Τους ορεινούς αμπελώνες του κ Ν Στρατή επισκέφθηκε σήμερα το βράδυ  η κ Γιούλη Γκίκα -Κατσιφή , ερωτήματα γεννιούνται για την απουσία του κ Σπύρου Γκίκα ….

Δ.Σιμόπουλος – Τα εφτάρια του ουρανού και του ανθρώπου

COSMOLOGY

Στις αρχές Οκτωβρίου αναβιώνει στη χώρα μας, για μιαν ακόμη φορά, ο θεσμός του «Συμποσίου των 7 Σοφών» αυτή τη φορά με θέμα την Κοσμολογία. Ως γνωστόν οι 7 σοφοί της αρχαίας Ελλάδας ήσαν οι :Θαλής ο Μιλήσιος, Βίας ο Πριηνεύς, Κλεόβουλος ο Ρόδιος, Περίανδρος ο Κορίνθιος, Πιττακός ο Μυτιληναίος, Σόλων ο Αθηναίος και Χείλων ο Λακεδαιμόνιος αν και υπάρχουν διαφοροποιήσεις στις διάφορες σχετικές λίστες. Το ίδιο συμβαίνει άλλωστε και στην προκειμένη περίπτωση αφού οι συμμετέχοντες στο φετινό Συμπόσιο δεν είναι οι μοναδικοί στην ειδικότητά τους που θα μπορούσαν να περιληφθούν σ’ έναν παρόμοιο κατάλογο. Είτε έτσι είτε αλλιώς είναι επίσης γεγονός ότι με την ευκαιρία του Συμποσίου πολλοί αναγνώστες έχουν ήδη αναρωτηθεί σχετικά με τον περίφημο αυτόν αριθμό «επτά» και το γιατί αυτός ο αριθμός είναι τόσο πολύ διαδεδομένος και τόσο προσφιλής από αρχαιοτάτων χρόνων. Γιατί αναμφισβήτητα ο αριθμός αυτός είχε διαχρονικά μιαν ιδιαίτερη «γοητεία» στους ανθρώπους όλων σχεδόν των πολιτισμών και των ηπείρων.

Η απάντηση σ’ αυτή την εύλογη ερώτηση είναι βέβαιο ότι θα σας ξαφνιάσει ακόμη περισσότερο, γιατί η ιδιαίτερη σημασία του αριθμού αυτού οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι ανάμεσα στους απλανείς αστέρες του ουράνιου θόλου τα μόνα αντικείμενα που φαίνονταν να μετακινούνται στον ουρανό ήσαν τα εξής επτά: ο Ήλιος, η Σελήνη και οι πέντε ορατοί με γυμνό μάτι πλανήτες (ο Ερμής, η Αφροδίτη, ο Άρης, ο Δίας και ο Κρόνος). Στην ίδια αυτή αντίληψη οφείλεται και η συγκέντρωση επτά ημερών σε μία εβδομάδα, όπως και οι ονομασίες των ημερών που σε πολλές γλώσσες βασίζονται σ’ αυτούς τους επτά ορατούς με γυμνό μάτι «πλανήτες αστέρες». Οι κινήσεις των «επτά πλανητών» θεωρούνταν ότι είχαν ξεχωριστή σημασία για τις ζωές των ανθρώπων. Έτσι ταυτίστηκαν με τους θεούς τους, πλασμένοι «κατ’ εικόνα και ομοίωση», και με τις ίδιες αδυναμίες και ελαττώματα που είχαν οι άνθρωποι.

Η «παρουσία» του επτά όμως στον ουρανό δεν σταματάει στους πλανήτες αλλά έχει κι άλλους εκπροσώπους όπως είναι και τα επτά κύρια άστρα των Πλειάδων, ένα λαμπερό ανοιχτό σμήνος στην πλάτη του αστερισμού του Ταύρου, που αντιπροσωπεύουν τις επτά αδελφές που κυνηγιούνται από τον Ωρίωνα, και στο οποίο ο λαός μας έχει δώσει το όνομα Πούλια. Οι Πλειάδες ήσαν κόρες της Πλειόνης και του Άτλαντα γι’ αυτό ονομάζονταν επίσης και Ατλαντίδες. Με γυμνό μάτι μπορεί κανείς να ξεχωρίσει εύκολα την Αλκυόνη, την Ηλέκτρα, την Μαία, την Ταϋγέτη και την Μερόπη, ενώ η Κελαινώ και η Αστερόπη είναι δυσκολότερα αναγνωρίσιμες. Στην πραγματικότητα ένα μεγάλο τηλεσκόπιο μας αποκαλύπτει ότι οι Πλειάδες είναι πολύ περισσότερες αφού μπορούμε να διακρίνουμε εκατοντάδες γαλαζωπά, νέα και υπέρθερμα άστρα να κολυμπάνε μέσα σ’ ένα νεφέλωμα που τα περιβάλλει.
Εκεί κοντά, στην κεφαλή του Ταύρου, βρίσκεται κι άλλο ένα ανοιχτό αστρικό σμήνος, οι Υάδες. Στην αρχαιότητα οι Υάδες ήσαν κι αυτές επτά, αν και τα ονόματα που διασώθηκαν είναι πέντε: Κλαία, Ευδώρα, Κορωνίς, Φαιώ και Φαισύλα. Τα άστρα του σμήνους φαίνονται να σχηματίζουν ένα αναποδογυρισμένο κεφαλαίο «Λ» και βρίσκονται σε απόσταση 130 ετών φωτός από τη Γη. Με βάση σύγχρονους υπολογισμούς το αστρικό σμήνος απομακρύνεται από ‘μάς με ταχύτητα 150.000 χιλιομέτρων την ώρα, μ’ αυτή την ταχύτητα ένα διαστημόπλοιο θα κάλυπτε την απόσταση Γης-Σελήνης σε λιγότερο από δυόμισι ώρες. Σύμφωνα με την μυθολογία ήσαν κόρες του Άτλαντα και της Αίθρας και αποτελούσαν τις Δωδωνίδες νύμφες στις οποίες ο Δίας είχε εμπιστευθεί την ανατροφή του Βάκχου. Όταν ο Λυκούργος, βασιλιάς ενός λαού που κατοικούσε στις όχθες του Στρυμώνα, τις καταδίωξε και τις έριξε στη θάλασσα, το μεν μωρό κατατρομαγμένο κατέφυγε στην αγκαλιά της Θέτιδας, ενώ οι Υάδες διασώθηκαν από τον Δία ο οποίος τις τοποθέτησε στον ουρανό.Επί πλέον των ανοιχτών αυτών αστρικών σμηνών στον ουρανό έχουμε επίσης και τα επτά άστρα που σχηματίζουν τον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου αλλά και της Μικρής Άρκτου. Σε παλαιότερες εποχές τα επτά κύρια άστρα της Μικρής Άρκτου θεωρούνταν ότι αντιπροσώπευαν τις Εσπερίδες, τις επτά αδελφές κι αυτές κόρες του Άτλαντα. Σ’ αυτή την εκδοχή ο αστερισμός αυτός, μαζί με άλλους γειτονικούς αστερισμούς (όπως τον Ζυγό, τον Βοώτη, την Μεγάλη Άρκτο και τον Δράκο), συνδέεται με τον μύθο για τα «Μήλα των Εσπερίδων», που ήταν ως γνωστόν ένας από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή. Ένα από τα επτά αυτά άστρα της Μικρής Άρκτου είναι ιδιαίτερα σπουδαίο. Πρόκειται για τον Πολικό γύρω από τον οποίο στριφογυρίζουν όλα τα άλλα άστρα. Σ’ οποιαδήποτε ώρα της νύχτας, ή και της ημέρας ακόμη (έστω κι αν δεν φαίνεται στα μάτια μας), και σ’ οποιαδήποτε εποχή, ο Πολικός λάμπει ακίνητος σχεδόν στην ίδια πάντα θέση σημαδεύοντας με την παρουσία του τον βορρά.

Έναστρη Νύχτα του Βαν Γκογκ

Έναστρη Νύχτα του Βαν Γκογκ

Τα επτά λαμπρότερα άστρα της Μεγάλης Άρκτου ταυτίστηκαν με τους επτά σοφούς της αρχαιότηταςτους επτά κύκνους που έσερναν τον ουράνιο θόλο, και τα επτά βόδια των Ρωμαίων (septem triones), εξ ου και η ονομασία Septentrio που είχαν δώσει οι Λατίνοι στον βορρά. Δύο από τα επτά αυτά άστρα μας πλησιάζουν και τα άλλα πέντε απομακρύνονται από εμάς, ενώ μερικά απ’ αυτά αποτελούν μέλη ενός μικρού αστρικού σμήνους. Τα άστρα του σμήνους βρίσκονται σε μια μέση απόσταση 75 ετών φωτός από τη Γη και καταλαμβάνουν μια έκταση 30 επί 18 έτη φωτός. Ο αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου είναι τόσο γνωστός σε όλους ώστε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες οδηγίες για να αναγνωριστεί εύκολα στο βόρειο νυχτερινό στερέωμα. Επειδή μάλιστα είναι ορατός σε οποιαδήποτε ώρα της νύχτας και σε οποιαδήποτε εποχή μπορεί άνετα να γίνει ο καλύτερος οδηγός μας στην προσπάθεια να μετακινηθούμε εύκολα στην βόρεια ουράνια περιοχή και να επισκεφτούμε έτσι και αρκετούς άλλους αστερισμούς.

Εκτός όμως από τον ουρανό ο αριθμός επτά, ήταν ιδιαίτερα προσφιλής, από την αρχαιότητα και σε άλλες εκφάνσεις της ζωής. Πάρτε για παράδειγμα την Ελληνική μυθολογία που είναι γεμάτη με αναφορές στον περίφημο αυτόν αριθμό. Στο μύθο του Μινώταυρου οι επτά νέοι και οι επτά νέες ήταν το τίμημα που πλήρωνε η Αθήνα προς την Κρήτη του Μίνωα, ενώ ο Όμηρος μας αναφέρει ότι οι αγέλες των βοδιών του Απόλλωνα ήσαν κι αυτές επτά, όπως επτά ήσαν και οι χορδές της λύρας που του χάρισε ο Ερμής. Στον θεό της μουσικής και του Ήλιου οι Σπαρτιάτες έκαναν θυσίες την έβδομη ημέρα κάθε μήνα, ενώ ονομάτιζαν τα νεογέννητα μωρά την έβδομη ημέρα από την γέννησή τους. Η διδασκαλία του Πυθαγόρα θεωρούσε ότι ο αριθμός αυτός ήταν «αμήτωρ» επειδή δεν είναι γινόμενο παραγόντων, και «σύμβολο της τελειότητας» επειδή τον αποτελούσαν οι αριθμοί τρία και τέσσερα που εκπροσωπούν δύο τέλεια σχήματα, το ισόπλευρο τρίγωνο και το τετράγωνο. Αιώνες αργότερα ο Νεύτωνας «είδε» κι αυτός με τη σειρά του επτά χρώματα στο ορατό φάσμα και στο ουράνιο τόξο, αντί για τα πιο εμφανή χρώματα που είναι έξι.

Ο αριθμός 7 - Πόλοκ Τζάκσον 1949

Ο αριθμός 7 – Πόλοκ Τζάκσον 1949

Προεκτάσεις παρόμοιων αντιλήψεων συναντάμε άλλωστε και σε πάρα πολλές άλλες εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας στην κοινωνία, τη λογοτεχνία και τη θρησκείαοι επτά νάνοι, τα επτά μέταλλα των αλχημιστών, η επτάφωτος λυχνία, οι επτά ημέρες της Δημιουργίας, οι επτά σφραγίδες και οι επτά σάλπιγγες στην «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, ενώ στην Παλαιά Διαθήκη ο αριθμός επτά αναφέρεται 77 φορές! Ακόμη και η Εκκλησία μας αναγνωρίζει επτά μυστήρια: τον Γάμο, την Βάπτιση, το Ευχέλαιο, την Μετάληψη, την Εξομολόγηση, το Χρίσμα και την ΙερωσύνηΕπτά είναι επίσης και οι αρετές: η ταπεινότητα, η ευσπλαχνία, η αγνότητα, η φιλαλληλία, η επιείκεια, η αλωσύνη και η εργατικότητα.

Επτά επί Θήβας Aleksandra Ekster

Επτά επί Θήβας Aleksandra Ekster

Επίσης επτά ήσαν κι αυτοί που εκστράτευσαν κατά της Θήβας: ο Άδραστος, ο Πολυνείκης, ο Τυδεύς, ο Αμφιάραος, ο Καπανέας, ο Ιππομέδοντας και ο Παρθενοπαίος, ενώ επτά ήσαν και οι ήρωες που την υπερασπίστηκαν: ο Ετεοκλής, ο Πολυφόντας, ο Μελάνιππος, ο Μεγαρέας, ο Ύπερος, ο Λασθένης και ο Άκτορας. Επτά ήσαν επίσης και οι λόφοι που περιέβαλαν την αρχαία Ρώμη, ενώ επτά ήσαν επίσης και οι Εκκλησίες της Αποκάλυψης: της Εφέσου, της Σμύρνης, της Περγάμου, των Θυατείρων, των Σάρδεων, της Φιλαδέλφειας και της Λαοδικείας.Ακόμη και στη σειρά των μυθιστορημάτων του «Χάρυ Πότερ» ο αριθμός επτά παρουσιάζεται ως ο πιο «μαγικός» από τους αριθμούς, ενώ μεταξύ άλλων επτά είναι τα βιβλία της σειράς, η φοίτηση στη Σχολή των μάγων είναι επταετής και ο Χάρυ Πότερ γεννήθηκε τον Ιούλιο, τον έβδομο μήνα του έτους. Ο άνθρωπος τέλος χρειάζεται επτά ώρες ύπνου, τα ψηφία στους τηλεφωνικούς αριθμούς (μετά τον κωδικό της περιοχής) είναι επτά, η πασχαλίτσα έχει επτά βούλες στην πλάτη της, ενώ το άθροισμα δύο αντίθετων πλευρών σ’ ένα ζάρι είναι πάντοτε επτά.

Παρόλα αυτά ο αριθμός επτά δεν σημαδεύει πάντα τα καλότυχα, αφού συνδέεται επίσης και με όσους έχουν «εφτά παπάδων νου», με αυτούς που τους «ζώνουν εφτά φίδια», με τα επτά κακά της μοίρας μας, με τα επτά χρόνια φαγούρας των παντρεμένων, με τα επτά χρόνια γρουσουζιάς, με τον εφτάγλωσσο (=αθυρόστομο), με τα επτά χρόνια της χούντας, καθώς και με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα: την λαιμαργία, την οκνηρία, την λαγνεία, την αλαζονεία, την οργή, τον φθόνο και την φιλαργυρία.

Τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα και τα τέσσερα τελευταία πράγματα - Ιερώνυμου Μπος

Τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα και τα τέσσερα τελευταία αγαθά – Ιερώνυμου Μπος

Και τέλος, ακόμη και τα Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου, ήσαν κι αυτά επτά: η Πυραμίδα του Χέοπα, οι Κρεμαστοί Κήποι της Βαβυλώνας, το Άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, ο Ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο, το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, ο Κολοσσός της Ρόδου και ο Φάρος της Αλεξάνδρειας. Θαύματα των οποίων η θύμηση και ο θαυμασμός που αισθανόμαστε γι’ αυτά ακόμη και σήμερα, μας ανεβάζουν πράγματι στον «έβδομο ουρανό»!Ο Διονύσης Σιμόπουλος (1943-) είναι αστροφυσικός, επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου ΠλανηταρίουΠηγή κειμένουhuffingtonpostΕπιλογή πινάκων: ΑντικλείδιΑντικλείδι , http://antikleidi.com

Καλημέρα ,εκλογές την Κυριακή …..
Αιχμηρός
¨ο κουρέας “……
Ένα πρωί ένας ανθοπώλης πηγαίνει για κούρεμα. Όταν τελείωσε ζήτησε τον λογαριασμό.
Τότε ο κουρέας του λέει: Ευχαριστώ αλλά δεν θα σας πάρω χρήματα για το κούρεμα.
– Ξέρετε αυτή την εβδομάδα προσφέρω δωρεάν υπηρεσία στην κοινότητα.
Ο ανθοπώλης ευχαρίστησε για την ευγένεια και έφυγε.
Το άλλο πρωί όταν ο κουρέας πήγε να ανοίξει είδε μια δωδεκάδα τριαντάφυλλα στην πόρτα με ένα
ευχαριστήριο σημείωμα από τον ανθοπώλη.
Λίγο αργότερα έρχεται για κούρεμα ένας ζαχαροπλάστης. Την ώρα του λογαριασμού έκπληκτος ακούει τον κουρέα να εξηγεί:
– Ξέρετε αυτή την εβδομάδα προσφέρω δωρεάν υπηρεσία στην κοινότητα.
Το άλλο πρωί όταν ο κουρέας πήγε να ανοίξει είδε ένα κουτί με μια δωδεκάδα φρεσκότατα γλυκά στην πόρτα με ένα ευχαριστήριο σημείωμα από τον ζαχαροπλάστη.
Λίγο αργότερα καταφθάνει ένας βουλευτής, μετά το κούρεμα η σκηνή επαναλαμβάνεται… Ο βουλευτής φεύγει ικανοποιημένος, ευχαριστώντας τον κουρέα.
Το ίδιο απόγευμα όταν ο κουρέας πηγαίνει να ανοίξει βρίσκει στην πόρτα του κουρείου μια δωδεκάδα βουλευτές να περιμένουν για κούρεμα.
Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ πολιτών και πολιτικών….
Και να θυμάστε!!!
Οι πολιτικοί και οι πάνες πρέπει να αλλάζονται τακτικά για τον ίδιο ακριβώς λόγο!!!!!

ΑΡΓΗΣΑ ΠΟΛΥ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.
elitis1

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα, μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.


Πώς έφυγα απ’ τη Σμύρνη το ’22 Η αληθινή μαρτυρία του Αλέξη Αλεξίου που έφτασε πρόσφυγας στην Ελλάδα το ‘22 ζώντας τις αγριότητες που σήμερα η ανθρωποτητα ξαναζεί. Πηγή: www.lifo.gr

Γεννήθηκα στη Σμύρνη το 1910, στη συνοικία Αγίας Αικατερίνης, κόντά στον κινηματογράφο «Φοίνικα» απέναντι στο μπακάλικο του Πανανού του Μπιτσακτσή. Ο πατέρας μου ήταν μανιφατουριέρης, που λένε εδώ, είχε εμπορικό, κοντά στον Άη Γιώργη, ο δε παππούλης μου ήταν ο περίφημος παιχνιδάτορας, που έπαιζε βιολί, ο Γιάγκος ο Βλάχος. Για να μάθω γράμματα στην αρχή με στείλαν οι γονείς μου στο σχολείο του Νεστορίδη και συνέχεια στου Πασχάλη. Θυμούμαι που μας μαθαίνανε και τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο μ’ ελληνικά λόγια, αλλά στη μελωδία του αγγλικού ύμνου: «ο Θεός σώζει τον βασιλέα». Κάναμε γιορτές κάθε 25 Μαρτίου∙ ντυνόμασταν τσολιάδες και με άλλες εθνικές ενδυμασίες τα κορίτσια. Αφού βέβαια ο διευθυντής της Σχολής Νεστορίδη έβαζε φύλακες όξω από το σχολείο. Δύο Μαίου του 1919 έγινε η ελληνική Κατοχή. Πήγα στο «Quai» με τους γονείς μου. Όλη η Σμύρνη γιόρταζε, ήταν σαν Πάσχα, ακούγονταν κανονιές από τα καράβια, παντού κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Όλοι φορούσαμε στο στήθος μας εθνικές κονκάρδες. Όλοι τρέχαν στην προκυμαία κοπάδια, κοπάδια∙ ξεφώνιζαν και τραγουδούσαν. Όλοι βιάζονταν να δούνε τα ευζωνάκια, τον ελληνικό στρατό, τα ελληνικά καράβια: τον «Αβέρωφ», τον «Ατρόμητο», το «Λέοντα». Έζησα τις αξέχαστες στιγμιές της λευτεριάς. Εμείς δεν πήραμε είδηση τη μάχη που δόθηκε, γιατί δεν ήμασταν προς το κονάκι αλλ΄ αντίθετα μετά από το θέατρο Σμύρνης, προς την Πούντα. Αργότερα μάθαμε ότι η φάλαγγα των ευζώνων έμπαινε στην πλατεία του διοικητηρίου και την χτύπησαν από το αρχηγείο της χωροφυλακής, από τις φυλακές, από την τουρκική συνοικία. Χτυπήθηκαν δέκα ευζωνάκια∙ τα δύο πέθαναν και πάρα πολύς κόσμος πνίγηκε στη θάλασσα από το σπρώξιμο που κάναν, γιατί θέλαν να φύγουν γρήγορα να σώσουν τη ζωή τους. Τα τάγματα ευζώνων σταμάτησαν την αντίσταση. Κοντά στο σπίτι μας βρισκόταν το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Απόλλων Σμύρνης∙ εκεί είχε στραποδεύσει ελληνικός στρατός. Η μητέρα μου από ενθουσιασμό κι αγάπη για τα νέα παλικάρια μου έδινε και τους πήγαινα, μαζί με άλλα παιδιά, διάφορα εκλεκτά τρόφιμα.   Τα πρώτα μηνύματα της Καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στο δρόμο που ξύλωναν και πετούσαν τα γαλόνια και τα παράσημα τους, κι εγώ ζητούσα ο ανόητος από τους γονείς μου να μου βρούνε τέτοια γαλόνια κι εκείνοι αγανακτισμένοι με ξυλοφόρτωσαν. Τα σημάδια της Καταστροφής ήταν ακόμα πιο έντονα, όταν φθάσαν από τα Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε. Μετά από λίγες μέρες κάναν την εμφάνιση τους τα ταγκαλάκια (Ταγκαλάκια ονομάζανε τους Τούρκους χωρικούς με κοντά βρακιά και γκέτες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ). Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Πότε-πότε ακούγονταν και μακρινές κανονιές. Είπαν οι δικοί μου πως ο Πλαστήρας πολεμά στην περιοχή του Τσεσμέ. Εκεί στις συζητήσεις των μεγάλων άκουα για τους Τσέτες∙ όσο περνούσαν οι μέρες καταλάβαινα ότι κάτι μεγάλο κακό ήταν να γίνει, γιατί κάθε βράδυ οι γονείς μου έπαιρναν εμένα, τον αδερφό μου και την αδερφή μου που ήταν λεχούδι και πηγαιναμε και κοιμόμασταν σε μια φράγκικη οικογένεια στο φαρδύ της Καθεδράλης, γιατί η κυρία του σπιτιού ήταν φιλενάδα της μητέρας μου. Μέναμε στο δώμα και κάθε πρωί που ηπηγαίναμε πίσω στο σπίτι μας ήταν αδύνατο να μη δούμε στους δρόμους ανθρώπους με τα νυχτικά τους, τους οποίους χτυπούσαν με τους υποκόπανους και τους παίρναν τα ταγκαλάκια. Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι βάλαν φωτιά στην συνοικία της Αρμενίας. Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε τη ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς. Δεν θυμούμαι αν την ίδια μέρα ή έπειτα από μερικές μέρες ο κόσμος άρχισε να φεύγει από τη Σμύρνη, γιατί η φωτιά όλο μεγάλωνε. Από κει φύγαμε∙ πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της αδελφής της νενές μου που ήταν στην Πούντα, γιατί εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και βέβαια η οικογένεια της σαν ιταλική που ήταν, ήταν εξασφαλισμένη. Δε θυμούμαι ούτε τους λόγους, ούτε την αιτία που ύστερα από λίγες μέρες μας πήρε ο πατέρας μου όλους, εκτός από τον παππού και τη νενέ, και ξεκινήσαμε προς την παραλία της Πούντας, όπου ήταν διάφορα κέντρα. Προχωρήσαμε ακόμη πιο πολύ∙ περάσαμε το νεκροταφείο της Σμύρνης και το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Πανιωνίου Σμύρνης. Από κει και πέρα άρχισε να μαζεύεται χιλιάδες κόσμος σε μια πορεία στο δρόμο που ήταν κοντά στην παραλία, με κατεύθυνση προς το Μπαργιακλί. 

Από το δρόμο προς τη θάλασσα ήταν διάφορα παραλιακά κέντρα. Σε ένα από αυτά είδα κάτι, που όσο ζω δεν θα το ξεχάσω∙ θα έχω τη φοβερή εικόνα, που αντίκρισα μπροστά μου. Λίγο αριστερά από το δρόμο κι έξω από ένα κέντρο είδα ένα πτώμα ανάσκελα, αποκεφαλισμένο, ντυμένο μόνο μ’ ένα πουκάμισο και μαύρο πανταλόνι∙ το κεφάλι, λίγο πιο πέρα από το σώμα, το τσιμπολογούσαν οι κότες που βόσκαν αδέσποτες. Μια άλλη κότα ήταν ανεβασμένη στο στήθος του πτώματος και τσιμπολογούσε τον κομμένο λαιμό. Σε κάτι τραπέζια, που ήταν πάρα κάτω, ήταν πεταμένα δύο ή τρία πτώματα. Όλος αυτός οκόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαργιακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήταν γεμάτα από κόσμο, που κάθισε να ξαποστάσει. Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα∙ θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιτες που του δώσαν άλλοι χριστιανοί. Φαίνεται πως κάπου βρήκαν λίγο αλέυρι, κάναν όπως-όπως λίγο ζυμάρι και το ψήσαν πάνω σε λαμαρίνα με κουκουνάρες που πέφταν από τα πεύκα. Νερά είχε τρεχούμενα. Όταν έπεσε η νύχτα, ήθελα να πάω κάπου, πριν να κοιμηθούμε. Όλα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω. Ανάβαμε σπίρτα κι ο πατέρας μου έψαχνε να βρει το αποχωρητήριο∙ στο ίδο πάτωμα που μέναμε δεν υπήρχε∙ βρήκαμε μια σκάλα. Ανάβει κι άλλο σπίρτο στο σκοτάδι, βρήκε το αποχωρητήριο και με φώναξε να πάω. Ξεκινώ να πάω εγώ εκεί που έβλεπα τη φλόγα του σπίρτου. Το σπίρτο έσβησε, αλλά συγχρόνως σκουντούφλησα σε κάτι μαλακό∙ μπάζω τις φωνές. Ο πατέρας μου άναψε κι άλλο σπίρτο και προχωρούσε προς εμένα. Στο τρεμάμενο φως του σπίρτου είδαμε με φρίκη ότι είχα σκουντουφλήσει σ’ ένα κομμένο χέρι και λίγο πάρα κάτω είδα φευγαλέα ένα πτώμα γυναικείο. Είχε γίνει μέσα εκεί μακελειό. Ο πατέρας μου είπε να μην πω τίποτα απ’ αυτά που είδαμε στη μητέρα. Όταν έφεξε η μέρα, άρχισε ο κόσμος να φεύγει από το Μπαϊρακλί με κατεύθυνση προς το Κορδελιό κι έτσι τους ακολουθούσαμε κι εμείς∙ όπως πηγαίναμε όμως, στ’ αριστερά του παραλιακού δρόμου, είδαμε να έρχεται από το Κορδελιό προς τη Σμύρνη τούρκικη καβαλαρία, οπλισμένη με σπαθιά. Κρατούσαν ακόμη στο δεξί τους χέρι ένα ακόντιο μ’ ένα σημαιάκι στην κορφή. Στήριζαν το ακόντιο στον αναβατήρα. Πιο πίσω ακολουθούσαν Τσέτες. Τότε μας βρήκαν τα χειρότερα∙ οι Τσέτες πέσαν απάνω στον κόσμο και κάναν όλων των ειδών τα εγκλήματα. Χτυπούσαν τους άντρες και τους ζητούσαν παράδες, και μαλαματικά από τις γυναίκες. Αρπούσαν όποια κοπέλα τους σφαντούσε (σφαντώ=κάνω εντύπωση, φαντάζω) και την ντρόπιαζαν∙ και την ντρόπιαζαν∙ φόβος και τρόμος μας έπιασε όλους. Οι καβαλαραίοι μόνο που μας τρόμαξαν, αλλά οι Τσέτες κάναν τα εγκλήματα. Ωστόσο, όπως πηγαίναμε, ένας από τους καβαλαραίους ξέκοψε από τη σειρά του, στάθηκε μπροστά στη μητέρα μου και της είπε σε καθαρά ελληνικά: «τσερά, δώσε μου τα δαχτυλίδια σου». Ο πατέρας κρατούσε αγκαλίά την αδερφή μου κι ένα μπόγο∙ ό,τι άρπαξε φεύγοντας από το σπίτι. Η μητέρα μου από το ένα χέρι κρατούσε τον αδερφό μου, ενώ στο δεξί της χέρι βαστούσε ένα μπόγο στηρίζοντας τον στην πλάτη της, κι εγώ ένα μπόγο∙ πήγαινα κοντά στη μητέρα μου για να μη χαθούμε. Έτσι σφάνταζαν τα δαχτυλίδια της μητέρας. Σταθήκαμε και η μητέρα προσπαθούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Από την ταραχή της όμως και το φόβο της δεν μπορούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Τότε ο Τούρκος καβαλάρης, επειδή έχασε τη σειρά της, βιαζόταν κι ετοιμάστηκε να κόψει το δάχτυλο της μητέρας με την κάμα του. Ο πατέρας τότε σάλιωσε το δάχτυλο της κι έτσι έβγαλε τα δαχτυλίδια και τα δώσε στον εξαγριωμένο Τούρκο. Ήταν ο κόσμος θάλασσα, χιλιάδες κόσμος, που έκλαιε και βογγούσε. Προχωρούσαμε όπου προχωρούσαν όλοι, προς το Κορδελιό∙ από κει θα σωθούμε. Αλίμονο σ’ εμάς! Η ελπίδα να σωθούμε από κει, από τη θάλασσα του Κορδελιού, χάθηκε. -Θεέ μου, λυπήσου μας, έλεγε η μητέρα κι έκλαιγε. Ο κόσμος τα ‘χασε πια, απελπίστηκε τελείως. Άλλοι κλαίγαν, άλλοι χτυπιούνταν καοι μοιρολογούσαν κι άλλοι σέρναν τα πόδια τους και σώπαιναν. Ο βόγγος, ο θρήνος έγιναν ένα δυνατό βουητό. Σε μια στιγμή δεν πιστεύαμε τα μάτια μας∙ γυναίκες πολλές, μια σειρά ατελείωτη από το μπουλούκι που ερχόνταν από το Κορδελιό, σπρώχνοντας η μία την άλλη και σκύφτοντας, τραβούσαν κατά τους ψηλούς βράχους, εκεί στα Πετρωτά. Ώσπου να καλοκαταλάβεις, πηδούσαν και χάνονταν μέσα στη θάλασσα. Πολλές κρατούσαν αγκαλιά και τα μωράκια τους. Πλάι τους, πάνω από τα κεφάλια τους, ήταν οι Τσέτες, έτοιμοι να τις ντροπιάσουν, και ήθελαν να γλυτώσουν από τα χέρια τους, να πέσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο γκρεμό, να χαθούνε. Η εικόνα αυτή ύστερα από τόσα χρόνια ούτε έσβησε, ούτε θα σβήσει από τη μνήμη μου, όσο ζω. Την παράστησα στους φίλους μου, αργότερα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου. Γυρίσαμε με τις χιλιάδες κόσμο στο Μπαργιακλί. Μέναμε στο ύπαιθρο∙ τη μέρα φοβούμασταν, ενώ τη νύχτα τρέμαμε τους ανήμερους Τσέτες. Μια μέρα ήρθε κι άραξε ένα μικρό βαποράκι με ιταλική σημαία∙ βγήκε ο συγγενής μας ο Ιταλός,- φαίνεται πως μαθεύτηκαν τα νέα του Κορδελιού- μας πήρε και μας πήγε στη Σμύρνη, στο σπίτι του. Τη μέρα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου, μέρα σημαδιακιά, μας πήρε ο πατέρας, περπατήσαμε κάμποσο και μπήκαμε στο μπουλούκι για να μπαρκάρουμε. Μόλις περάσαμε τα συρματοπλέγματα –ήταν μαζί μας τούτη τη φορά η νενέ και ο παππούλης- οι Τούρκοι χώριζαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες. Στο σημείο αυτό ήταν και στρατιωτικοί ξένης υπηκοότητας, όχι Τούρκοι. Πιάσαν τον μπαμπά μου και τον παππούλη μου και τους χώρισαν από μας. Έγινα έξαλλος, αγανάκτησα και τράβηξα τον πατέρα μου να τον φέρω μαζί μας. Εκεί ένας Αμερικάνος ναύτης – τους γνώριζα από το καπελάκι που φορούσαν- δεν πρόκανα και μου ‘δωσε μιά στο λαιμό μ’ ένα σιδερένιο μπαστούνι που κρατούσε, από κείνα που χρησίμευαν για ν’ αλλάζουν τις ράγες των τραμ. Τελικά ο πατέρας μου κι ο παππούλης μείναν, κι εμείς τα παιδιά με τη μητέρα μας και τη νενέ μας μπήκαμε στο βαπόρι «Ισμίντι». Μόλις ξεκίνησε το βαπόρι, η μητέρα από την απελπισία της ήθελε να πέσει στη θάλασσα και την συγκράτησαν οι άλλοι πρόσφυγες. Εμένα πρήστηκε ο λαιμός μου και πονούσα αβάσταχτα∙ και μ’ όλα αυτά έβλεπα τη φλεγόμενη Σμύρνη μέσα από το καράβι που σιγά-σιγά απομακρύνονταν.   Το καράβι μας έβγαλε στη Μυτιλήνη∙ εκεί μας φιλοξένησε η οικογένεια του αδερφού του παππούλη μου, έξι μήνες περίπου. Δεν πέρασε ούτε μήνας που ήρθε ο πατέρας μου και ο παππούλης μου. Καταφέρανε να φύγουνε από τη Σμύρνη, γιατί ο παππούλης μου ήταν παιχνιδιάτορας και ήταν γνωστός και αγαπητός στους Τούρκους και βρέθηκε κάποιος που τον γνώριζε και τον γλύτωσε. Το ίδιο έγινε και με τον πατέρα μου∙ ένας Τούρκος βρέθηκε που του πουλούσε υφάσματα για το χαρέμι του και τον μπάρκαρε. Η χαρά όλων μας δεν περιγράφεται∙ ήταν σαν νεκρανάσταση, τους λογαριάζαμε για σκοτωμένους. 
. Εγώ είχα πάντα το βάσανο μου∙ ο λαιμός μου πονούσε και ήταν πρησμένος. Οι γονείς μου ανησυχούσαν και αναγκάστηκαν να με στείλουν με μια πρώτη εξαδέρφη του πατέρα μου εδώ στον Ευαγγελισμό. Μου έκαναν εγχείρηση∙ θαρρώ πως μου αφαίρεσαν τον αδένα. Έμεινα πολλές μέρες στο νοσοκομείο. Έχω ακόμη ένα μεγάλο σημάδι στο αριστερό μέρος του λαιμού μου. Έτσι που να μη ξεχνώ ούτε μια μέρα τα βάσανα που περάσαμε. Μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 μας δώσανε, όπως και σε όλους τους πρόσφυγες, από ένα δωμάτιο σ’ ένα τούρκικο ανταλλάξιμο σπίτι στην Απάνω Σκάλα της Μυτιλήνης. Ο πατέρας πήρε δάνειο κι άνοιξε πάλι μανιφατουριέρικο, δυστυχώς όμως μετά από λιγο η κυβέρνηση έκοψε τα χρήματα κι ο πατέρας μου έχασε την περιουσία του και σ συνεχίστηκε η πείνα, η γύμνια, η φτώχεια. Τελείωσα το σχολείο στη Μυτιλήνη. Το 1926 ήρθαμε εδώ στον Πειραιά, μπήκα στη Σχολή Ναυτικών Μηχανικών, ο Προμηθεύς. Πήρα το δίπλωμα μηχανικού το 1934. Εργάστηκα σε διάφορες υπηρεσίες και τώρα είμαι συνταξιούχος. 
Η Έξοδος, Τόμος Α’, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των Δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Κέντρο Μικρασιτικών Σπουδών, Αθήνα 1980 (εξαντλημένο). Η μαρτυρία δημοσιεύτηκε με τον τίτλ: “Το κεφάλι λίγο πιό πέρα το τσιμπολογούσαν οι αδέσποτες κότες”, σελ. 5-11. Εικονογράφηση: Κώστας Στανέλλος Πηγή: www.lifo.gr

Α Παπαχελά .Έντυπη έκδοση Καθημερινής 

Η Ιστορία είναι αμείλικτη

Κ​​άτι μου λέει ότι ο κ. Τσίπρας «τέλειωσε» μέσα του το βράδυ που συμφώνησε το τρίτο μνημόνιο. Ηταν ίσως η στιγμή που κατάλαβε τι ήταν εφικτό και τι όχι. Αργησε βεβαίως πάρα πολύ να το καταλάβει, γιατί έζησε πολλούς μήνες μέσα σε ένα παραμύθι. Κάποτε η Ιστορία θα καταγράψει ποιο κομμάτι του παραμυθιού πίστευε πραγματικά και ποιο όχι. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να διαπιστώσουμε κατά πόσον όντως περίμενε χρήματα από τη Μόσχα ή το Πεκίνο, παρότι ουδέποτε του τα υποσχέθηκε κανείς. Περιμένουμε την ψυχρή ιστορική ετυμηγορία για το πώς πείσθηκε να κάνει το δημοψήφισμα, παρά τις προειδοποιήσεις -και τις επιστολές- στενών, συνετών συνεργατών του. Τι κρυβόταν πίσω από αυτό το επεισόδιο; Το μακρύ χέρι του αφανούς λόμπι της δραχμής που τον έσπρωχνε στην καταστροφή; ‘Η μήπως η πεποίθηση πως οι αγορές και οι Ευρωπαίοι θα τρομάξουν και θα φέρουν μία καλύτερη συμφωνία πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος; Οταν, στην Αγία Πετρούπολη και αλλού, ο κ. Τσίπρας μίλαγε χαλαρά για το σενάριο της δραχμής με το επιχείρημα «θα είναι δύσκολα στην αρχή, αλλά κατόπιν θα απογειωθούμε», το έκανε για μπλόφα ή το εννοούσε; Είναι πολύ νωρίς, πολύ νωπά όλα για να μάθουμε την αλήθεια.

Το παραμύθι τέλειωσε με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο την Κυριακή του δημοψηφίσματος. Ισως, μάλιστα, να μπορεί κανείς να διακινδυνεύσει την πρόβλεψη πως το απόγειο της καριέρας του κ. Τσίπρα ήταν η μεγάλη συγκέντρωση την Παρασκευή πριν. Ηταν στο απόγειό του, ο ίδιος και ο κόσμος του, καθώς έβγαζαν μία απίστευτη ορμή και πάθος. Ισως να ήταν η μοναδική στιγμή που σκέφθηκε ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει, να βιώσει τον ρόλο του μεταμοντέρνου Ευρωπαίου Αλιέντε.

Η ιστορική φαντασίωση έσβησε μαζί με τον απόηχο των ιαχών του πλήθους που τον αποθέωνε. Ευτυχώς για τη χώρα. Αφησε όμως πίσω του συντρίμμια. Η χώρα υπέστη μία πολύ μεγάλη καταστροφή. Οι νέοι που μπέρδεψαν τη ρήξη με το παλιό και το σάπιο με το άκριτο «Οχι» του εθνολαϊκισμού ένιωσαν προδομένοι. Ο κ. Τσίπρας άφηνε ένα κομμάτι του εαυτού του στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Ο καινούργιος του ρόλος πιθανώς να μην του αρέσει, και αυτό είναι το πρόβλημα. Η άχαρη τέχνη της διακυβέρνησης δεν τον συγκινεί. Σύμφωνα με όλες τις διηγήσεις κάθε κυβερνητική σύσκεψη εξελισσόταν σε ιδεολογικό πηγαδάκι περασμένων δεκαετιών χωρίς «διά ταύτα», χωρίς ανάθεση ευθύνης και δίχως ποτέ να επιβάλλεται κάποιος σε υπουργούς που διαφωνούσαν.Ο κ. Τσίπρας είναι βεβαίως ρεαλιστής και ένας κυνικός παίκτης. Και όπως συμβαίνει πάντοτε όταν νιώθουμε απειλές και κινδύνους γύρω μας, αυτό που προέχει είναι η επιβίωση και η αυτοσυντήρηση μαζί με την εκλογίκευση των αδυναμιών μας. Ισως, λοιπόν, να σκέπτεται «τι και αν χάσω; Είμαι 40 χρόνων, μπορώ να είμαι παίκτης για πολλά ακόμη χρόνια. Ο επόμενος πρωθυπουργός έχει πολλή στενοχώρια να μοιράσει ακόμη. Εχω χρόνο μπροστά μου…». Η πολιτική σε αυτό το επίπεδο απαιτεί, όμως, αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «φωτιά στο στομάχι». Αν τη χάσεις, για οιονδήποτε λόγο, μπορείς να κουτρουβαλήσεις λίγο ακόμη, αλλά δεν θα πας μακριά. Η Ιστορία έχει έναν άγριο τρόπο να ξεχωρίζει τους πολιτικούς σε ηγέτες και σε υποσημειώσεις. Ηγέτης ακόμη να φανεί στο ξέφωτο…Καθημερινήκκ