Τη μνήμη των νεκρών από την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα τίμησε η Ιαπωνία
Τελετές για τα 70 χρόνια από την ρίψη της πρώτης ατομικής βόμβας στον κόσμο


Η διάκριση Ορεινών- Πεδινών, ανάγεται στην Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Τότε, οι ριζοσπαστικοί με τις πλέον επαναστατικές ιδέες, κατέλαβαν το άνω αριστερό μέρος της αίθουσας της Εθνοσυνέλευσης και ονομάσθηκαν Ορεινοί επειδή τα έδρανά τους ήταν στο ψηλότερο μέρος του αμφιθεάτρου. Μεταξύ των Ορεινών ήταν ο Νταντόν, ο Μαρά, ο Σαιν Ζυστ και άλλοι από την ομάδα των Επαναστατών της Γαλλικής Επανάστασης.


Οι κάτοικοι της πόλης απέρριψαν το δώρο και το όνομα του Ποσειδώνα και προτίμησαν εκείνα της Αθηνάς, γεγονός που εξόργισε το θεό. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Ποσειδώνας καταράστηκε την πόλη, που υποτίμησε την αξία του δικού του δώρου, καταδικάζοντάς την να ταλαιπωρείται στο διηνεκές από το πρόβλημα της λειψυδρίας.
Ο νομοθέτης Σόλωνας φαίνεται πως στην αρχαιότητα είχε θεσπίσει ειδικό νόμο για την κατανάλωση του νερού, ο οποίος προέβλεπε μάλιστα την επιβολή προστίμου στους υπερκαταναλωτές, σύμφωνα με την γνώμη μιας ειδικής επιτροπής που επέβλεπε την κατανάλωση. Τον νόμο αυτό φαίνεται να διατήρησε αργότερα και ο Πεισίστρατος.Η χρόνια λειψυδρίαΟι κατά καιρούς προσπάθειες των κατοίκων για την εξασφάλιση του νερού διέφεραν ανάλογα την εποχή. Πηγές, κρήνες, πηγάδια, υδραγωγεία, δεξαμενές και ομβροδέκτες προσπάθησαν να δώσουν περιστασιακά την λύση στο πρόβλημα. Στον 19ο αιώνα υπήρχαν στην Αττική πενήντα πέντε περίπου δημοτικές βρύσες οι οποίες συνεισέφεραν ελάχιστα έως καθόλου στις καθημερινές ανάγκες κατανάλωσης.
Αυτός ήταν και ο λόγος που το επάγγελμα του νερουλά ήταν την εποχή εκείνη από τα πιο προσοδοφόρα. Καθημερινά μετέφεραν και πουλούσαν νερό στην Αθήνα από τις πηγές των γύρω χωριών, όπως αυτές της Κηφισιάς και του Αμαρουσίου. Μέχρι το 1924, η Αθήνα υδρευόταν κυρίως από τα νερά των πηγών της Πάρνηθας και από τον υπόγειο υδροφορέα. Η ραγδαία αύξηση όμως του πληθυσμού της Αθήνας, μετά την Μικρασιατική καταστροφή δημιούργησε νέες ανάγκες εντείνοντας το πρόβλημα.
Για το λόγο αυτό το 1925 άρχισαν να κατασκευάζονται τα πρώτα σύγχρονα έργα ύδρευσης στην περιοχή της Πρωτεύουσας. Τη χρονιά αυτή υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, της Αμερικανικής Εταιρείας ΟΥΛΕΝ (ULEN and Company) και της Τράπεζας Αθηνών για τη χρηματοδότηση και κατασκευή έργων ύδρευσης της Πρωτεύουσας από τη λεκάνη απορροής της Πάρνηθας. Τα έργα θα επόπτευε κατασκευαστικά η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Υδάτων (ΕΕΥ), η οποία συστάθηκε για το σκοπό αυτό. Το πρώτο μεγάλο έργο ήταν η κατασκευή του φράγματος του Μαραθώνα, η οποία θα «έλυνε» την κατάρα, θέτοντας τη βάση για την καταπολέμηση της λειψυδρίας που ταλάνιζε ανά τους αιώνες την Αττική.Η κατασκευή
Το φράγμα του Μαραθώνα αποφασίστηκε να κατασκευαστεί στη συμβολή των χειμάρρων Χάραδρου και Βαρνάβα, προκειμένου να συγκεντρώνονται όλα τα νερά των γύρω περιοχών. Για την κατασκευή του, που διήρκεσε τρία χρόνια (1926-1929) απασχολήθηκαν σχεδόν 2.000 άτομα, στα οποία είχε παραχωρηθεί στέγη και σίτιση, μιας και ήταν αδύνατο κατά τη διακοπή των εργασιών να επιστρέφουν στο σπίτι τους ακόμα κι αν αυτό βρισκόταν στο κέντρο της πρωτεύουσας. Λέγεται πως εκτός από το κόστος του ίδιου του έργου δαπανήθηκαν και τεράστια ποσά για την προστασία των εργαζομένων εκεί από τις αρρώστιες της εποχής .Ο πυρήνας του κατασκευάστηκε από μείγμα τσιμέντου, μαρμάρου και πέτρας, ενώ η επένδυσή του εξ ολοκλήρου από πεντελικό μάρμαρο, όμοιο με αυτό του Παρθενώνα, αποτελεί μέχρι και σήμερα παγκόσμια αποκλειστικότητα.
Χιλιάδες μικρασιάτες μορφωμένοι τεχνίτες, εργάζονταν νυχθημερόν με πάθος και τέχνη χρησιμοποιώντας το καλέμι, τη σφήνα και το σφυρί πάνω στην ακατέργαστη πέτρα και το μάρμαρο. Το φράγμα διέθετε μαρμάρινο υπερχειλιστή, προκειμένου να εκτονώνεται η περίσσεια νερού λόγω των έντονων βροχοπτώσεων ή λόγω της υψηλής κατανάλωσης της εποχής και των ελλειμματικών δικτύων ύδρευσης.
Για την ολοκλήρωση του έργου κατασκευάστηκε μια σήραγγα μήκους 13,4 χιλιομέτρων μέσω της οποίας θα μεταφέρονταν το νερό από το Μαραθώνα στην Αθήνα. Η σήραγγα αυτή, γνωστή ως σήραγγα Μπογιατίου, κατέληγε στη σημερινή περιοχή του Αγίου Στεφάνου και της Άνοιξης. Για την ομαλή τροφοδοσία της με νερό, κατασκευάστηκε και ένας μαρμάρινος πύργος υδροληψίας, όπου με την βοήθεια ειδικών βυθιζόμενων βανών, έλεγχε την ποσότητα του νερού που έμπαινε στη σήραγγα.
Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου και ενώ είχε ανυψωθεί το πρόφραγµα και συνεχίζονταν οι εργασίες στην περιοχή θεµελίωσης του φράγµατος, η παροχή του ποταµού Χαράδρου αυξήθηκε µετά από έντονες βροχοπτώσεις, εξελισσόµενη σε πληµµυρική. Το σύστηµα εκτροπής, δεν κατάφερε να αντεπεξέλθει στους πληµµυρικούς όγκους, µε αποτέλεσµα την υπερπήδηση του προφράγµατος και τελικά την κατάρρευση του…
Τα εγκαίνια έγιναν στις 20 Οκτωβρίου 1928 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος μετρούσε ήδη ένα χρόνο ως πρωθυπουργός της Ελλάδας, έχοντας κερδίσει με το κόμμα των Φιλελευθέρων τις εκλογές της 19ης Αυγούστου του 1928, και τον πρόεδρο της δημοκρατίας Ναύαρχο Κουντουριώτη.
Η Λίμνη του Μαραθώνα ήταν το κυριότερο απόθεμα νερού για την ύδρευση της Αθήνας από το 1931, οπότε άρχισε να δίνει νερό, μέχρι το 1959. Το 1959 άρχισε να λειτουργεί σύνδεση παροχής από τη λίμνη Υλίκη, ενώ από το 1981 το περισσότερο νερό για την ύδρευση της ελληνικής πρωτεύουσας προέρχεται από την τεχνητή Λίμνη του Μόρνου.
Σήμερα πλέον όλο το νερό της Λίμνης Μαραθώνα δεν θα επαρκούσε παρά μόνο για λίγες ημέρες υδροδοτήσεως της Αθήνας. Έτσι ο Μαραθώνας εξυπηρετεί ένα μικρό ποσοστό της υδροδότησης της Αττικής, μαζί με τον Μόρνο και την Υλίκη. Το φράγμα και η λίμνη είναι επισκέψιμα και προσφέρονται για βόλτα κοντά στην Αθήνα.
Στη σύγχρονη ιστορία του, τα σκαλοπάτια του φράγματος χρησιμοποιήθηκαν σαν σκηνικό στην κινηματογραφική ταινία «η Υπολοχαγός Νατάσα» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, στη σκηνή που σκοτώνεται ο Ορέστης, ενώ η πιο αλλόκοτη ιστορία που το συνοδεύει είναι αυτή που έχει δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξή του ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο οποίος όταν ερωτήθει αν ήταν ο πρώτος που έφερε στην Ελλάδα LSD, έδωσε την παρακάτω απάντηση…
«Είχα φέρει οδικώς περίπου 250.000 δόσεις σε μορφή κρύσταλλου σ’ ένα πακετάκι, σαν από χαρτοπετσέτες. Κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα! Μου την είχε δώσει μάλιστα κι ήθελα να πάω να το ρίξω στη λίμνη του Μαραθώνα. Αλλά μετά σκέφτηκα, στρατός, όπλα έξω, άντε να σε πιάσουν οι παραισθήσεις και να μην καταλαβαίνεις τι σου συμβαίνει, μπορεί να γινόταν μακελειό! Αντ’ αυτού, σηκώθηκα κι έφυγα, πήγα στα Μάταλα, όπου έμεινα τέσσερις μήνες στις σπηλιές!».





Έτσι, έκανε τους Αμερικάνους τακτικούς και
Για τους Ελληνες είπε:
– Θα είναι έξυπνοι, τίμιοι και θα δουλεύουν στο δημόσιο.
Όταν τελείωσε τη δημιουργία του Κόσμου τον πλησίασε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και του είπε:
– Κύριε, έδωσες σε όλα τα έθνη από δύο αρετές αλλά στους Ελληνες έδωσες τρεις.
– Έχεις δίκιο Γαβρίλε, είπε ο Κύριος. Στάθηκα απρόσεχτος κι αυτή μου η απροσεξία θα
Κι έτσι κι έγινε.
Αν ένας Έλληνας είναι τίμιος και δουλεύει στο δημόσιο δεν είναι έξυπνος, αν είναι
Επίκαιρο ή διαχρονικό;
Διαβάστε περισσότερα: http://kafeneio-gr.blogspot.com/2015/08/blog-post_31.html#ixzz3hrCrMTOO
Μια τεταρταυγουστιανή απρέπειαby sarant |
Εδώ και αρκετά χρόνια, ο Γιώργος Μωραϊτίνης, γιος του Τίμου, επίσης δημοσιογράφος, έχει αποδυθεί σε έναν επίμονο αγώνα για να ξεπλύνει από τη μνήμη του πατέρα του την κηλίδα της εξύμνησης του δικτατορικού καθεστώτος -και σε αυτό πήρε τη σκυτάλη από τη μητέρα του, τη Μαρία. Το 2010 ο Γ. Μωραϊτίνης κυκλοφόρησε σε ιδιωτική έκδοση ένα λιγοσέλιδο φυλλάδιο με τίτλο “Η ‘απρέπεια’ της 4ης Αυγούστου απέναντι στον Τίμο Μωραϊτίνη”, που το διανέμει σε κάθε ενδιαφερόμενο (κι έτσι το έχω κι εγώ) ενώ έχει δώσει πολλές συνεντεύξεις σε εφημερίδες και άλλα έντυπα -μία από αυτές βλέπετε εδώ, στην οποία συνοψίζει τα επιχειρήματά του.Σύμφωνα με τον Μωραϊτίνη υιό, ο αρχισυντάκτης της σατιρικής εφημερίδας “Διαδοσίας”, οργάνου του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ζήτησε από τον Μωραϊτίνη την άδεια να δημοσιεύσει στην εφημερίδα του ένα παλιό ποίημά του, γραμμένο για την 25η Μαρτίου. Ο Μωραϊτίνης δεν το θυμόταν καλά, αλλά έδωσε την άδεια -και ο Διαδοσίας δημοσίευσε το ποίημα (παραλείποντας τη μεσαία στροφή) όπως βλέπετε στη φωτογραφία, στο 6ο φύλλο της εφημερίδας, με τον τίτλο 4η Αυγούστου και την υπογραφή Αττικός, που ήταν ένα από τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ο Τίμος Μωραϊτίνης. Σε μεταγενέστερες δημοσιεύσεις συμπεριλήφθηκε και η μεσαία στροφή και δηλώθηκε ρητά το πραγματικό όνομα του ποιητή (για παράδειγμα, στο Αναγνωστικό της 6ης τάξης του 1939, που μπορείτε να το δείτε εδώ (στις σελ. 83-84)).Ο Μωραϊτίνης υιός δεν είναι κατηγορηματικός ότι το ποίημα είναι του πατέρα του, αλλά δεν το αποκλείει. Παρόλο που η Μαρία Μωραϊτίνη έχει εκδώσει σε εφτά τόμους τα Άπαντα του συζύγου της, ασφαλώς με τα μέσα της εποχής ήταν αδύνατο να βρεθούν και να καταγραφούν όλα τα στιχουργήματα που ο Μωραϊτίνης σκόρπαγε σωρηδόν σε κάθε λογής έντυπα ιδίως στα νεανικά του χρόνια. Όμως η πλευρά Μωραϊτίνη δεν κατηγορεί το τεταρταυγουστιανό καθεστώς ότι χάλκευσε το ποίημα, αλλά ότι πήρε ένα ποίημα γραμμένο για την 25η Μαρτίου (για πανεθνικό σκοπό) και το μετέτρεψε σε ύμνο του δικτατορικού καθεστώτος της, χωρίς την άδεια του ποιητή και ενάντια στη θέλησή του. Ο Μωραϊτίνης, τονίζει ο γιος του, απέφευγε να εκφράζει πολιτικές απόψεις και κομματικές προτιμήσεις, κατάφερε να περάσει τον εθνικό διχασμό χωρίς να ταχθεί με τη μία ή την άλλη μερίδα, προτιμούσε να μένει “αθηναιολάτρης, τροβαδούρος της ζωής, του έρωτα και των λουλουδιών” (βέβαια, κάποιοι υποστηρίζουν ότι και αυτή η στάση πολιτική είναι, αλλά ας μην το ανοίξουμε τώρα αυτό).Έχει κάποια αδύνατα σημεία η επιχειρηματολογία του Γιώργου Μωραϊτίνη. Για παράδειγμα, προσπερνάει στα γρήγορα το γεγονός ότι ο πατέρας του έγινε μέσα στη δικτατορία του Μεταξά πρόεδρος της Ενώσεως Συντακτών -αν και αυτό δεν συνεπάγεται ότι ήταν οπαδός του καθεστώτος αλλά μάλλον ότι δεν ήταν αντίθετος με αυτό. Επίσης, χαρακτηρίζει “όργανο της 4ης Αυγούστου” την εφημερίδα Διαδοσίας, ενώ, από το μοναδικό φύλλο της που μπόρεσα να βρω (το πρώτο) μου φαίνεται πως είναι ένα απλό σατιρικό έντυπο, φυσικά όχι εχθρικό προς το καθεστώς. (Για να διαμορφώσετε άποψη,ιδού η πρώτη σελίδα του πρώτου φύλλου του Διαδοσία, που κυκλοφορούσε με τον υπότιτλο: Όργανο των απανταχού καλώς πληροφορημένων). Επειδή όμως και σε άλλες πηγές έχω δει να χαρακτηρίζεται “φιλοφασιστικό” έντυπο ο Διαδοσίας, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο ότι στα επόμενα φύλλα άλλαξε ρότα.Παρά τα αδύνατα σημεία, ο Μωραϊτίνης υιός έχει ατράνταχτο δίκιο όταν τονίζει ότι το στιχούργημα δεν είναι γραμμένο για τη δικτατορία του Μεταξά. Η “μέρα η μεγάλη” που κάνει τον κόσμο “να χαίρεται και να χαμογελά” δεν μπορεί να είναι μέρα του Αυγούστου, διότι τον Αύγουστο δεν αψηλώνουν τα στάχυα ούτε λουλουδιάζουν τα βράχια. Αυτά γίνονται την άνοιξη, ας πούμε τον Μάρτη. Και βέβαια οι τελευταίοι στίχοι δείχνουν ολοκάθαρα ότι το δοξαστικό ποίημα έχει γραφτεί ειδικά και αποκλειστικά για την 25η Μαρτίου.Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε τι ακριβώς έγινε, αν δηλαδή ο Μωραϊτίνης όντως εξαπατήθηκε από τους ανθρώπους του καθεστώτος και παρουσιάστηκε να έχει γράψει έναν ύμνο που τον είχε γράψει για άλλην ευκαιρία. Θα μπορούσε να του έχουν ζητήσει ένα ποίημα “για την περίσταση” κι αυτός για να βγάλει την υποχρέωση να έβγαλε από το συρτάρι του το νεανικό του ποίημα το γραμμένο για την 25η Μαρτίου και να τους το έδωσε. Αλλά δεν έχουμε κάποιο στοιχείο που να στηρίζει αυτή την εικασία.Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο 6ο φύλλο του Διαδοσία, κι επειδή ξέρουμε πως το πρώτο φύλλο βγήκε στις 10 Μαρτίου και πως η εφημερίδα ήταν 15θήμερη το 6ο φύλλο αντιστοιχεί στις 25 Μαΐου -αν και δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο η εφημερίδα να είχε κενά στην έκδοσή της κι έτσι το 6ο φύλλο να συνέπεσε με την επέτειο της δικτατορίας στις αρχές Αυγούστου -ο Γιώργος Μωραϊτίνης δεν δίνει περιέργως τα στοιχεία δημοσίευσης του ποιήματος (δηλαδή πότε βγήκε το 6ο φύλλο του Διαδοσία).Το γεγονός είναι ότι μετά την πτώση της δικτατορίας ο Μωραϊτίνης ο ίδιος δεν αποποιήθηκε την πατρότητα του ποιήματος, αλλά επειδή τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν πολύ ταραγμένα το επιχείρημα αυτό δεν είναι καθοριστικό.Ανακεφαλαιώνοντας, προσωπικά πιστεύω ότι το “Γιατί χαίρεται ο κόσμος” είναι ολοφάνερα γραμμένο για την 25η Μαρτίουκαι, αφού δεν έχω άλλα στοιχεία, δέχομαι το ευεργέτημα της αμφιβολίας -δηλαδή δέχομαι την εκδοχή της οικογένειας Μωραϊτίνη, ότι ο ποιητής εξαπατήθηκε από τους ανθρώπους του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου (που έχει γράψει και ο Σεφέρης τι λογής κουμάσια ήταν), ότι έδωσε άδεια να δημοσιευτεί ένα παλιό ποίημά του για την 25η Μαρτίου χωρίς να του έχουν πει πού θα το χρησιμοποιούσαν.Όπως και να έχει το πράγμα, εκείνο που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας είναι η πολύχρονη και ακατάπαυστη προσπάθεια της Μαρίας και του Γιώργου Μωραϊτίνη να ξεπλύνουν το μεταξικό άγος από το όνομα του αγαπημένου τους συζύγου και πατέρα. Κι αυτό έχει ασφαλώς και μιαν αυτόνομη σημασία.

Ήταν 5 Αυγούστου του 1944, όταν αντάρτες του ΕΛΑΣ εξόντωσαν το γερμανικό τάγμα, που αλαζονικά επιχείρησε να καταλάβει το μικρό χωριό της Άμφισσας. Η “μαεστρία” της παγίδας και η ιστορική μάχη, όπως την διηγήθηκαν επιζώντες Έλληνες και Γερμανοί (Pics+Vid)
Σοφία Κατσαρέλη
Αύγουστος 01 2015 08:08
Στα βουνά της Γκιώνας, στην Άμφισσα, λίγο μετά το Λιδωρίκι, στέκει ακόμη στα βάθη του χρόνου, ένα μικρό χωριό… ερημωμένο, αιματοβαμμένο, τέσσερις φορές καμένο από τους Γερμανούς. Ένα χωριό μαρτυρικό και τόσο σιωπηλά υπερήφανο, που αν επιχειρήσεις να αφουγκραστείς την ιστορία του, θα ανατριχιάσεις. Είναι οι Καρούτες. Εκεί, όπου στις 5 Αυγούστου του 1944, οι αντάρτες του ΕΛΑΣεξόντωσαν το Γερμανικό τάγμα 250 επίλεκτων στρατιωτών, που επιχείρησε να το κατακτήσει.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 71 χρόνων από την ιστορική – κι άγνωστη για πολλούς – μάχη, το WE του NEWS 247 φέρνει στο φως, το πώς ο Γερμανός κατακτητής πάτησε έναν τόπο και πλήρωσε με αίμα και θάνατο την αλαζονεία του. Πώς οι Έλληνες αντάρτες ακολουθώντας σχέδιο “οπισθοχώρησης”, περικύκλωσαν τους Γερμανούς και τους εγκλώβισαν στο κέντρο του χωριού, εξαπολύοντας σε βάρος τους την επίθεση, που οδήγησε στη βαριά τους ήττα και παράδοση.

(Καρούτες, Φωτογραφία του 1964. Το χωριό από το ανατολικό πλευρό του. Κάτω δεξιά το νεκροταφείο. Φαίνεται η γωνία με το δέντρο, όπου είναι ο τάφος των 30 ανταρτών, που έπεσαν στη μάχη)
Στις 5 Αυγούστου του 1944, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, σε συνεργασία με Άγγλους και Αμερικανούς σαμποτέρ, παγίδεψαν στις Καρούτες ένα Τάγμα 250 επίλεκτων Γερμανών στρατιωτών και το εξολόθρευσαν. Στη μάχη σκοτώθηκαν περισσότεροι από 100 Γερμανοί με το Διοικητή τους. Περισσότεροι από τους νεκρούς υπήρξαν οι αιχμάλωτοι. Σκοτώθηκαν και 29 αντάρτες και τρεις Καρουτιανοί πολίτες.
… Μία μέρα πριν, το πρωί της 4ης Αυγούστου, ο αντάρτης που φύλαγε σκοπός στο ψηλότερο πέρασμα της Γκιώνας, στον Έλατο, ξεσήκωσε τους συντρόφους του με φωνές πνιχτές: “Γερμανοί! Ανεβαίνουν φάλαγγα τις στροφές… Να τους!” Σε λίγο, τριάντα ελασίτες αντάρτες από το τμήμα του Έκτου Λόχου, από το Τάγμα του Κρόνου, της 5ης αντάρτικης ταξιαρχίας, με αρχηγό τον Κέρκη, πιάνουν το πέρασμα στην ψηλότερη κόχη, που ορθώνεται στα 1.500 μ. πάνω από την Άμφισσα. Μετρούν τους Γερμανούς, είναι κοντά 250, που σέρνουν μαζί τους μεταγωγικά, πάνω κάτω 50 μουλάρια και άλογα, φορτωμένα με υλικό εκστρατείας, όλμους, βαριά πολυβόλα, κιβώτια πυρομαχικών, ακόμη και ένα ορειβατικό πολυβόλο.
Οι αντάρτες είναι απληροφόρητοι, αλλά δεν ξαφνιάζονται. Έχουν ξαναμετρηθεί μαζί τους και δεν τους φοβούνται. Μόλις πριν έναν μήνα, είχαν χτυπηθεί από γερμανικό τάγμα στην Άμφισσα, σε μία επιχείρηση που δεν πέτυχε. Όμως οι αντάρτες ανέβηκαν ξανά στα βουνά, κουβαλώντας νεκρούς και εξοπλισμό και περιμένοντας την εκδίκηση.
Η είδηση ότι Γερμανοί κατευθύνονται στο χωριό μεταδίδεται γρήγορα και αθόρυβα στα γύρω χωριά. Ο ομαδάρχης Κέρκης ρίχνει λίγες σπαρτές ριπές και ο γεμιστής του πετά δύο ψιλοκρεμαστές χειροβομβίδες. Η φάλαγγα των Γερμανών σταματά ξαφνιασμένη, ενώ οι ακροβολιστές ξανοίγονται και απαντούν με τα αυτόματά τους. Στήνουν τα πολυβόλα και χτυπούν με απανωτές ριπές… Μία ησυχία κλείνει το επεισόδιο. Οι αντάρτες δεν φαίνονται πουθενά. Έχουν ήδη εξαφανιστεί στη βουνοπλαγιά.
Το γερμανικό Τάγμα είναι ένα ισχυρό εκκαθαριστικό απόσπασμα από τη γερμανική φρουρά, που κρατάει την Άμφισσα, το τρίτο Τάγμα από το επίλεκτο Σύνταγμα 18 των “Ορεινών Κυνηγών” της Αστυνομίας, με εμπειρία στον ανταρτοπόλεμο. Αποσπασματάρχης είναι ο λοχαγός Χάκερτ. Υποδιοικητής ο υπολοχαγόςΌττο Βέμπερς.
(Ο υπολοχαγός Όττο Βέμπερς – φωτογραφία από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, Απρίλιος 1944)
Σε όλες τις πλευρές του κάμπου είναι μοιρασμένοι και αριστοτεχνικά κρυμμένοι άνδρες του ΕΛΑΣ. Μετά από αρκετή καθυστέρηση, οι Γερμανοί μη βλέποντας μεγάλη δύναμη μπροστά τους, αναθαρρεύουν και προχωρούν ξανά. Είναι ήδη μεσημέρι, όταν ακόμα ψάχνουν τον άφαντο εχθρό. Το απομεσήμερο, ακόμη ένα περιστατικό ανταλλαγής πυρών “εξ αποστάσεως”, χωρίς και πάλι κανείς να εμφανίζεται μπροστά τους. Η φάλαγγα συνεχίζει την πορεία της προς το χωριό.
Η εντολή για την αναδίπλωση των ανταρτών έχει έρθει από το Λιδωρίκι. Ο καπετάνιος του τάγματος, οΚρόνος, ανεβαίνει μέχρι το πολυβόλο, για να εκτελεστεί σωστά το σχέδιο, χωρίς να υποψιαστούν οι εχθροί. Μετράει την κατάσταση και δίνει οδηγίες, για να διωχθούν σταδιακά οι άνδρες κι όσο γίνεται πιο κλέφτικα και να παγιδευτούν ανύποπτοι οι Γερμανοί στις Καρούτες.
Στο μεταξύ, τα γερμανικά όπλα έχουν σωπάσει. Οι Γερμανοί δεν κατάλαβαν την οπισθοχώρηση που έγινε μπροστά τους, χωρίς να το καταλάβουν. Ομάδα οπισθοφυλακής με αρχηγό τον Θανάση Αρετούλη (Ήφαιστο) σπέρνεται γύρω από το ξωκλήσι. Περνούν απαρατήρητοι από τον εχθρό, καθώς ξανοίγονται προς το μέρος του. Ο λοχαγός Χάκερτ είναι βέβαιος πως οι “λησταντάρτες” σκορπίστηκαν, για να αποφύγουν τη γερμανική δύναμη και γύρω στις 6 το απόγευμα, οι Γερμανοί μπαίνουν χωρίς αντίσταση στις Καρούτες. Ο Χάκερτ στέλνει από τον ασύρματο σήμα, ότι έχει στα χέρια του το χωριό.
Ωστόσο, όλα τα γύρω χωριά είναι ήδη σε πολεμικό συναγερμό. Οι κάτοικοι αδειάζουν τα σπίτια τους και οι αντάρτες είναι σε επιφυλακή. Τους αποχαιρετούν οι ντόπιοι με μία ευχή “Ώρα καλή παιδιά! Ψυχή βαθιά!”, ενώ λένε τα ονόματά τους που είναι παρμένα από θεούς και ήρωες.
Το σχέδιο στην τελική του μορφή το παρουσιάζει ο επιτελάρχης Λογοθέτης, ο λοχαγός Γιώργης Σαμαρίδης από τη Σάμο. Δεν συμφωνεί η μάχη να δοθεί πάνω από τις Καρούτες, όπου οι Γερμανοί θα χρησιμοποιήσουν όλα τα όπλα τους. Ο εχθρός πρέπει να παγιδευτεί και να χτυπηθεί καταδρομικά, μέσα στο χωριό. Το σχέδιο εγκρίνεται και καταστρώνεται σε τρία φύλλα χαρτί, με ζωγραφισμένη κάθε λεπτομέρεια. Ο σύνδεσμος με την εντολή για τη μάχη φτάνει στα γύρω χωριά. Λείπουν πολλοί τραυματισμένοι αντάρτες, που γιατρεύονται, λείπουν κι εκείνοι που δεν θα γυρίσουν ξανά στη μάχη…
Από το στράτευμα των ανταρτών, άλλος έχει χακί παντελόνι και μαύρη τραγιάσκα, άλλος δίκοχο ιταλικό που γράφει “Ελευθερία ή Θάνατος” κι άλλος φοράει τα ρούχα της δουλειάς του. Όσοι έχουν πίσω τους υποχρεώσεις ή είναι ανήμποροι, καλούνται να μείνουν πίσω. Οι υπόλοιποι θα περικυκλώσουν το χωριό, για να πολεμήσουν το πρωί. Οι άνδρες μοιράζονται τα λίγα πυρομαχικά και το ξερό ψωμί και γεμίζουν τα παγούρια τους. Ξεκινούν για να πάρουν καθένας τη θέση του, ο λόχος με τους Ζαχαριάδη καιΚαλλίδρομο, οι αντάρτες του Παρνασσού, ο έκτος λόχος, οι εφεδρικοί. Όλοι.
Καθώς ξημερώνει η 5η Αυγούστου, οι Γερμανοί στρατιώτες αρχίζουν να ανοίγουν τα μάτια τους και γυρίζουν από δω κι από κει, έχοντας ξεχάσει τον πόλεμο…
(Το κέντρο του χωριού. Διακρίνονται η πλατεία, η βρύση, το σχολείο και η εκκλησία)
Στην βρύση του χωριού, κοντοζυγώνει ένα μουλάρι, για να πιει νερό. Είναι ο Κατσούλης, το πρώτο θύμα της μάχης. Οι Γερμανοί το έβαλαν σημάδι κι όταν έσκυψε στο νερό, του άδειασαν το παραμπέλουμ στο κεφάλι, για να τον βράσουν στο καζάνι, για ένα μεγάλο τσιμπούσι.
Ο Χάκερτ νομίζοντας πως την προηγούμενη μέρα έτρεψε τους αντάρτες σε φυγή, λύνει την επιφυλακή του και ανοίγει τον ασύρματο, περιμένοντας εντολή να κινηθεί προς το Λιδωρίκι. Δεν έβγαλε μόνιμα φυλάκια στις κορφές, δεν υπήρχε απειλή… έτσι πίστευε.
Στο μεταξύ φτάνουν οι σύνδεσμοι αξιωματικοί της Συμμαχικής Αποστολής. Είναι ο Αμερικανός υπολοχαγός Μπομπ Φορντ και ο Άγγλος ανθυπασπιστής Τζόε, ο αεροπόρος υπαξιωματικός Τομ και ο Κύπριος λοχίας Πέτρος, που εκτελεί χρέη διερμηνέα. Από ένα λάθος που έκαναν οι σύνδεσμοι, η διαταγή για την κίνηση του λόχου του ανθυπολοχαγού Λάλου Θηριώτη (Οδυσσέα) έφτασε καθυστερημένα, στις 8 το πρωί της 5ης Αυγούστου. Μικρό το κακό, αφού τα κοντινά χωριά στέλνουν στον λόχο τα ζώα που χρειάζεται, για να μεταφέρει τον οπλισμό και να φτάσει εγκαίρως για τη μάχη. Έτσι κι έγινε. Ο Οδυσσέας στήνει τα πολυβόλα του, μοιράζει άνδρες και στόχους και στέλνει το σήμα. Όλα είναι έτοιμα. Η αντάρτικη λαβίδα γύρω από τις Καρούτες έχει κλείσει σφιχτά…
(Μέρες του 1945: Ο Ήφαιστος – κάτω δεξιά – και συναγωνιστές του από το Τάγμα του Κρόνου)
Ο Ταξίαρχος δίνει το σήμα για να πέσει ο συνθηματικός όλμος. Πριν προλάβει να πέσει όμως, ακούγονται από το χωριό πέντε έξι ξερές τουφεκιές. Τι είχε συμβεί; Το παλικαράκι που κουβαλούσε το σιδερένιο κιβώτιο με τις σφαίρες, θέλησε να πλησιάσει λίγο περισσότερο τον γεμιστή του και γλίστρησε. Ο μεταλλικός ήχος από τις σφαίρες που χύνονται στο έδαφος, ξαφνιάζει τον Γερμανό φρουρό, που φωνάζει “Αλάααρμ”. Μέχρι εκεί. Η πρώτη αντάρτικη μπαταριά τον καρφώνει στον τόπο, ενώ η δεύτερη σκοτώνει κι άλλον σκοπό που ανασηκώθηκε, για να δει τι συνέβη. Είναι 3 και κάτι το μεσημέρι. Η μάχη μόλις άρχισε!
Ξαφνικά γίνεται χαλασμός. Οι όλμοι σμπαραλιάζουν τον καταυλισμό των Γερμανών. Το πρώτο βλήμα πέφτει στον δρόμο προς το νεκροταφείο και κομματιάζει άλογα και μουλάρια. Το δεύτερο κάνει κομμάτια τον ασύρματο και τους χειριστές του. Σιγά σιγά, όλα τα όπλα των ανταρτών μπαίνουν στη μάχη. Χτυπούν το μέρος από την πλατεία προς το νεκροταφείο, σκοτώνοντας τα ζώα που κουβαλούν τον εξοπλισμό. Οι αντάρτες ξανοίγονται ακάλυπτοι και χύνονται στη μάχη.
Τρία απανωτά χτυπήματα στον εχθρό στα πρώτα κιόλας λεπτά αφήνουν τους Γερμανούς ακάλυπτους και απροστάτευτους. Ένα βλήμα που σκάει δίπλα στον μεγάλο πλάτανο του χωριού, σκοτώνει τον λοχαγό Χάκερτ. Ο διοικητής τους έχει πέσει νεκρός, χωρίς να έχει προλάβει καν να δώσει διαταγές. Οι επιδρομείς παραμένουν με έναν αξιωματικό, τον Βέμπερς, χωρίς να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα βαριά όπλα τους. Στήνουν όμως έναν αμυντικό “σκατζόχοιρο” στο σχολείο και τα σπίτια του χωριού, πολεμώντας για τη ζωή τους.
(Το σχολείο, σε πρόσφατη φωτογραφία. Η ανατολική αίθουσα έχει ερειπωθεί)
Το σχολείο είναι το πιο δυνατό σημείο της γερμανικής άμυνας κι εκείνο που θα κρίνει τη μάχη. Η τρίτη διμοιρία του Ήφαιστου στο μεταξύ, κατευθύνεται προς την εκκλησία. Ο Ήφαιστος στηρίζει το μάουζερ του και αρχίζει να χτυπά. Ένας Γερμανός νεκρός, πεσμένος ανάσκελα, με μία τόση δα τρυπίτσα στο μεσόφρυδο.
Σ’αυτό το σημείο η διμοιρία έχει τον πρώτο νεκρό της. Ο αντάρτης Κώστας Μπούρας, ο Πρίαμος,ξεφεύγει από το πάνω μέρος της εκκλησίας, για να περάσει απέναντι. Ο εχθρός τον αντιλαμβάνεται όμως. Δύο σφαίρες τον βρίσκουν στο στήθος και τον ρίχνουν στο έδαφος.
Ένας πυροβολητής τους ξεπερνάει όλους και τρέχει μόνος και ακάλυπτος στον περίβολο της εκκλησίας. Είναι ο Παναγιώτης Κολοβός από τον Ορχομενό. Οι Γερμανοί τον βλέπουν και στρέφουν το μυδράλιο εναντίον του. Εκείνος στήνει όρθιος πάντα το πολυβόλο του στο πεζούλι. Είναι αργά. Χτυπημένος στα πλευρά, θα αφήσει την τελευταία του πνοή πάνω στο πολυβόλο του. Είναι μία αληθινή θυσία.
Οι Γερμανοί που μπόρεσαν να γλιτώσουν, αποτραβιούνται στα σπίτια της πλατείας, ενώ άλλες δύο διμοιρίες του έκτου λόχου κατηφορίζουν προς το σχολείο, που γίνεται φρούριο. Είναι ένα από τα άκαυτα σπίτια (το χωριό είχαν κάψει οι Γερμανοί και το 1942) και η στέγη του το προστατεύει από τις χειροβομβίδες. Ο εχθρός αναθαρρεύει και αμύνεται, με χειροβομβίδες.
Τότε, ένας μικρόσωμος αντάρτης, ο Κρόνος, θα απαντήσει με χειροβομβίδα. Άλλη λύση από τις χειροβομβίδες δεν υπάρχει. Ένας άλλος μικρόσωμος αντάρτης, ο Σταμάτης Πολιτάνος (Πύργος) θα τολμήσει να πλησιάσει, κρατώντας μία κίτρινη χειροβομβίδα, την οποία πετά μέσα στο σχολείο, από την τρύπα της σόμπας. Το φρούριο έχει ανοίξει την πόρτα του, όμως οι Γερμανοί θα μπουν γρήγορα στη διπλανή αίθουσα. Ακολουθεί μάχη σκληρή για ώρα, με έναν Γερμανό να σκοτώνει αντάρτες που επιχειρούν να εισβάλουν στον “χώρο” τους. Το χτύπημα θα έρθει από τον Κρόνο, τον Βελισσάριο και τον Κουρσάρο, που “γαζώνουν” με ριπές την πόρτα και ρίχνουν κι άλλη χειροβομβίδα. Όσοι βγαίνουν έξω, παραδίδονται νικημένοι. Η ώρα είναι πέντε… Το σχολείο είναι πια λάφυρο του έκτου λόχου.
Η μάχη συνεχίζεται στα πρώτα ορεινά σπίτια. Και εδώ κοστίζει πολύ αίμα. Οι αντάρτες δίνουν μάχη από φράχτη σε φράχτη και από τοίχο σε τοίχο, για περισσότερο από μιάμιση ώρα. Κανείς δεν περίμενε τόσο λυσσασμένη αντίδραση. Ο Οδυσσέας βλέπει με τα κιάλια του τι συμβαίνει και προστάζει τα μπροστινά του πολυβόλα, να βοηθήσουν. Οι Γερμανοί δέχονται πισώπλατα χτυπήματα, ενώ οι αντάρτες ξεπηδούν από τους φράχτες και μπαίνουν στα πρώτα σπίτια.
Στο ξεκαθάρισμα των βορινών σπιτιών, πέφτει νεκρός ο Ατρόμητος. Είναι ο πιο αδικοχαμένος από όλους τους νεκρούς. Έχοντας αντιληφθεί την ύπαρξη ενός ξεχασμένου μυδραλίου, αποφασίζει να το αρπάξει μόνος. Κάνει σήμα στους συντρόφους του και φεύγει. Άσπρος όπως ήταν και ξανθός, φορά στο κεφάλι του κράνος και κρατά ένα μάουζερ, λάφυρο από Γερμανό λοχία, που σκότωσε στη μάχη της Άμφισσας. Ξεπαστρεύει κάμποσους Γερμανούς και ανασηκώνεται και αρπάζει το μυδράλιο. Τότε, τον βλέπουν δύο – τρεις εφεδροελασίτες και πιστεύοντας πως είναι Γερμανός, τον σκοτώνουν κατά λάθος.
Ο ανταρτοπόλεμος συνεχίζεται. Από τα σπίτια που καταλαμβάνονται, οι Γερμανοί βγαίνουν με τα χέρια ψηλά, δηλώνοντας την παράδοσή τους. Οι μάχες όμως μεταφέρονται στα διπλανά σπίτια, όπου ο εχθρός έχει ταμπουρωθεί. Τα σπίτια και οι μισοπεθαμένοι από τα τραύματά τους Γερμανοί σταδιακά πέφτουν στα χέρια των ανταρτών.
Σε ένα σπίτι, ο Λυκούργος καλεί τους τραυματισμένους Γερμανούς να παραδοθούν. Πιστεύοντας ότι δεν θα αντισταθούν άλλο, μένει ακάλυπτος. Ένα αυτόματο μάρσιπ ξεπροβάλλει από τη γωνία του σπιτιού και αδειάζεται πάνω του. Θερισμένος από σφαίρες, πέφτει στο έδαφος. Οι άντρες του τον σηκώνουν συντετριμμένοι. Η ώρα είναι ήδη 5.30μμ.
Στα “πόδια” του χωριού, χαμηλά, δίνεται μάχη με πρωταγωνιστές τους εκκαθαριστές. Τη μεγαλύτερη θραύση κάνουν εδώ τα πολυβόλα του Οδυσσέα. Οι περισσότεροι Γερμανοί έχουν “γαζωθεί” από τις ριπές. Εφεδρικοί, βαθμοφόροι και οδηγοί έχουν βαλθεί, να ξεκαθαρίσουν τον τόπο από τους τρυπωμένους Γερμανούς. Εκεί θα βρει τον θάνατο ο Θανάσης Γκόλφης (Καπαρός), ένας 28χρονος χωρικός από τη Λεύκα, που άφησε το πρωί το περιβόλι του για να πολεμήσει. Παρακάλεσε τους αντάρτες να του δώσουν όπλο, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν και του ζήτησαν να φύγει. Εκείνος φεύγοντας, πήρε μαζί του μία καραμπίνα και βρέθηκε κοντά στους εφεδρικούς.
(Εύελπις, Σπύρος Νικολακόπουλος – Ολύμπιος. Στρατιωτικός διοικητής του 1ου λόχου του 11/36 Τάγματος Παρνασσίδας)
Σε ένα άλλο σπίτι, με μεγάλη τριγυριστή μάντρα, οι Γερμανοί κρατάνε ακόμα το (προ)τελευταίο τους οχυρό, που θα πέσει με χειροβομβίδες και τη βοήθεια των ανταρτών που έχουν “καθαρίσει” τα άλλα σημεία και σπεύδουν για βοήθεια. Το τελευταίο οχυρό είναι στα τσιμαρέικα, δύο ή τρία καμμένα σπίτια, έναν τόπο δυο στρέμματα όλον κι όλον.
Τριάντα Γερμανοί με δύο πολυβόλα, χειροβομβίδες και αυτόματα μάχονται μέχρις εσχάτου, αποφασισμένοι για όλα. Φράχτες, χώματα, ντουβάρια τινάζονται στον αέρα από τη σφοδρότητα της μάχης. Οι Έλληνες μετρούν θύματα πολλά, ο τόπος γεμίζει τραυματίες. Ένας επονίτης 18 ετών, ο Λάμπρος από τη Θήβα, είναι ο πιο μικρός από τους νεκρούς αντάρτες.
Στο σημείο αυτό, η μάχη φαίνεται να έχει κερδηθεί, όμως οι Γερμανοί δεν παραδίδονται. Οι αντάρτες παίρνουν από τα λάφυρα τα αυτόματα, σφαίρες, χειροβομβίδες και προχωρούν. Ένας νεαρός, ο Γιάννης Τριανταφύλλου, ξέρει πώς να τους βγάλει από το σπίτι. Είναι το σπίτι του!
Το τέλος πλησιάζει. Το εχθρικό οχυρό έχει σιγάσει και τώρα κατευθύνονται προς τα εκεί και οι άνδρες του έκτου λόχου, που έχουν στο μεταξύ καθαρίσει όλη την πλαγιά και τα σπίτια. Οι Γερμανοί είναι από παντού περικυκλωμένοι. Ζητούν να παραδοθούν σε Έλληνα αξιωματικό.
Ο Εύελπις Σπύρος Νικολακόπουλος (Ολύμπιος) πετάει την εξάρτησή του και πλησιάζει. Από την κρυψώνα, εμφανίζεται ένας Γερμανός αξιωματικός με αίματα στο δεξί χέρι και την πλάτη. Είναι ο υπολοχαγός υποδιοικητής του εχθρικού τάγματος. Χαιρετίζει τον Έλληνα στρατιωτικά και παρουσιάζεται:
– Όττο Βέμπερς, Ομπερλώυτναντ.
– Οφιτσίρ, του απαντά ο Ολύμπιος και του δίνει το χέρι, δείχνοντας τους Γερμανούς που περιμένουν με έτοιμα τα όπλα τους. Οι αντάρτες θα σεβαστούν όλους τους αιχμαλώτους, όπως βεβαιώνει και με λόγο τιμής, σαν αξιωματικός προς αξιωματικό.
Ο Βέμπερς αποφασίζει να παραδοθεί. Σηκώνει το χέρι ψηλά και καλεί τους άνδρες του κοντά του. Με το άλλο χέρι, φέρνει στα χείλη τη σφυρίχτρα και σφυρίζει τη λήξη του αγώνα. Οι Γερμανοί παραδίνονται.
Η ώρα είναι 7.30 μ.μ. Η μάχη στις Καρούτες τελείωσε…

(Ο τάφος των νεκρών ανταρτών, στο νεκροταφείο του χωριού)