Επιθεώρηση ζημιάς…στο κτήμα Αφθονία.
Μίσσιος: Τα όνειρα που σκοτώθηκαν [Πηγή: www.doctv.gr]
«Οι πολιτικοί τρώνε τους αγωνιστές. Τα πιο ωραία όνειρα σκοτώθηκαν από την εξουσία». Λίγο πριν τις εκλογές, ο Χρόνης μάς θυμίζει DOC TV 23.01.2015
Ο Χρόνης Μίσσιος φυλακίστηκε για 30 χρόνια. Δεν έθεσε τον εαυτό του όμηρο της πολιτικής ή της «αριστεράς» που τον απογοήτευσε. Όπως δήλωσε, όταν κατάλαβε ότι δεν μπορεί να αλλάξει το σύστημα, αποφάσισε να μην επιτρέψει στο σύστημα να τον αλλάξει. Ζούσε στο Καπανδρίτι κάνοντας πράξη την πολιτική του αντίληψη για την κοινωνία -την επαφή του ανθρώπου με τη γη, την ύπαρξη, τον έρωτα, την ομορφιά. «Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη». Το πρόταγμά του ήταν η δομή της κοινωνίας με αμεσοδημοκρατικές λήψεις αποφάσεων.
Λίγο πριν τις κάλπες, συλλέξαμε σημειολογικά μερικά κείμενα και δηλώσεις του σχετικά με τους πολιτικούς, την επανάσταση και τα όνειρα. «ΞΕΡΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ, τα πιο όμορφα, τα πιο ρομαντικά όνειρα των επαναστατών σκοτώθηκαν από την εξουσία. Αυτή ήταν η αιτία της καταστροφής. Αυτή είναι η αιτία που μετατρέπει τα όνειρα σε εφιάλτη».
«ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΤΡΩΝΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ και τους ήρωες. Οι πολιτικοί φάγανε τον Άρη. Οι πολιτικοί φάγανε και τον Ρήγα Φερραίο… Οι πολιτικοί καταδίκασαν σε θάνατο και τον Κολοκοτρώνη. Η επιδίωξη της επανάστασης είναι το ανέφικτο, η επιδίωξη της πολιτικής είναι το εφικτό. Η επανάσταση είναι ζωή. Η πολιτική είναι παιχνίδι βρώμικο, ανήθικο, αδίστακτο και άθλιο. Η επανάσταση είναι φορέας πολιτισμού».
«ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΕΤΣΙ ΤΗ ΓΡΑΦΟΥΝΕ, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη».
«ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΞΕΡΟΥΝ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ, ΓΡΑΦΟΥΝ και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία… Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και μάζες… Τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση “εκατό χιλιάδες νεκροί” ή “βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια”».
«Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΟΥΤΕ ΦΕΡΕΙ ΟΥΤΕ ΕΔΡΑΙΩΝΕΙ ΚΑΜΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑ, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Η οικολογία είναι επαναστατική, με την έννοια ότι στοχεύει να καταργήσει όλες τις αρνητικές δομές της κοινωνίας. Είναι η μόνη επανάσταση, θα λέγαμε, η οποία δεν φέρει εξουσία και δεν εδραιώνει καμία εξουσία. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι μια “πίστη” σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής…».
«ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΣ αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας».
«ΤΙ ΠΑΤΕ ΚΑΙ ΣΚΟΤΩΝΕΣΤΕ ΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ και δεν πάτε να καταλάβετε τα χωράφια της Μονής του Βατοπεδίου και να κάνετε μια φάρμα; Είστε όλοι σας μορφωμένα παιδιά, έχετε διάφορες ειδικότητες, να καταλάβετε τα βασιλικά κτήματα, αυτού του κερατά στο Τατόι, να κάνετε μια φάρμα; Θα ‘χετε και τον κόσμο μαζί σας! Ποιος θα σας πει κουβέντα; Πάτε και πετάτε γκαζάκια και καίτε το αυτοκίνητο του αλλουνού του κακομοίρη, τι σας φταίει ο άλλος;». [Πηγή: www.doctv.gr]
2002
Εφιάλτες και όνειρα του Απόστολου Δοξιάδη
του Άρη Δαβαράκη
Διάβασα απνευστί το κείμενο του Απόστολου Δοξιάδη στο Protagon.gr που είχε τίτλο
«Πούλαγε όνειρα να κρύβεις εφιάλτες». Είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα κείμενο ιδιαίτερα
φορτισμένο και πολύ ενδιαφέρον έτσι όπως είναι χτισμένο συνειρμικά πάνω στις σκέψεις
ενός πολύ καλού μυαλού. Δεν ξέρω γιατί το έγραψε, διαισθάνομαι όμως (αφού διάβασα
το κείμενο βέβαια) ότι τον ανησυχούν ιδιαίτερα αυτές οι δημοσκοπήσεις που δείχνουν
τον ΣΥΡΙΖΑ να παίρνει σίγουρα την πρωτιά (και το, φτιαγμένο για άλλους, «μπόνους»
των 50 βουλευτών) την Κυριακή. Ακόμα περισσότερο ανησυχητική για μια προσωπικότητα
σαν του Απόστολου είναι η πιθανότητα να κερδηθεί από την αριστερά στο τελευταίο
δευτερόλεπτο του αγώνα κάποιο απρόβλεπτο τρίποντο (να επωφεληθεί δηλαδή από
κόλπα του εκλογικού νόμου που και αυτά για άλλους είχαν επινοηθεί σε εποχές
που η «αριστερά» που έχει αναλάβει τώρα ο Τσίπρας ήταν στο 3% και ούτε η ίδια
ονειρευότανε πρωτιές και εξουσίες) και να βρεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, για φαντάσου, μέχρι
και με την αυτοδυναμία στα χέρια του.
Αφού διάβασα το κείμενο του Απόστολου (ας μου επιτρέψει να αναφέρομαι στο
πρόσωπό του με το μικρό του όνομα μια και για ένα διάστημα κάναμε αρκετή παρέα
χάρη στον κοινό μας φίλο Σωτήρη Μπασιάκο), αφέθηκα στις σκέψεις και τους
συνειρμούς μου. Θυμήθηκα την Αλεξάνδρεια και την σιγουριά που ένοιωθα σαν
παιδί (δυστυχώς μόνο για 11 χρόνια!) έχοντας το επίθετο «Δαβαράκης» στην τσέπη μου.
Ο παππούς μου είχε δωρίσει στην Ελληνική Κοινότητα και ένα («Δαβαράκειο») Οίκο Ευγηρίας
και ένα («Δαβαράκειο») ορφανοτροφείο και μία («Δαβαράκειο») Σχολή. Δεν ήμασταν ούτε
Μπενάκηδες, ούτε Σαλβάγοι, ούτε οι «Δοξιάδηδες της Αλεξάνδρειας» – ήμασταν όμως
μια πολύ πλούσια και γνωστή οικογένεια. Ζούσαμε σ’ έναν δικό μας κόσμο που, όχι από
αδιαφορία, ούτε από άποψη, δεν μπορούσε να παρατηρήσει την απίστευτη φτώχεια που
απλωνότανε γύρω-τριγύρω σε όλη την Αίγυπτο. Δεν βλέπαμε κάν το πρόβλημα του
Άμπντου, του μάγειρα, που είχε εφτά παιδιά και ζούσε σε λασπόσπιτο με την
οικογένειά του – κι’ ας ήταν μέσα στο σπίτι μας καθημερινά, κι’ ας τον αγαπούσαμε όλοι
πολύ για την καλή του την καρδιά και την ωραία μαγειρική του. Όλα αυτά δεν κράτησαν πολύ.
Ήταν σαν μια γερή φλασιά που το 64 με έστειλε κανονικά από την «Δαβαράκειο Σχολή» στην
«Σχολή Μωραΐτη» , 6η Δημοτικού.
Σκέφτομαι τώρα που έχω περάσει τα 60 πως ο άνθρωπος από τη φύση του χτίζει τις ιδιωτικές
του κοσμοθεωρίες για ιδιωτική κατανάλωση και, ανάλογα με τις δυνατότητές του, την τύχη,
την εργατικότητα, τα ταλέντα του, πορεύεται μέσα σ’ έναν «κόσμο» και μια «κοινωνία»
εστιάζοντας (απολύτως φυσικά) σ’ αυτά και αυτούς που τον ενδιαφέρουν και επηρεάζουν
θετικά το «ευ ζείν» του. Μόνον οι αυτοκαταστροφικοί άνθρωποι βλέπουν εχθρικά τον ίδιο
τους τον εαυτό και ούτε εγώ, ούτε ο Απόστολος Δοξιάδης, είμαστε αυτοκαταστροφικοί
άνθρωποι. Αντίθετα, ο καθένας, ανάλογα με τις δυνάμεις του και τα ταλέντα του, κάναμε
ότι μπορούσαμε για να βοηθήσουμε τον εαυτό μας να σταθεί στα δικά του πόδια. Δεν
συγκρίνω τα μεγέθη ούτε τα αποτελέσματα της προσπάθειας μας μέχρι σήμερα – λέω
απλώς ότι με τον τρόπο μας και οι δύο τα είχαμε όλα. Όταν λέω όλα, εννοώ αυτά που μας
αρέσανε, αυτά που ονειρευόμασταν. Η ζωή μας φέρθηκε πολύ καλά. Μας πήγε στα μονοπάτια
που ονειρευτήκαμε, μαθηματικά μονοπάτια, συγγραφικά μονοπάτια, ερωτικά μονοπάτια,
στιχουργικά μονοπάτια – και τα λοιπά, και τα λοιπά. Δεν στερηθήκαμε τίποτα απ’ αυτά που
θέλαμε να έχουμε. Είμαστε και οι δύο πολύ τυχεροί και πολύ χορτάτοι.
Ο Απόστολος στο εκτενές κείμενό του αναφέρεται κυρίως στην διαμάχη αριστεράς και δεξιάς
στην Ελλάδα πριν 70 χρόνια, εξηγώντας βέβαια πως δεν την ξεκινάει εκείνος την συζήτηση,
ο ΣΥΡΙΖΑ (λέει) την ξεκίνησε. Εγώ δεν μπορώ να ανακατευτώ στην ιστορική αυτή διαμάχη
(που οι Αμερικάνοι θα την χαρακτήριζαν ancient history) γιατί απλούστατα «δεν τόχω».
Παππούδες και γιαγιάδες πήγαν στην Αλεξάνδρεια από την Κέρκυρα, την Σμύρνη, την Κρήτη
και τις Κυκλάδες στα τέλη του 19ου αιώνα – και ο «εμφύλιος» δεν έχει καταγραφεί στο DNA
μου. Κανένας « δικός» μου δεν είχε λάβει μέρος στην ιστορική αυτή διαμάχη, ούτε από τη μία,
ούτε από την άλλη μεριά. Μου είναι πολύ δύσκολο λοιπόν να καταλάβω γιατί υπάρχει τόση
μεγάλη ανησυχία μπροστά στο ενδεχόμενο να γίνει πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας και να
κυβερνήσει για μια τετραετία η αριστερά του, δοκιμάζοντας άλλες συνταγές και άλλες
προσεγγίσεις στα μεγάλα θέματα που μας απασχολούν. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί
ο κ. Αργύρης Ντινόπουλος ή ο κ. Άδωνις Γεωργιάδης είναι πρόσωπα «ασφαλέστερα» από τον
κ. Δραγασάκη ας πούμε, ή τον κ. Μηλιό. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να «φορτίσω» την προσφυγή
στις κάλπες με όλο αυτό το εμφυλιοπολεμικό κλίμα «από οπουδήποτε και αν προέρχεται» όπως
γράφεται συχνά τελευταίως. Με αποτέλεσμα να μην μπορώ να παρακολουθήσω και τι είναι αυτό
που θέλει να πει ο Απόστολος με αυτό το κείμενό του. Τι τον ανησυχεί; Η κακοδιαχείριση από
απειρία; Μα ζούμε χρόνια τώρα την απόλυτη κακοδιαχείριση (από εμπειρία;). Είμαστε
βουτηγμένοι στα σκάνδαλα, στην διαπλοκή, στα οικονομικά εγκλήματα, στο μαύρο χρήμα των
ναρκωτικών και της εμπορίας βρεφών και ανθρωπίνων οργάνων για μεταμοσχεύσεις, στους
εκβιασμούς, στις δολοφονίες, την τρομοκρατία, αυτούς που καίνε ότι μπορούν να κάψουν, έτσι,
για να ξεσπάσουν, τους άλλους που σκοτώνουνε 15χρονους στα Εξάρχεια – ας μην
τα καταγράψω εδώ όλα, δεν χωράνε δυστυχώς και δεν «βολεύονται» πουθενά και με κανέναν
τρόπο.
Ένα μυαλό σαν του Απόστολου Δοξιάδη δεν μπορεί να μην έχει επίγνωση ότι η εξουσία στην
Ελλάδα τώρα και πάρα πολλά χρόνια είναι απολύτως διεφθαρμένη . Τι ανησυχεί; Ποιος
μπορεί να χειροτερέψει αυτήν την αθλιότητα μέσα στην οποίαν προσπαθούμε όλοι να χτίσουμε
κάποιες νησίδες για να ανασαίνουμε – αγνοώντας τα μαρτύρια που τραβάνε οι εκατοντάδες
χιλιάδες άλλοι, τα εκατομμύρια των «μη προνομιούχων» που πένονται και κρυώνουν και
αγχώνονται και ζούνε καθημερινά βασανιστήρια στον αγώνα τους να επιβιώσουν απλώς – όχι
να ζήσουνε κάν πραγματικά. Δεν πρέπει επιτέλους να απολυθεί αυτό το πολιτικό προσωπικό της
αθλιότητας και να δοκιμαστούν άλλοι άνθρωποι; Γιατί τόσος «τρόμος» και τέτοια
προκατάληψη; Τι θα συμβεί δηλαδή; Θα μας πετάξουν έξω από το ευρώ;
Δεν θέλω να φλυαρήσω άλλο. Θέλω απλώς να θυμίσω και στον Απόστολο και στον εαυτό μου,
πως τα εκατομμύρια των Ελλήνων που δεν έχουν ευρώ ούτε για το σούπερ-μάρκετ, έχουν πια
φτάσει στο σημείο να μην νοιάζονται και πολύ για την « ευρωζώνη». Είναι κουρασμένοι,
αδικημένοι και πάμφτωχοι. Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα πολλών « Δοξιάδηδων», ούτε καν
μια χώρα πολλών «Δαβαράκηδων» . Εμείς καλά τα βολεύουμε, ο καθένας ανάλογα με τις
δυνατότητές του και τις προτεραιότητες που έχουμε θέσει στη ζωή μας. Μήπως είναι καιρός
να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στην σκληρή πραγματικότητα, και την
δοκιμαζόμενη κοινωνία που, βέβαια, δεν θα ψηφίσει τον Σαμαρά την Κυριακή;
Θα ψηφίσει τον Αλέξη Τσίπρα ελπίζοντας ότι αυτός θα δημιουργήσει ευκαιρίες στην κοινωνία
να δουλέψει, να δημιουργήσει, να ανασυγκροτηθεί.
Γιατί λοιπόν αυτός ο τίτλος (Πούλαγε όνειρα, να κρύβεις εφιάλτες) από έναν άνθρωπο που
δεν μετέχει (όπως και ο υπογράφων) του κυρίως προβλήματος; Για ποιους εφιάλτες μιλάς
Απόστολε; Τον εφιάλτη του 1% , του 10% αν προτιμάς;
– See more at: http://www.toportal.gr/
Πούλαγε όνειρα, να κρύβεις εφιάλτες
Παρακολούθησα τη διαδικτυακή συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στο κομματικό του κανάλι, όπου από χιλιάδες ερωτήσεις που έγιναν μέσω του twitter πέρασαν τους κομματικούς επιλογείς λιγότερο από 1%. Εγώ θέλω να μείνω στην αντίδραση του κ. Τσίπρα σε μια ερώτηση, την προτελευταία της συνέντευξης. Εκεί, ο κομματικός δημοσιογράφος, με ένα μικρό χαμόγελο αμηχανίας και συστολής, είπε στον κ. Τσίπρα: «Έχω εδώ και μια πολύ συμβατική ερώτηση: “Πού θα βρείτε τα λεφτά για να εφαρμόσετε το πρόγραμμά σας;”». Μικρά συννεφάκια εκνευρισμού ρυτίδωσαν το μέτωπο του προέδρου, και μετά έδωσε μια απάντηση που με άφησε με το στόμα ανοιχτό, τόσο που δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι πραγματικά την άκουσα. (Ομολογώ ότι πριν την αναπαράγω εδώ τηλεφώνησα σε έναν φίλο που είδε τη συνέντευξη, για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν παραίσθησή μου.) Ο κ. Τσίπρας απάντησε στην ερώτηση περί του «πού θα βρει τα λεφτά» ως εξής: «Επειδή αυτή η συνέντευξη θέλω να είναι πραγματικά μη-συμβατική, αυτή την ερώτηση δε θα την απαντήσω.».
Κι έτσι, εν ονόματι της μη-συμβατικότητας, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε, δέκα μέρες πριν από τις εκλογές, να δώσει τη μόνη απάντηση που είναι εντελώς απαραίτητο να ακούσει όποιος σκοπεύει να τον ψηφίσει θέλοντας να ξέρει τι κάνει: δηλαδή, το τι θα του ξημερώσει η επόμενη των εκλογών.
Βέβαια στην απάντηση, ή μάλλον τη μη-απάντηση, του κ. Τσίπρα, με αιφνιδίασε μόνο η έκταση της απροκάλυπτης περιφρόνησης για τους ψηφοφόρους. Γιατί κατά τα άλλα δεν εξεπλάγην. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια έχει κερδίσει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων το οφείλει κυρίως στην πλήρη αποπομπή της λογικής, του ρεαλισμού, και των επιχειρημάτων από τον δημόσιο λόγο, για να βάλει στη θέση τους τη διέγερση του θυμικού, τις κατηγόριες και τις ύβρεις. Από την αρχή της κρίσης, και κυρίως από την περίοδο των «αγανακτισμένων», ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιέργησε τη ρητορική του κατοχικού-εμφυλιοπολεμικού μίσους, βαπτίζοντας εκλεγμένες με μεγάλη πλειοψηφία κυβερνήσεις της χώρας «δοσιλογικές», περιγράφοντας τη δανειακή σύμβαση ως «εχθρική κατοχή», και την οικονομική κατάσταση των πολιτών ως «χειρότερη από την Κατοχή» (το άκουσα και αυτό σε κανάλι). Η ιστορία του τόπου έγινε έτσι ανενδοίαστα εργαλείο κομματικής προπαγάνδας.
Ο παραλληλισμός του σήμερα με την Κατοχή δεν είναι βέβαια μόνο ανιστορήτος. Είναι βαθύτατα προσβλητικός, όχι μόνο για τη νοημοσύνη όσων ξέρουν πέντε πράγματα από ιστορία, αλλά κυρίως για τους ανθρώπους ανάμεσά μας και έζησαν εκείνα τα χρόνια, τις γιαγιάδες και τους παππούδες που θέλει ο κ. Καμμένος να κλειδαμπαρώσουμε στις 25 του μήνα, μπας και ψηφίσουν. Κι όσοι υπέφεραν, οι ίδιοι ή οι δικοί τους, τα πάθη του Εμφυλίου, νοιώθουν μόνο αποτροπιασμό για όποιον προσπαθεί να αναβιώσει το κλίμα του. Όμως, τα στελέχη και οι προπαγανδιστές του ΣΥΡΙΖΑ το κάνουν κατά κόρον, μαζί με τους συνοδοιπόρους τους, τα στελέχη των ΑΝΕΛ, που των περισσότερων τα πολιτικά βιογραφικά δε βλέπω να παραπέμπουν σε άμεση πνευματική συγγένεια με τον Άρη Βελουχιώτη.
Το γιατί επιλέχθηκε αυτή η τακτική το ξέρουμε από την παγκόσμια ιστορία: η επίθεση στον αντίπαλο με αναγωγές του σήμερα σε κάποια περασμένη εποχή, μυθολογικά αναπλασμένη, είναι το ιδανικό ρητορικό-προπαγανδιστικό πλαίσιο για να βγάλεις από τη συζήτηση τα επιχειρήματα, είτε επειδή δε σε συμφέρουν, είτε επειδή δεν τα έχεις. Η αναβίωση της κατοχικής-εμφυλιοπολεμικής ρητορικής που εγκαινίασε ο ΣΥΡΙΖΑ επί «αγανακτισμένων» είχε κύριο σκοπό να μεταθέσει τη συζήτηση από το φλέγον πρόβλημα της χώρας, δηλαδή το οικονομικό, σε απειλές και ύβρεις. Και πέτυχε τον σκοπό της, φέρνοντας με τη συσκότιση της αλήθειας το κόμμα του κ. Τσίπρα στην πρώτη θέση των προτιμήσεων των ψηφοφόρων.
Βέβαια η διολίσθηση του πολιτικού λόγου στο επίπεδο μυθολογικής μάχης του Καλού με το Κακό, παρέσυρε, και παρασύρει ακόμη καμιά φορά, κάποιους από τους πολιτικούς αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά την ευθύνη γι’ αυτό την έχει το κόμμα που ξεκίνησε την κατρακύλα. Όταν εσύ, πρώτος, τοποθετείς τον διάλογο στο επίπεδο μιας λυσσαλέας πολεμικής σύρραξης, πώς περιμένεις να σου απαντήσει η άλλη πλευρά; Με επικλήσεις στον ορθό λόγο; Είναι όπως όταν κορνάρεις στον δρόμο προειδοποιητικά σε κάποιον που πάει να περάσει με ταχύτητα ένα «στοπ» κι αυτός φρενάρει, σταματήσει, βγει από το αυτοκίνητό του και σε πλησιάσει μαινόμενος, βρίζοντας χυδαία και ζητώντας σου να βγεις έξω «αν είσαι άντρας». Αποκλείεται να σου περάσει από τον νου να του τσιτάρεις Σωκράτη, Βούδα ή Βολταίρο, για να ηρεμήσει. Ή, αν είναι του χαρακτήρα σου, θα βγεις να δώσεις τον υπέρ πάντων αγώνα στην κλωτσοπατινάδα, ή θα φύγεις τρέχοντας, για να γλιτώσεις. (Η αναλογία αυτού του παραδείγματος με την τωρινή κατάσταση της χώρας, δεν είναι απόλυτη: όσοι δεν πιστεύουμε σε βρισίδια, απειλές και μπουνίδια, δυστυχώς δεν έχουμε την επιλογή να ανοίξουμε την πόρτα και να φύγουμε τρέχοντας. Είναι ο τόπος μας εδώ, να πάρει η ευχή.)
Η στρατηγική των ύβρεων και των απειλών έφτασε στο ζενίθ της όταν ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, ζαλισμένος από τα αλαλάζοντα πλήθη των φανατικών οπαδών και τους διεθνείς του κόλακες, διεκήρυξε με σαρκαστικό χαμόγελο πριν από έναν μήνα ότι θα αντιμετωπίσει τις αναπτυγμένες οικονομικά χώρες (αυτές που λέει «αγορές») παίζοντας νταούλι για να χορεύουν. Δεν ξέρω αν ο ίδιος ήξερε ότι η εικονοποιΐα που διάλεξε είναι αντλημένη από τις πιο σαδιστικές τελετές βίας των ανά τον κόσμο εμφυλίων. Είτε πάντως το ήξερε είτε όχι, οι αγορές δεν εκτίμησαν τη ρητορική του έξαρση. Όταν, πρόσφατα, δυο ανώτερα οικονομικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πήγαν στο Λονδίνο να μιλήσουν με εκπροσώπους των αγορών, γύρισαν προσγειωμένοι ανώμαλα στην πραγματικότητα. (Κάποιος που ξέρει έναν από αυτούς, μου είπε ότι γύρισε στην Ελλάδα «τσακισμένος άνθρωπος».) Από τότε, στο ρητορικό ρεπερτόριο του ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε ο χαβάς—μιας και ακούμε για νταούλια και λύρες, ας μείνουμε στη μελωδική ορολογία—ή, στη γλώσσα της δυτικής μουσικής, η κλίμακα, από το μελαγχολικό και τραγικό μινόρε, των οιμωγών και των ύβρεων, στο ματζόρε.
Τώρα θέλουμε ένα τραγούδι «χαρούμενο και αισιόδοξο», όπως δήλωσε ο κ. Τσίπρας στην εναρκτήρια ομιλία της προεκλογικής εκστρατείας ότι οφείλει στο εξής να είναι η διάθεσή μας. Δεν κατηγορούμε μόνο. Τώρα θριαμβoλογούμε. Στο «ανάθεμα» προσθέσαμε το «ωσαννά», με φράση-κλειδί της νέας ρητορικής το «μετά από 70 χρόνια». Αυτή την ακούμε επαναλαμβανόμενη σε δημόσιες συζητήσεις, και τη διαβάζουμε σε άρθρα που παρουσιάζουν την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ως εκπλήρωση ενός μεσσιανικού οράματος που, όπως πληροφορούμαστε, «ο λαός περίμενε 70 χρόνια». Τόσο την έχουν συνηθίσει μάλιστα τη φράση στην Κουμουνδούρου, που τη χρησιμοποιούν ακόμη και μιλώντας σε ξένους επενδυτές, δηλαδή τους κύριους εκπρόσωπους του διεθνούς καπιταλισμού. Έτσι, την περασμένη βδομάδα, οικονομολόγος του ΣΥΡΙΖΑ που συνάντησε μια ομάδα fund managers, όταν ρωτήθηκε πώς θα επιβάλλει ο πρόεδρος, αν βρεθεί πρωθυπουργός, την εσωκομματική πειθαρχία στους λεγόμενους «λαφαζανικούς», απάντησε: «Λέτε να τολμήσουν να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις του Τσίπρα, όταν η Αριστερά περίμενε 70 χρόνια για αυτήν την ευκαιρία;» Οι επενδυτές έτρεξαν στη συνέχεια στο Google, να βρουν τι ακριβώς εννοούσε ο σύντροφος οικονομολόγος.
Τη φράση χρησιμοποίησε προ ημερών κι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας, σχολιάζοντας σε συνέντευξή του το προσκλητήριο για μετεκλογική συνεργασία στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας: «Για πρώτη φορά μετά από 70 χρόνια δίνει ο λαός τη δυνατότητα στην Αριστερά να διαδραματίσει κρίσιμο ιστορικό ρόλο, και το ΚΚΕ μ’ αυτή τη μεγάλη ιστορία, 90 και πλέον χρόνων, είναι αδιανόητο να σφυρίζει κλέφτικα και να απέχει (…).». Όπως ήταν αναμενόμενο, το ΚΚΕ αντέδρασε έντονα, όχι σφυρίζοντας κλέφτικα αλλά καταγγέλλοντας τον Τσίπρα για το θράσος του, να σφετερίζεται προς όφελός του την ιστορία της Αριστεράς.
Βέβαια τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν στους νεότερους το τι ακριβώς συνέβη πριν από 70 χρόνια, τι δηλαδή που να είναι τόσο πολύ επιθυμητό για εμάς σήμερα. Δεν είναι όμως μυστικό: φέτος έκλεισαν 70 χρόνια από τα Δεκεμβριανά, δηλαδή την παρά λίγο πετυχημένη απόπειρα του ΚΚΕ (της «Αριστεράς», κατά ΣΥΡΙΖΑ) να καταλάβει με τα όπλα την εξουσία, μετατρέποντας την Ελλάδα σε δορυφόρο της Σοβιετικής Ένωσης, σαν την Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Αλβανία και τις άλλες δύσμοιρες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Απλούστερα: φέτος έκλεισαν 70 χρόνια από τότε που η Αριστερά απέτυχε να επιβάλλει στην Ελλάδα, με τα όπλα, μια στυγνή σταλινική δικτατορία,.
Εγώ φυσικά δεν ισχυρίζομαι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προτίθεται να εγκαθιδρύσει σήμερα δικτατορία, και μάλιστα με όπλα. Αν, με άλλα λόγια, κάποιοι στην Κουμουνδούρου έχουν τρελαθεί εντελώς από τη μυρωδιά της εξουσίας, ή πιστεύουν ότι μπορούν να μας δουλεύουν όλους ψιλό γαζί, είναι δικό τους θέμα—εγώ προσωπικά ούτε τρελάθηκα, ούτε έχω διάθεση να κοροϊδέψω κανέναν. Αλλά ισχυρίζομαι ότι η νεκρανάσταση της εμφυλιοπολεμικής ρητορικής του μίσους, που εδώ και μερικά χρόνια εγκαθιδρύθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, αποπροσανατολίζοντας πλήρως τη συζήτηση από την πραγματικότητα, είναι βασικότατη αιτία της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε σήμερα: με μεγάλη πιθανότητα, δυο βήματα από τον εφιάλτη της κατάρρευσης της χώρας.
Έχοντας πλήρως προετοιμάσει το έδαφος με τρία χρόνια κατοχικής-εμφυλιοπολεμικής ρητορικής, ο μηχανισμός προπαγάνδας της Κουμουνδούρου πουλάει σήμερα όνειρο, το ματζόρε που λέγαμε, αυτό που τάχα «περίμενε ο λαός 70 χρόνια». Και καλά κάνουν, από την πλευρά τους. Είναι το καλύτερο εργαλείο για να αρνούνται ακόμη και σήμερα να μιλήσουν για την ταμπακιέρα, για το οικονομικό, για τα λεφτά —για το θέμα που θα κρίνει τα πάντα. Κάποιοι ανεξέλεγκτοι Συριζαίοι βέβαια, που τους έχει χτυπήσει κάποιο ρεύμα, ή έχουν υποστεί πρόσφατα ψεκασμό, λένε διάφορα, ασυνάρτητα, ακατάληπτα, εξωφρενικά, και βέβαια αντιφατικά μεταξύ τους, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού. Αλλά τα πιο σοβαρά οικονομικά στελέχη του κόμματος —όσο σοβαρά είναι, τέλος πάντων— ξαφνικά δείχνουν έντονα στοιχεία εκνευρισμού όταν πιέζονται να μιλήσουν για το πού θα βρουν τα λεφτά να πραγματοποιήσουν τις εξαγγελίες τους. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στη συνέντευξη του κ. Δραγασάκη στον κ. Τσίμα, πριν από λίγες μέρες, ή στη ματαίωση, την τελευταία στιγμή συνέντευξης για τα οικονομικά, από άλλο κορυφαίο οικονομικό στέλεχος. Αλλά το βραβείο το παίρνει ο πρόεδρος του κόμματος στην προχθεσινή του διαδικτυακή συνέντευξη: «Επειδή θέλω μια μη-συμβατική συνέντευξη, δε θα απαντήσω στο πού θα βρούμε τα λεφτά.».
Σπουδαίο πράγμα η μη-συμβατικότητα: Αντί να απαντάς στο εύλογο ερώτημα πώς θα αντιμετωπίσεις την απαίτηση των δανειστών, που μας έδωσαν το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία, να σεβαστούμε τις συμφωνίες μας, επικαλείσαι τα 70 χρόνια από τα Δεκεμβριανά—χωρίς βέβαια να λες την επικίνδυνη λέξη. Αντί να απαντάς στις οικονομικές ερωτήσεις των συζητητών σου, καγχάζεις ότι «θα μας πουν τώρα ότι θα κάνουμε και το παιδομάζωμα» —κατηγορείς δηλαδή τους άλλους για εμφυλιοπολεμική ρητορική, εσύ που την άρχισες. Τέλος, αντί να προτείνεις ένα έδαφος για κοινό τόπο με τις λογικές φωνές στην επόμενη Βουλή, μπας και συνεννοηθούν επί τέλους οι πολιτικοί μας για να μην πάει ο τόπος κατά διαόλου, επικαλείσαι την ομιλία του Αρη Βελουχιώτη στη Λαμία, ως τάχα ενωτικό μήνυμα (αυτό σε συνέντευξη στον κ. Χατζηνικολάου.)
Τέλος, επειδή εδώ δεν υπάρχει μόνο ο προσεκτικός κεντρικός σχεδιασμός της προπαγάνδας, αλλά και η έξαρση της μεγαλομανίας, αντί να εξηγήσεις στον κόσμο το πώς θα πείσεις τους ευρωπαίους ηγέτες, με τις διάφορες τρέλες των στελεχών σου, να σε δεχθούν ως λογικό συνομιλητή, λες ότι εσύ θα φέρεις πάνω κάτω την Ευρώπη. Πώς; Μα επειδή έχεις μαζί σου τους Ποδέμος, δηλαδή ένα ευκαιριακό κόμμα ισπανών «αγανακτισμένων», με πτωτική πορεία, και αρχηγό μια λιγότερο καλοθρεμμένη παραλλαγή του Μπέπε Γκρίλο, έναν διαδικτυακό λαϊκιστή. Και καμαρώνεις, μάλιστα, ότι σε στηρίζει με δήλωσή της η Γκάμπι Τσίμερ, η πρόεδρος της Λίνκε, δηλαδή του μόνου γερμανικού κόμματος που καταψήφισε τη βοήθεια στην Ελλάδα. Αλλά βέβαια η κυρία Τσίμερ έχει βαρύνοντα λόγο στις διεθνείς εξελίξεις, λόγω των δημοκρατικών περγαμηνών στο βιογραφικό της: ήταν στέλεχος του ΚΚ της Ανατολικής Γερμανίας, και μάλιστα κομματικός κομισάριος σε εργοστάσιο της δικτατορίας του Χόνεκερ.
Πέρασαν 70 χρόνια λοιπόν, για να πάμε εκεί που θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να είμαστε τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου. Ετσι μας λένε —για το πόσο το πιστεύουν, ρωτήστε τους ίδιους. Αλλά εκείνη τη μέρα, οι ερωτήσεις που θέτει η πραγματικότητα θα πρέπει επιτέλους να απαντηθούν, από την κυβέρνηση της χώρας. Δε θα περνάει πια η επίκληση στη «μη-συμβατικότητα» της σιωπής. Δε θα περνάνε ούτε νταούλια, ούτε επικλήσεις σε όνειρα. Ο εφιάλτης της απόλυτης οικονομικής καταστροφής, μπροστά στον οποίο τα χρόνια της κρίσης θα μας φαίνονται παράδεισος, θα στέκει έξω από την πόρτα. Και όποιος έχει την εξουσία θα πρέπει να πάρει τις ευθύνες των αποφάσεων, αν θα τον αφήσει να μπει, ή όχι.
Εκεί θα μετράνε πια μόνο τα έργα, όχι τα λόγια. Η πραγματικότητα, όχι τα όνειρα. Κι ό,τι αξίζει, ή δεν αξίζει, όποιος τόσα χρόνια ρητόρευε ανέξοδα, θα φανεί στην πράξη.














