Δείτε την κατάρα και τον καρκίνο της Ελλάδας και του Έθνους – Πώς έκλεισε η ΒΙΑΜΑΞ που έκανε εξαγωγές λεωφορείων.
Ετσι, το 1984, τα σπλάχνα της ΒΙΑΜΑΞ μεταμοσχεύτικαν στην Τουρκία…Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια της Ελλάδας. Ποιά είναι όμως η πραγματική για την αναστολή των παραγωγικών δραστηριοτήτων της, συμπαρασύροντας εκατοντάδες μικρότερους αμαξοποιούς, βιοτεχνίες που εργάζονταν ως προμηθευτές στην παραγωγική εφοδιαστική αλυσίδα λεωφορείων και λοιπών οχημάτων;
Η αρχή του κακού ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 όταν η πατρίδα απαλλάχθηκε από ένα καθεστώς αλλά υποτάχθηκε στην πελατειακή φρενίτιδα που οδήγησε στα γνωστά δεδομένα μετά τις 18 Οκτωβρίου 1981, όταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία.Η ΒΙΑΜΑΞ κατάφερε να αναδειχθεί εκείνη την εποχή σε βασίλισσα βιομηχανία της ελληνικής αμαξοποιΐας, από το 1958 εξαιτίας της ευελιξίας, της παραγωγικής αρτιότητας, συνέπειας και ποιότητας που είχαν τα οχήματα με την υπογραφή της, αλλά και της φιλο-εργατικής αντιλήψεως που διέκρινε ανέκαθεν την οικογένεια Φωστηρόπουλου.
Η ΒΙΑΜΑΞ όντως διέκοψε κάθε παραγωγική δραστηριότητα το 1984 αφού την είχαν αρχίσει να τη διαλύουν από το 1976 τα σωματεία, είχε γίνει η προμήθεια των ουγγρικής κατασκευής ρυπογόνων Ikarus και η τότε σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν δεχόταν ούτε να συζητήσει με τον «καπιταλιστή» Φωστηρόπουλο ενώ είχε απορρίψει ως «ακατάλληλα» τα F580 Sπου προτείνονταν για την ΕΑΣ.
Η εποχή των «πρασινοφρουρών»
Αντιθέτως μάλιστα, κάποιοι «πρασινοφρουροί» εισηγούνταν με πάθος στον τότε αναπληρωτή υπουργό Εθνικής Οικονομίας κ. Γιάννη Ποττάκη, τον αποκλεισμό του «δεξιομάγαζου» από κάθε προμήθεια του Δημοσίου.
Η μαρτυρία παλιού στελέχους της ΒΙΑΜΑΞ που αποκαλύπτει τον πόλεμο νεύρων που άσκησαν συνδικαλιστές της εταιρείας απέναντι στον αμαξοποιό Ιωάννη Μανταδάκη όταν εκείνος δεν δέχθηκε να συνυπογράψει το μανιφέστο συνδιοίκησης της επιχειρήσεις που προωθούσε συγκεκριμένη ομάδα εργαζομένων, είναι χαρακτηριστική.
Η είδηση για την επικείμενη διακοπή κάθε παραγωγικής δραστηριότητας της ΒΙΑΜΑΞ αποτέλεσε πρώτης τάξεως ευκαιρία για την τουρκική Otomarsan που έφτιαχνε στην Τουρκία τα Ο302 με προσωπικό που ερχόταν στη ΒΙΑΜΑΞ να εκπαιδευτεί.Τόσο ο στενός συνεργάτης του Φωστηρόπουλου και γενικός διευθυντής της ΒΙΑΜΑΞ, ο κ. Στέργιος Σακελλαρόπουλος, όσο και ο πρόεδρος του σημερινού εργοστασίου της EvoBus (πρώην Otomarsan που εξαγοράστηκε από την MB και έχει σούπερ εγκαταστάσεις στο Χόσντερε της Ανατολικής Θράκης) μου έχουν πει ιστορίες που γράφονται εν μέρει ή θα ειπωθούν ύστερα από 20 χρόνια.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι οι Τούρκοι από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 εποφθαλμιούσαν τις υποδομές της ΒΙΑΜΑΞ.Όταν στις γραμμές παραγωγής του εργοστασίου στο Μανχάιμ της τότε Δυτικής Γερμανίας δεν ήξεραν τι σημαίνει «ρομποτικός αυτοματισμός», στη Λεωφόρο Αθηνών η ΒΙΑΜΑΞ είχε ρομποτάκια για κολλήσεις στις βάσεις που εφάρμοζαν το πλαίσιο με το αμάξωμα.
Φαίνεται πως τόσο οι μικροκομματισμοί, όσο και τα συντεχνιακά συμφέροντα απογοήτευσαν τον Φωστηρόπουλο, ο οποίος ως την τελευταία στιγμή ζητούσε εγγυήσεις από την τότε κυβέρνηση και τα σωματεία πως αφ” ενός θα επιτρέπονταν εξαγωγές οχημάτων και αφ” ετέρου δεν θα γίνονταν απεργίες ώστε να τηρηθούν χρονοδιαγράμματα παραδόσεων.Δεν τηρήθηκε τίποτε. Οι υποκινούμενοι εργατοπατέρες καταδίκασαν το μέλλον όσων εργάζονταν σε αυτόν τον κερδοφόρο τομέα δραστηριότητας της ΒΙΑΜΑΞ. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία οι Τούρκοι της Otomarsan ήρθαν με λεφτά μετρητοίς και σήκωσαν το εργοστάσιο σε χρόνο μηδέν.
Οι συνδικαλιστές που έκαναν τη «βρώμικη δουλειά» διορίστηκαν την άλλη ημέρα σε υπηρεσίες του Δημοσίου με άμεσες διαδικασίες που πέρασαν όλες από το γραφείο του τότε υφυπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως Ασημάκη Φωτήλα και με εποπτεία από τον Σάκη Πεπονή.
Η ΒΙΑΜΑΞ συνέχισε την εμπορική δραστηριότητά της με εισαγωγές λεωφορείων «Jonckheere» και επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη των αστικών λεωφορείων DAF «Den Oudsten» που προορίζονταν για τις ΣΕΠ και τελικά κατέληξαν στο Α/Σ Μπραχαμίου της ΕΘΕΛ.Μάλιστα, όταν παρουσιάστηκαν τα DAF Den Oudsten στην αγορά το 1993 με τα σήματα της ΒΙΑΜΑΞ και τα χαρακτηριστικά κόκκινα ταμπελάκια από τις μήτρες γραμματοσειρών του εργοστασίου, πολλοί έλεγαν ότι «ο Φωστηρόπουλος ετοιμάζει τη μεγάλη επιστροφή».
Η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, οι οικονομικοί πειραματισμοί που ακολούθησαν και η διαφαινόμενη από τότε εισδοχή της χώρας στο ΔΝΤ δεν επέτρεψαν στην οικογένεια Φωστηρόπουλου να κάνει κάτι δυναμικό στην αγορά.
Αντιθέτως, η εταιρεία πώλησε τα εμπορικά σήματα που διαχειριζόταν (JCB, DAF, Rover, κλπ.) στον Όμιλο Σφακιανάκη, συρρικνώθηκε και σήμερα φυτοζωεί για ιστορικούς λόγους ως εταιρεία συμβούλων.Τι έγινε στην Τουρκία
Στην Τουρκία, το εργοστάσιο της Otomarsan με τα κούτσουρα των κρεοπωλείων, τους φούρνους με άμμο θαλάσσης και τις ματσόλες εξευρωπαΐστηκε με τα σπλάχνα της ΒΙΑΜΑΞ το 1984.Όταν το 2008 πήγα στα εγκαίνια του υπερσύγχρονου εργοστασίου στο Χόσντερε ντράπηκα όταν με έψαξε ο Τούρκος που έκλεισε τη συμφωνία με τον Φωστηρόπουλο και ήταν ο πρόεδρος της EvoBus Τουρκίας.
«Τώρα πια δεν αισθανόμαστε φτωχοί, πήγαμε πολλά βήματα μπροστά από εσάς αδελφέ μου Ρωμιέ», μου είπε κι απλώς ήμουν ο μόνος που έλαβα το προνόμιο να μιλήσω, να δειπνήσω και να δημοσιεύσω αποκλειστική του συνέντευξη απ” όλο το ευρωπαϊκό γκρουπ δημοσιογράφων που είχαμε προσκληθεί.
Η Γενική εφημερίς της 1ης Σεπτεμβρίου 1826/88 γράφει:
Γιατί ο κόσμος αγαπάει τόσο πολύ τη Ζωή Κωνσταντοπούλου;by Αντικλείδι |
Γράψε και άλλα Καμπουράκη !!!
‘Θα πάω στο χωριό μου’

Το ακούω όλο και συχνότερα: «Θα πάω στο χωριό μου. Θα βάλω πατάτες, ντομάτες, μαρούλια, κοτόπουλα, κουνέλια. Θα μαζεύω το λάδι μου. Θα ‘χω το κρασί, το τσίπουρο μου. Εκεί τα πράγματα είναι φτηνά. Κι έπειτα τι να κάνω στην Αθήνα χωρίς δουλειά; Εκεί θα επιβιώσω.»
Θα ‘χεις πάρει απόφαση να μην ρίξεις φυτοφάρμακα, αλλά στο καφενείο θα σε αποθαρρύνουν λέγοντας πως αν δεν ραντίσεις δεν θα βγάλεις ούτε μια τηγανιά για το γαμώτο. Μέχρι το Μάη τα φυτά σου θα σκεπάζονται από κάτι άγνωστα ζιζάνια που οι άλλοι ονομάζουν αβρωνιές και χοιρομουρίδες και τα τρώνε τσιγαριαστά ή χτυπητά με αυγά. Από τον Ιούνη το χωράφι θα θέλει συνέχεια πότισμα, όχι με το εύκολο λάστιχο αλλά με το τρεχούμενο νερό στ’ αυλάκι. Θα μπαίνεις στις λάσπες ως στον αστράγαλο κι όλο θα γεμίζει το μποστάνι με γλιστρίδες, αγριόβλητα και στίφνους που πρέπει να ξεριζώνεις, καθότι τα λιπάσματα δεν πάνε μόνο στις πατατιές. Κι όταν φτάσει ντάλα καλοκαίρι, (τότε που παλιότερα έπαιρνες το φέρυ και πήγαινες διακοπές στα μπαράκια των Κυκλάδων), εσύ θα πάρεις πάλι την τσάπα και θα δουλεύεις δέκα μέρες για να βγάλεις τις πατάτες. Προσεκτικά γιατί κάθε στραβή κίνηση τού εργαλείου κόβει τους βολβούς μέσα στη γη και θα πηγαίνει στράφι ο κόπος σου. Κι όταν με το καλό τελειώσεις, θα τις ρίξεις σε τελάρα που θα τα κουβαλάς με τον ώμο ως το σπίτι. Θα κουραστείς αφάνταστα, διότι εκατόν πενήντα κιλά πατάτες είναι πολλά τελάρα και το φορτωμένο πήγαινε-έλα μοιάζει ατέλειωτο. Όταν δεις τον σωρό με τη σοδειά στην αυλή θα ευχαριστηθείς που επιτέλους κατάφερες να βγάλεις τις πατάτες της χρονιάς σου, μα έπειτα θα συνειδητοποιήσεις ότι με 0,60 ευρώ που πουλιούνται στον μανάβη, ο σωρός σου κάνει 90 ευρώ. Και θα βλαστημήσεις πάλι, γιατί δούλεψες πέντε μήνες για 90 ευρώ, ενώ κάποτε στην Αθήνα τα ‘βγαζες για πλάκα σε μισή μέρα αραχτός πίσω από ένα γραφείο.
Θα έχει προηγηθεί και η αποτυχία στα λίγα όψιμα μαρούλια που έβαλες για δοκιμή στα τέλη τού χειμώνα και στα φάγανε οι γυμνοσάλιαγκες μέχρι να πεις κύμινο, θα έχουν αρχίσει να σού τη δίνουν και οι κότες. Καθότι πήρες καμιά εικοσαριά κοτοπουλάκια απ’ τον έμπορα μόλις έφτασες στο χωριό για να έχεις το δικό σου αληθινό κρέας χωρίς ορμόνες, όμως σιγά-σιγά ανακάλυψες ότι πρόκειται για κάτι βρωμοπούλια που τρώνε σαν αφορισμένα, χέζουνε σαν γελάδια, αλλά μεγαλώνουν με το πάσο τους. Κι επειδή είναι μεγάλος κόπος να σκύβεις και να μαζεύεις ένα τσουβάλι ξινίδια κάθε μέρα, αναγκάζεσαι να τα ταϊζεις με καλαμπόκι που είναι πανάκριβο αν το υπολογίσεις με το βάρος κάθε κότας. Κι αν δεν θέλεις να βρωμίσει η περιοχή πρέπει κάθε βδομάδα να φτυαρίζεις τις κουτσουλιές τους και μπήκε μια φορά αλεπού και σού ‘πνιξε πέντε, γεγονός που σ’ ανάγκασε να ξαναφτιάξεις το κοτέτσι απ’ την αρχή χωρίς τσαπατσουλιές. Και για να μην ξαναπλησιάσει το αρπακτικό πήρες σκύλο, τον οποίον έδεσες στον κορμό τού δέντρου εκεί δίπλα να γαυγίζει κι ας ήσουν (ως Αθηναίος) κάθετα αντίθετος σε τέτοιες βάναυσες πρακτικές. Και τώρα ψάχνεις καμιά γειτόνισσα να σου τα σφάξει, να στα ξεπουπουλιάσει και να τα καθαρίσει απ’ τα άντερα, διότι εσύ αδύνατο να το κάνεις.
Και κάθε βράδυ θα πηγαίνεις στο μοναδικό καφενείο τού χωριού, μόνο που θ’ ανακαλύψεις ότι οι περισσότεροι απ’ τους θαμώνες δεν είναι κάποιοι φιλοσοφημένοι γέροντες με λευκά μαλλιά και σοφές κουβέντες, αλλά κάτι στενοκέφαλοι μπεκρούλιακες με κιτρινισμένα δάκτυλα που λένε όλο τις ίδιες ιστορίες και τσακώνονται συνέχεια μ’ αυτούς που έχουν χωράφι σύνορο. Και πάλι θα βλαστημήσεις από μέσα σου. Διότι απ’ έξω θα έχει μπόλικο πολυδιαφημισμένο οξυγόνο της εξοχής, αλλά μέσα στο καφενείο θα ‘χει πολλή τσιγαρίλα και κάπνα απ’ τα μπουριά της σόμπας κι έναν αέρα εγκατάλειψης που φτάνει βαθιά μέσα στο πνευμόνι σου. Και εκεί θ’ ανακαλύψεις πάλι ότι στις φρικτές μέρες μας, που σιγά-σιγά μετατρεπόμαστε σε άνεργους μετανάστες, το «Δόξα-σοι-ο-Θεός-είμαστε-καλά» είναι το ίδιο δύσκολο και στη παγερή Αθήνα και στο μίζερο χωριό σου. Κι ακόμα χειρότερα, ότι ενώ οι άλλοι γύρω σου (εν τη αφελεία τους) ακόμα θα ελπίζουν στην εμφάνιση κάποιου προφήτη, εσύ δεν θα μπορείς. Ότι τους δικούς σου προφήτες τους σκότωσες τότε που περιδιάβαινες στη Βουκουρεστίου με έπαρση και μπαινόβγαινες στα μαγαζιά με τις λαμπερές βιτρίνες…













