναντίον αυτοΰ του πολέμου ήταν πως ήταν ένα λάθος που κόστισε πολΰ ακριβά. Να τι σκέφτονται οι διανοούμενοι, μπορείτε να το διαβάσετε και να το ακούσετε παντού.
Εδώ και τριάντα χρόνια λοιπόν, γίνονται δημοσκοπήσεις γι’ αυτό το θέμα. Η τελευταία έγινε πριν από λίγους μήνες. Σχεδόν σε όλη αυτή την περίοδο, διαπιστώθηκε πως περίπου 70% των ανθρώπων πιστεύουν ότι ο πόλεμος δεν ήταν ένα απλό λάθος, αλλά ότι ήταν βασικά κακός και ανήθικος. Τίποτα από όσα διαβάζετε στα μέσα ενημέρωσης δεν σας επιτρέπει να φτάσετε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Οι άνθρωποι κατέληξαν σ’ αυτό μόνοι τους. Αν αυτή η ερώτηση ήταν το αντικείμενο μιας πραγματικής πολιτικής συζήτησης, το 95% των απαντήσεων θα συμφωνούσε μ’ αυτή την εκδοχή. Υπάρχει λοιπόν ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που σκέφτεται η κοινή γνώμη και σ’ εκείνο που προσπαθεί να την κάνει να πιστέψει η προπαγάνδα των ελίτ. Συνεπώς, αυτό που εμποδίζει τους ανθρώπους να επαναστατήσουν δεν είναι η άγνοια.
Επανερχόμαστε στη ίδια ερώτηση: Γιατί δεν επαναστατούν;
Δεν επαναστατούν γιατί αυτό κοστίζει ακριβά. Αν αναλάβετε την πρωτοβουλία ν’ αλλάξετε την τάξη των πραγμάτων, διακινδυνεύετε να το πληρώσετε πολύ ακριβά.
Αφήνοντας κατά μέρος την επανάσταση, αν θελήσετε να δημιουργήσετε ένα συνδικάτο και το κατορθώσετε, αυτό ίσως να είναι καλό για τους συναδέλφους σας στη δουλειά, αλλά σίγουρα όχι για σας. Θα γίνετε αντικείμενο ενεργειών εκφοβισμού, παρενοχλήσεων και άλλα χειρότερα. Για να δράσετε, θα πρέπει να είστε έτοιμοι να πληρώσετε το τίμημα.
Πάρτε έναν προνομιούχο διανοούμενο και υποθέστε ότι προσχωρεί στους διαφωνουντες. Στις χώρες μας δεν θα τον σκοτώσουν, αλλά θα τιμωρηθεί. Θα κατηγορηθεί, θα μισηθεί, θα συκοφαντηθεί. Αν δεν το αντέξει, θα τα παρατήσει. Αν είναι ευαίσθητος στη γνώμη των άλλων, θα παραλυσει τελείως.
Αν θέλουμε να δράσουμε, πρέπει να αδιαφορήσουμε για τη γνώμη των άλλων: Είναι ο μόνος τρόπος για να είμαστε ελεύθεροι και για να κάνουμε αυτό που θεωρούμε σωστό. Για μένα, αυτό γίνεται γιατί είμαι προνομιούχος. Αλλά οι μη προνομιούχοι εργάτες το πληρώνουν ακριβά.
Ο μόνος τρόπος για να σωθούν είναι να οργανωθούν. Για παράδειγμα, άνθρωποι οργανωμένοι σε συνδικάτο μπορούν να πληρώσουν το τίμημα που ένα μεμονωμένο άτομο δεν μπορεί να αναλάβει μόνο του. Γι’ αυτό γίνονται τόσες προσπάθειες για να διαλυθεί αυτό το είδος οργάνωσης. Υπάρχουν βαθύτερες αιτίες, εκτός από την προπαγάνδα, που εμποδίζουν τους ανθρώπους να ξεσηκωθούν.
Τα βιβλία σας εκδίδονται από εναλλακτικούς εκδοτικούς οίκους, όχι από τους μεγάλους. Αφού αυτοί οι οίκοι δεν διαθέτουν τα ίδια μέσα με τους μεγάλους, τα βιβλία σας φτάνουν μόνο σε ένα περιορισμένο κοινό…
Μπορεί, αλλά τα βιβλία μου διαβάζονται από τους ανθρώπους που θέλω να προσεγγίσω.